Martin Levi van Creveld is an Israeli military historian and theorist.
Van Creveld was born in the Netherlands in the city of Rotterdam, and has lived in Israel since shortly after his birth. He holds degrees from the London School of Economics and the Hebrew University of Jerusalem, where he has been on the faculty since 1971. He is the author of seventeen books on military history and strategy, of which Command in War (1985), Supplying War: Logistics from Wallenstein to Patton (1977, 2nd edition 2004), The Transformation of War (1991), The Sword and the Olive (1998) and The Rise and Decline of the State (1999) are among the best known. Van Creveld has lectured or taught at many strategic institutes in the Western world, including the U.S. Naval War College.
This book makes a nice companion piece with James Gibson's The Perfect War: Technowar in Vietnam. Here, the question is "Fighting Power." What made the German Wehrmacht such a formidable fighting force? Van Creveld tries to parse some of the intangibles and comes up with fascinating differences between the Wehrmacht and US military in World War II.
Even though the US military organization was in many ways inspired by and modeled on the German Army, it is fascinating to see how business and capitalism influenced differences between these two fighting forces in World War II. The Germans took great pains to cultivate a sense of independence within its command structure. High ranking officers were encouraged to allow subordinates to use their best judgment to carry out orders the way they saw fit. The US military on the other hand, heavily influenced by Taylorism and business-think, was much more enamored with management theory and top down micromanagement, which said that superior officers should be the ones making the decisions and subordinates should follow their orders to a "t." The Wehrmacht, according to van Creveld, valued the mind, body, and spirit of its soldiers in a way that the US military did not. The US was much more inclined to see each individual soldier as a cog in a much bigger machine that could be replaced easily if need be. The way these differences played out is fascinating to behold.
I was hoping for a broader, more explicit, analysis of how these different philosophies played out. But I suppose that it is up to the reader to draw their own conclusions. I would recommend this to any fan of Technowar.
I read this book when I was a young Non-Commissioned Officer in the German Army and I was impressed. This book is a must-read for everyone who wants to understand more about the relationship between strategy and tactics, material and morale, fighting power and fighting value.
Αν έπρεπε να προτείνουμε ένα και μόνο βιβλίο σχετικά με τα στρατιωτικά θέματα, η επιλογή μας θα ήταν το βιβλίο του κορυφαίου ισραηλινού στρατιωτικού ιστορικού και αναλυτή Martin van Creveld.
Το βιβλίο αποτελεί το επιστέγασμα μιας συζήτησης που ξεκίνησε στις ΗΠΑ κατά τη δεκαετία του '60 σχετικά με την συγκριτική απόδοση του Γερμανικού και του Αμερικανικού Στρατού κατά τον Β' ΠΠ. Η συζήτηση αυτή είχε ως αιτία την έντονη εντύπωση που σοβούσε στον Αμερικανικό Στρατό μεταπολεμικά ότι ο αντίπαλός τους στην Ευρώπη είχε πολύ καλύτερη επίδοση από αυτούς, παρά το ότι ενεργούσε υπό πολύ δυσμενέστερες αντικειμενικά συνθήκες. Ο αμερικανός αξιωματικός Charles Dupuy – ένας από τους πρωταγωνιστές της ανασυγκρότησης του αμερικανικού στρατού μετά την ήττα του Βιετνάμ – έδωσε στη συζήτηση αυτή μια πιο στέρεα βάση: μοντελοποίησε μαθηματικά την απόδοση των δύο αντιπάλων σε έναν μεγάλο αριθμό μεταξύ τους εμπλοκών, λαμβάνοντας υπ΄ όψιν κάθε πιθανό παράγοντα που επηρέαζε την εμπλοκή. Το αποτέλεσμα ήταν μια σαφέστατη υπεροχή στην επίδοση των γερμανών. Παρά το γεγονός ότι το συμπέρασμα αυτό ενόχλησε πολλούς αμερικανούς, οι οποίοι μάλιστα το αντιμετώπισαν ακόμη και ως θέμα πατριωτισμού, δεν υπήρξε καμία σοβαρή αντίκρουση του συμπεράσματος αυτού. Έτσι, το επόμενο βήμα υπήρξε η αναζήτηση των συστηματικών αιτίων που ήταν υπεύθυνες για την υπεροχή αυτή. Η συζήτηση είχε, μάλιστα, ιδιαίτερη σημασία για τον αμερικανικό στρατό γιατί συνέπεσε με την προσπάθεια για την αναδιοργάνωσή του κατά τη δεκαετία του '80, οπότε και αναζητούσε οργανωτικά και δογματικά πρότυπα. Μια αναδρομή στην αμερικανική Στρατιωτική Επιθεώρηση αρκεί για να δείξει το πόσο έντονη υπήρξε η ενασχόληση με το γερμανικό στρατιωτικό σύστημα κατά τη δεκαετία αυτή.
Στο πλαίσιο αυτό, η πλέον σημαντική και ολοκληρωμένη ανάλυση των λόγων που έκαναν τον προπολεμικό Γερμανικό Στρατό χαρακτηριστικά ανώτερο από όλους τους υπόλοιπους συγχρόνους του έγινε από τον ισραηλινό ιστορικό Van Creveld στο βιβλίο αυτό. Ο Creveld αναζητά και εντοπίζει την ανωτερότητα όχι σε ευκαιριακές εμπνεύσεις των ηγετών του, αλλά στο σύνολο του οργανισμού, των δομών και της στρατιωτικής νοοτροπίας του, δηλαδή σε βασικές αντιλήψεις και επιλογές που αφορούσαν το σύνολο της λειτουργίας του. Τα επί μέρους κεφάλαια του βιβλίου εξετάζουν τη σχέση του στρατού με την κοινωνία, το δόγμα και την αντίληψη του στρατού για την πραγματικότητα του πολέμου, τις αρχές διοίκησης, την οργάνωση του στρατού, τόσο των γενικών αρχών όσο και ειδικότερα την οργάνωση των επιτελείων και στρατηγείων αλλά και των σχηματισμών, τη διαχείριση προσωπικού γενικά αλλά και ειδικότερα τα θέματα κατανομής σε ειδικότητες και μονάδες και σχηματισμούς, εκπαίδευσης και αναπλήρωσης απωλειών, τη διατήρηση της μαχητικής αποτελεσματικότητας, το σύστημα ηθικών αμοιβών και πειθαρχικών κυρώσεων, το ρόλο των υπαξιωματικών καθώς και την αντιπαραβολή με το αντίστοιχο αμερικανικό παράδειγμα, καθώς και την ηγεσία και το ρόλο των αξιωματικών στο στρατό, με ειδικότερες αναλύσεις για την εικόνα και τη θέση τους, την επιλογή τους, την εκπαίδευσή τους, το σύστημα προαγωγών, τους αριθμούς και την κατανομή τους, καθώς και μια ειδική αναφορά στο "σύστημα του γενικού επιτελείου". Έτσι, η συνήθης αναφορά στην "ποιότητα" και την "οργάνωση" ενός στρατού, που συνηθέστατα αποτελεί μία αμήχανα αόριστη επίκληση, τίθεται σε συγκεκριμένο και στέρεο αναλυτικό πλαίσιο.
Αυτό που κάνει ιδιαίτερη εντύπωση είναι το πόσο διαφορετικές ήταν οι αντιλήψεις που καθόριζαν τη λειτουργία του Γερμανικού Στρατού σε σχέση με τον Αμερικανικό, και μάλιστα σε ένα μεγάλο εύρος θεμάτων. Η διαφορά ήταν εντυπωσιακή, είτε αυτή αφορούσε σε αρχές και αντιλήψεις που ήταν διαφορετικές, ακόμη κι αν θα περίμενε κανείς ότι εκ όψεως θα ήταν καθολικής ισχύος και παραδοχής, είτε αυτή αφορούσε λεπτές αλλά κρίσιμες διαφορές στην εφαρμογή αρχών και αντιλήψεων που ήταν, θεωρητικά, κοινές. Αν κανείς έχει υπ' όψιν του τη σχετική πραγματικότητα του Γαλλικού στρατού της εποχής, αλλά και τους μεταπολεμικούς (και σύγχρονους) νατοϊκούς στρατούς (που με εξαίρεση τον Αγγλικό, και σε μικρό βαθμό τον γερμανικό ασπάστηκαν το αμερικανικό οργανωτικό πρότυπο), η διαφορά γίνεται ακόμη πιο εντυπωσιακή.
Οι διαφορές αυτές μπορούν, γενικά, να αναχθούν σε δύο διαφορετικά αίτια. Η μία πηγή διαφοροποιήσεων ήταν η διαφορετική αντίληψη που είχαν οι δύο στρατοί για την ίδια τη φύση του φαινομένου του πολέμου. Η δεύτερη πηγή διαφοροποιήσεων ήταν η διαφορετική στρατηγική, ιστορική και κοινωνική πραγματικότητα στην οποία εντάσσονταν και από την οποία προέρχονταν οι δύο στρατοί.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα που φωτίζει τις δύο αυτές πηγές, και το οποίο αναλύεται στο πλαίσιο του βιβλίου, είναι η διαφορετική αντίληψη των δύο στρατών για τους αξιωματικούς και το ρόλο τους. Έτσι, ενώ οι Γερμανοί είχαν στον οργανισμό τους έναν αναλογικά περιορισμένο αριθμό αξιωματικών, οι Αμερικανοί είχαν, συγκριτικά, εντυπωσιακά μεγαλύτερο αριθμό. Ταυτόχρονα, κατά την επιλογή, εκπαίδευση και κρίση των αξιωματικών οι Γερμανοί ήταν εξαιρετικά αυστηροί, θεωρώντας ότι αξιωματικοί θα πρέπει να γίνονται και να προάγονται σε κάθε βαθμό αυστηρά και μόνον όσοι πληρούν τα - ούτως ή άλλως αυστηρότατα - αντίστοιχα κριτήρια, ακόμη κι αν αυτό σήμαινε ότι οι διαθέσιμοι αξιωματικοί δε θα επαρκούσαν για τις θέσεις που προβλέπονταν από τον οργανισμό του στρατού. Ήταν προτιμότερη μια κενή θέση αξιωματικού από μία θέση αξιωματικού που θα στελεχώνονταν από κάποιον που δεν ανταποκρίνονταν στις αυστηρές απαιτήσεις της θέσης. Σε αντίθεση με τη νοοτροπία αυτή, οι Αμερικανοί παρήγαγαν αξιωματικούς μαζικά, με μικρή εκπαίδευση και ελαστικά κριτήρια. Το αποτέλεσμα ήταν οι Γερμανοί να έχουν χαρακτηριστικά ικανότερους αξιωματικούς, οι οποίοι έχαιραν ιδιαίτερης εκτίμησης από τους άντρες τους, όπως διαπίστωναν οι Αμερικανοί, σχεδόν έκπληκτοι, από τις ανακρίσεις των αιχμαλώτων ακόμη και μέχρι τις τελευταίες ημέρες του πολέμου. Το ίδιο δε μπορούσε να ειπωθεί για τους Αμερικανούς αξιωματικούς, μια κατάσταση που συνεχίζεται μέχρι τις ημέρες μας. Ο γερμανικός στρατός, ακόμη και στις τελευταίες ημέρες του δε γνώρισε φαινόμενο αντίστοιχο του fragging. Από την άλλη, το αυστηρό και χρονοβόρο σύστημα παραγωγής αξιωματικών του Γερμανικού Στρατού έγινε σοβαρό πρόβλημα από το '43 και μετά, όταν οι σωρευμένες απώλειες από τις εντατικές επιχειρήσεις στέρησαν από τους Γερμανούς έναν κρίσιμο όγκο αξιωματικών, πρόβλημα που οι αμερικανοί ποτέ δεν αντιμετώπισαν.
Που οφειλόταν η διαφορά αυτή; Σε ένα μείγμα αντιλήψεων εκάστου μέρος για τη φύση του πολέμου, ιστορικών επιρροών και κοινωνικής πραγματικότητας. Oι Γερμανοί από την εποχή του Κλαούζεβιτς, και πολύ περισσότερο μετά τον Α΄ΠΠ θεωρούσαν τον πόλεμο ως ένα χαοτικό φαινόμενο, στο οποίο ο έλεγχος και η διοίκηση είχε σαφή, περιορισμένα όρια, και στο οποίο ήταν κρίσιμη η αυτενέργεια και η πρωτοβουλία του κάθε επιπέδου διοικήσεως εντός μιας γενικής, κοινής κατεύθυνσης που είχε τεθεί άνωθεν. Για να μπορεί ένας οργανισμός να δράσει κατ΄αυτόν τον τρόπο, θα όφειλαν οι αξιωματικοί του στα διάφορα επίπεδα αφ' ενός να είναι ικανοί να αναπτύσσουν πρωτοβουλία, αφ΄ ετέρου να έχουν την απόλυτη εμπιστοσύνη των ανωτέρων τους ώστε αυτοί να τους επιτρέψουν τα αντίστοιχα περιθώρια πρωτοβουλίας. Από την άλλη, οι Αμερικανοί, έχοντας (μέχρι σήμερα) ενστερνιστεί τη γαλλικής προελεύσεως αντίληψη ότι η χαοτική φύση του πολέμου μπορεί να δαμαστεί μόνον με εξαντλητικό σχεδιασμό, με αυστηρό συγχρονισμό και με ασφυκτικό έλεγχο των δυνάμεων, αντιμετώπιζαν το κάθε κλιμάκιο ως απλό εκτελεστή των σχεδίων του ανωτέρου κλιμακίου του, και κάθε αξιωματικό κατ' ουσίαν εκτελεστή διαταγών βάσει καθορισμένων, τυποποιημένων διαδικασιών. Οι δύο αυτές αντιλήψεις οδηγούσαν και σε διαφορετικές απαιτήσεις παραγωγής αξιωματικών. Προφανώς, κανένας στρατός στο δόγμα του δεν απορρίπτει την αξία της πρωτοβουλίας, και κανένας στρατός δεν αρνείται την σημασία του σχεδιασμού και του ελέγχου και της διοικήσεως, όμως η διαφορά στην έμφαση διαφαίνεται τόσο στα κείμενα των δογμάτων όσο και στη στρατιωτική νοοτροπία του κάθε οργανισμού.
Αλλά η ανωτέρω διαφορά δε μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά στη στρατιωτική αντίληψη του κάθε οργανισμού, χωρίς να ληφθούν υπ' όψιν άλλες, εξ ίσου σημαντικές εξωγενείς παράμετροι. Έτσι, στον μεν Γερμανικό Στρατό υπήρχε έντονη η μνήμη και η παράδοση του φεουδαρχικού παρελθόντος του, που απέδιδε έναν αντίστοιχο ρόλο στον αξιωματικό, ενώ στις ΗΠΑ ο στρατός επηρεάστηκε εντονότατα από την υπουργία του Elihu Root, στις αρχές του 20ου αιώνα, ο οποίος εισήγαγε θεμελιώδεις μεταρρυθμίσεις στον οργανισμό του με έντονη την επιρροή των αντιλήψεων του φορντισμού και την οργάνωση μαζικής παραγωγής και τη λειτουργία μεγάλης κλίμακας οργανισμών. Τα κριτήρια επάρκειας των Γερμανών συνοδεύονταν από μία κοινωνικά αποδεκτή δυνατότητα απόρριψης εκπαιδευομένων σε κάθε στάδιο και σε κάθε επίπεδο, από την αρχική επιλογή μέχρι ακόμη και τα τελικά στάδια, γεγονός που ήταν απολύτως αδιανόητο – και φυσικά απαράδεκτο – στις ΗΠΑ.
Επί πλέον, δε, αυτών, οι δύο χώρες αντιμετώπιζαν διαφορετικό στρατηγικό περιβάλλον. Έτσι, οι ΗΠΑ ήταν μια ασφαλής απομονωμένη χώρα που καλείτο περιοδικά να επέμβει σε στρατιωτικές συγκρούσεις, και μέχρι τον Α' ΠΠ σχεδόν ποτέ σε μεγάλες – πλην του αμερικανικού εμφυλίου. Έτσι, υπήρχε μια πολιτική και κοινωνική άρνηση για την ύπαρξη μεγάλων ΕΔ, με αποτέλεσμα όποτε αυτές χρειάστηκε να εμπλακούν σε μεγάλους πολέμους (στον Α' ΠΠ και στον Β' ΠΠ) να χρειαστεί να επεκταθούν αιφνιδιαστικά και εσπευσμένα, με περιορισμένη δυνατότητα προσεκτικής προετοιμασίας των αξιωματικών, αλλά με άμεσες, πιεστικές ανάγκες. Σε αντίθεση, η Γερμανία από τη λήξη των Ναπολεόντειων Πολέμων απέδωσε μεγάλη έμφαση στην ύπαρξη ισχυρού στρατού, εν μέσω τρικυμιωδών κοινωνικών εξελίξεων, και ο στρατός αυτός έχαιρε μεγάλου κύρους στην κοινωνία. Έτσι, η μεγάλη προσέλευση και η μακρά παραμονή των αξιωματικών έδινε τη δυνατότητα για αυστηρή επιλογή και σχολαστική προετοιμασία.
Το βιβλίο του Creveld αναλύει συστηματικά και με οξυδέρκεια το σύνολο των χαρακτηριστικών του κάθε στρατού, αντιπαραβάλλοντας τα υποδειγματικά. Τα συμπεράσματα δεν αποτελούν απλή ακαδημαϊκή γνώση, αλλά θεμελιώδες κριτήριο για την εκτίμηση των στρατιωτικών οργανισμών μέχρι σήμερα.
Το γεγονός ότι στρατιωτικοί οργανισμοί που επηρεάστηκαν από το γερμανικό αρχέτυπο επιδεικνύουν συστηματικά και μέχρι τις ημέρες μας ανώτερη μαχητική ικανότητα από τους οργανισμούς που έχουν επηρεαστεί από το αμερικανικό αντίστοιχο θα πρέπει, ίσως, να μας προβληματίσει.
Working by numbers vs working by character. That would be the short version of this book on the difference between the US Army in WWII vs the German Army. This was the first book on military history that I read in which not a shot is fired! In this book you'll find no description of battles, operations or campaigns, it is all about the methods by which these two armies have recruited their soldiers, determined their abilities, trained them, led them, fed them, rewarded them, treated them when wounded. There is a significant difference between the German Army going for quality, leadership, comradeship, forging a bond between soldiers in a unit and giving the commanders freedom in the way they execute their missions ('auftragstactiek')on the one hand and the American Army using mass. Mass in firepower, mass in numbers, masses of statistics, treating their soldiers like well produced pieces of interchangeable equipment with little thought for the individual qualities of the soldier. This caused a lot of human wastage in units and has (according to Van Creveld) lengthened the war somewhat. In the German Army it forged a bond between soldiers that held even against the onslaught of 1943 - 1945 on the Eastern Front and later in the West, where German kept on fighting beyond all hope of winning the war or even winning a reasonable peace. But that fighting quality came at a price and Van Creveld mentions that price explicitly. For the German soldier it didn't matter for what cause he fought, it made formidable soldiers without much of a conscience.
The book is highly recommend for students of military history, but also for any modern manager who has more trust in the statistical data on his employees than in the quality, character and mission oriented freedom of work in his employees.
Ein sehr gescheites und interessantes Buch. Speziell das Kapitel über die Militärgerichtsbarkeit des deutschen Heeres und der US-Army. Beginnend mit "Ohne ein ordentliches Rechtssystem, das Gesetze schnell und wirksam durchsetzt, kann keine soziale Organisation" ... " funktionieren." (S.133), erfährt man dann, dass Fahnenflucht und Zersetzung der Wehrkraft die Hauptverbrechen waren die im deutschen Heer mit dem Tode bestraft wurden. Wegen Fahnenflucht alleine wurden während des zweiten Weltkriegs im deutschen Heer alleine 5302 Todesurteile ausgesprochen. Ungefähr 70% aller Urteile wurden vollstreckt (S.135). Die US-Army hat auf dem Kriegsschauplatz Europa (1942-1945) "nur" 443 Todesurteile gefällt und 70 vollstreckt. "Die richtige Einstellung zu den Untergebenen" war in der US-Army "eine Frage der Offiziersehre". Dann lese ich "Das deutsche Heer war eine vorzügliche Kampforganisation. Im Hinblick auf Moral, Elan, Truppenzusammenhalt und Elastizität war ihm wahrscheinlich unter den Armeen des zwanzigsten Jahrhunderts keine ebenbürtig." (S.189). Die Antwort auf die Frage warum das deutsche Heer den Zweiten Weltkrieg dann eigentlich verloren hat, habe ich in diesem Buch jedoch nicht gefunden. Schade. Nichtsdestotrotz, trotzdem 5 Sterne.
This entire review has been hidden because of spoilers.
In-depth study of the fighting power of Germany and the US Army of WWII. It dives into the question of what creates greater fighting power. Fascinating read.