"Μόλις ένιωσαν κυρίαρχοι των φτερών τους, κατάφεραν να απολαύσουν το τοπίο, τα κτήρια από ψηλά και το πολύχρωμο δάσος στον πάτο, και να παρατηρήσουν την αναρχία και την ανούσια ύπαρξη κάποιων πραγμάτων. Σκάλες καταμεσής που δεν οδηγούσαν πουθενά, γεφύρια ανάποδα στημένα, θεόρατες πόρτες ή παράθυρα δίχως τοίχους έπλεαν στο κενό και σε κάθε ύψος, βροχή που έφεγγε ασήμι, ενώ πού και πού θα συναντούσες μικρές σφαίρες φωτός που σαν ζωντανά πλάσματα θα στροβιλίζονταν τριγύρω σου, αθώα και παιχνιδιάρικα".
Ο Μανώλης Σιμιτσάκης ολοκληρώνει την τριλογία του με γενικό τίτλο: "Το Δέντρο του Άραϋ" με το βιβλίο Γ, τη "Φαντασία". Μέσα από μια περιπετειώδη διαδρομή, που τη χαρακτηρίζει η ταχύτητα, οι εναλλαγές σε σκηνές, οι σκέψεις και τα συναισθήματα, ο αναγνώστης καλείται να προβληματιστεί για τη ζωή και τις κατευθύνσεις που επιλέγουμε οι ίδιοι ή μας επιβάλλει η κοινωνία.
Ο κόσμος που έχει πλάσει ο Μανώλης Σιμιτσάκης είναι ιδιαίτερος, λεπτομερής και πολυδιάστατος, έτσι ώστε να δημιουργεί εικόνες και ερωτήματα δίχως να κουράζει ή να "επιβάλει" λύσεις. Κεντρικός χαρακτήρας για άλλη μια φορά ο Ιχώρ, ένα πλάσμα μοναδικό, που επιλέγει το συναίσθημα δίχως διαπραγμάτευση, ενώ ιδιαίτερο χρώμα δίνει και ο χαρακτήρας της Μαρίας.
Μου άρεσε πολύ το τέλος, ειδικά οι τελευταίες σελίδες, που οδηγούν σαν καλοζυγισμένα σκαλοπάτια τον αναγνώστη σε μια συνολική εκτίμηση του έργου δημιουργώντας μια γλυκόπικρη αίσθηση.