Ο Ασλάν Καπλάν ήτανε μάγκας μερακλής. Ένας ασυναγώνιστος ερωτύλος. Όπου έριχνε τη ματιά του άναβε φωτιές και το ’ξερε. Κι ήταν πάντοτε πρόθυμος να τις σβήσει. Είχε αξίες που τις πίστευε βαθιά και δεν τις πρόδιδε ποτέ: μπέσα, τιμιότητα, φιλία, φιλοπατρία, δικαιοσύνη. Κοντά σ’ αυτά και βαθιά πίστη στα πάθη του. Ο έρωτας ήταν το δυνατότερο, η ίδια η μοίρα του θαρρείς.
Σαλονίκη, Αύγουστος 1917. Το φλογερό και μοιραίο ρομάντζο ανάμεσα σε έναν Τουρκαλβανό, παλικαρά, καρδιοκατακτητή και ιδιότυπο εκφραστή της λαϊκής δικαιοσύνης, και μια Ισπανοεβραία, πεντάμορφη τραγουδίστρια του καφέ- αμάν, διωγμένη από τους κόλπους της σεφαραδίτικης κοινότητας. Φωτιά πυρπολεί τις ψυχές και τα σώματα των δύο εραστών εγκλωβίζοντάς τους σ’ έναν στρόβιλο εκρηκτικού πάθους, ενώ την ίδια στιγμή την πόλη κατακαίει η μεγάλη πυρκαγιά.
Ο μυθιστορηματικός φακός παρατηρεί στενά τις συνήθειες και τις αντιδράσεις των κατοίκων της πόλης, τις αναμεταξύ τους σχέσεις, την οικονομία, την πιάτσα, τα διασκεδαστήρια, τους τεκέδες, τα μοναστήρια, τα μπορντέλα. Ανασυστήνει έτσι την ανθρωπογεωγραφία των λαϊκών τάξεων της εποχής, με τις τρεις αλλόδοξες εθνότητες που συνιστούν τη βασική ταυτότητα της πόλης –Έλληνες, Εβραίους και Μουσουλμάνους– να συνυπάρχουν μεταξύ αυτονομίας και αλληλεπίδρασης, ταυτόχρονα με την πολυεθνική, «παρδαλή» Στρατιά της Ανατολής, που η κατοχική της παρουσία οδηγεί τον πληθυσμό σε αναταραχή.
Τον Θωμά Κοροβινη τον θεωρώ μια σπουδαία πένα/μορφη για τα ελληνικά γράμματα κ τις τέχνες γενικότερα , μια παρουσία που εκφράζεται ακριβώς στο ύφος που γουστάρω.. τύπου Ηλία Πετρόπουλου, Γονατά, Θωμά Γκορπα κτλ...
Εδώ απλά κάνει κοιλιά... Υπερθεματίζει και κουράζει
Τι μεγάλη απογοήτευση αυτό το βιβλίο! Δεν το πιστεύω! Το πήρα να το διαβάσω με τόσο μεγάλες προσδοκίες, να ζήσω εκείνη την περίοδο στην Θεσσαλονίκη, να περπατήσω στα στενά και τα σοκάκια της, ενώ η πόλη φλέγεται. Το υλικό που είχε ο Κοροβίνης ήταν εξαιρετικό αλλά δυστυχώς η ιστορία του Ασλάν Καπλάν ήταν πολύ αδύναμη. Πρώτα από όλα για μένα ο ήρωας ήταν μια καρικατούρα και έπειτα από που και ως που γενναίος παλικαράς; Η πόλη καιγόταν και δεν έκανε τίποτα από το να ερωτοτροπεί και το λέω κομψά με όλα τα πρόστυχα θηλυκά της πόλης. Οι ερωτικές σκηνές δυστυχώς περιγράφονται με πρόστυχο ύφος που με έκανε να αναρωτιέμαι, είναι αυτό λογοτεχνία τώρα; Κάτι τέτοια μόνο από την Δημουλίδου τα περιμένεις. Κρίμα γιατί τον Κοροβίνη τον συμπαθώ και περίμενα πολλά περισσότερα μετά τα αριστουργήματα "Γύρος του θανάτου", "'55" και "Σκίρτημα ερωτικόν" που διάβασα.
Η επιλογή του τίτλου του άρθρου δεν γίνεται τυχαία καθώς το μήνυμά του έχει διπλό σκοπό. Από τη μία τον δανειζόμαστε από την περσινή πετυχημένη εκδήλωση αναπαράστασης της πυρκαγιάς του 1917 στην πόλη της Θεσσαλονίκης, σε σκηνοθετική επιμέλεια των βραβευμένων In Flux ( Χάρης Πεχλιβανίδης - Κορίνα Βασιλειάδου). Από την άλλη ξαναθυμόμαστε τον αντίστοιχο στίχο λαϊκού άσματος που περιγράφει τον έρωτα. Τα δύο παραπάνω στοιχεία τυχαίνει να κυριαρχούν και στο νέο μυθιστόρημα του Θωμά Κοροβίνη «Ο θρύλος του Ασλάν Καπλάν» (εκδ.Άγρα).
Ο συγγραφέας μετά την εξαιρετική επιμέλεια του Ημερολογίου για τα 100 χρόνια από την απελευθέρωση της πόλης της Θεσσαλονίκης (εκδ.Μεταίχμιο) μετουσιώνει την αγάπη του και πάνω απ’ όλα τον πλούτο των γνώσεων και πληροφοριών που κατέχει γι’ αυτήν σ’ ένα ξεχωριστό μυθιστόρημα.
Θα λέγαμε ότι μετά το πολυδιαβασμένο και βραβευμένο «‘55», αποτελεί το δεύτερο μυθιστόρημα του συγγραφέα ως ένα άτυπο αφιέρωμα σε μία πόλη με αφορμή ένα ιστορικό γεγονός που ανέτρεψε τη ροή της ζωής της στον ιστορικό χρόνο. Χαρακτηρίστηκε ως έπος της πόλης, μιας πόλης που η πυρκαγιά του 1917 άλλαξε άρδην και «έσβησε» τον οριενταλιστικό της χαρακτήρα. Έτος κομβικό για τη χώρα καθώς βρισκόμαστε στα χρόνια του Εθνικού Διχασμού και η Θεσσαλονίκη αποτελεί το προπύργιο των Βενιζελικών.
Παράλληλα όμως με τα ιστορικά γεγονότα η πόλη δεν χάνει τους έντονους ρυθμούς της, την πολυπολιτισμική της ταυτότητα και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των κατοίκων της. Τόσο διαφορετικοί και τόσο όμοιοι, άτυποι πρόσφυγες που ζουν στην αγκαλιά της μάνας-Σαλονίκης είναι και οι ήρωες του βιβλίου. Για μια ακόμη φορά οι ήρωες του συγγραφέα δεν είναι σημαντικές ιστορικές πραγματικότητες, αλλά αντιήρωες και άνθρωποι της διπλανής πόρτας που βιώνουν τον αντίκτυπο γεγονότων με όλες τους τις εντάσεις και τα πάθη. Είναι ήρωες που μπορεί κανείς να ταυτιστεί μαζί τους.
Ο Κοροβίνης μέσα σε 27 κεφάλαια και με χρονικό πλαίσιο τις 32 ώρες που καίγονταν η πόλη τον Αύγουστο του 1917, μας παρουσιάζει ένα λαϊκό ρομάντζο, όπως χαρακτηρίζεται και από τον υπότιτλο του βιβλίου, ανάμεσα σ’ έναν Τουρκαλβανό και μια Ισπανοεβραία. Κορμός του μυθιστορήματος είναι το πάθος του έρωτά τους, ο οποίος τους οδηγεί στα άκρα και στο τέλος καίγονται εξαιτίας του μεταφορικά, αλλά παράλληλα με την κυριολεκτική καταστροφή της πόλης. Ωστόσο , ο συγγραφέας εκτός από παραμυθάς της Ανατολής, αποδεικνύεται και εξαιρετικός λαογράφος και τοπιογράφος. Με έναν γλωσσολογικό αλλά και περιγραφικό πλούτο μας παρουσιάζει σε κεφάλαια-παρακλάδια όλη την χαμένη εικόνα της Θεσσαλονίκης πριν το 1917.
Οι διαφορετικές κοινότητες-εθνότητες-φυλές που ζούσαν σ’ αυτήν, οι καθημερινές τους συνήθειες, η συνύπαρξη τόσων γλωσσών και θρησκειών, τα λιθόστρωτα στενά, τα στέκια, οι αγορές και οι στοές, οι καφενέδες, τα λουτρά, οι πολύβουες ταβέρνες, οι οίκοι ανοχής, οι λαϊκές θυμοσοφίες και οι μαγγανείες, γεύσεις και αρώματα σ’ ένα τεράστιο σταυροδρόμι πολιτισμών όλα αυτά συνυπάρχουν μοναδικά και παρουσιάζονται, αν και μυθοπλαστικά, αυθεντικά και ζωντανά μέσα από τις σελίδες του βιβλίου. Ο Κοροβίνης δεν έχει μόνο ταλέντο στο να ταξιδέψει τους αναγνώστες του σ’ ένα οριενταλιστικό παρελθόν, αλλά και στο να εκφράσει μεγάλες αλήθειες που έγιναν πραγματικότητα, ακόμα και αν πονάνε, και φτάνουν μέχρι το σήμερα.
Από το ζήτημα του μεγαλείου και του πλούτου της πόλης που θα χαθεί, στον χαρακτηρισμό της ως προσφυγομάνα, μέχρι και τις πολιτικές εξελίξεις που καθορίζονταν και επηρεάζονταν πάντα από τα νότια της χώρας. Είναι αλήθεια ότι είναι στο χέρι του καθενός «αυτή την πόλη να την απολαύσει και να καζαντίσει» όπως τονίζει και ένας από τους ήρωες και ο συγγραφέας για μια ακόμη φορά μας μυεί με τον καλύτερο τρόπο στα μυστικά μιας πόλης που ακόμα δεν τα έχουμε ανακαλύψει όλα.
Δυο λογια για το βιβλίο το οποίο μου φάνηκε κάπως άνισο θα έλεγα μάλλον, καθώς με άφησε να αμφιταλαντεύομαι αν τα θετικά κατ' εμέ στοιχεία υπερτερούν σε σχέση με αυτά που δεν με συγκίνησαν τόσο. Επίσης δεν είμαι σίγουρος με ποιου είδους προσέγγιση θα έπρεπε να το κρίνει κανείς, με βάση αυτή του φόντου μέσα στο οποίο διαδραματίζεται η πλοκή, ή αυτή της καθεαυτού ιστορίας. Υποψιάζομαι δε, πως μάλλον αν το κάνει κάποιος στηριζόμενος στο δεύτερο θα είναι άδικο.
Ως κάτοικος γέννημα θρέμμα αυτής της πόλης, οφείλω να ομολογήσω πως η κοινωνικο-ιστορική απόδοση της εποχής είναι εξαιρετική. 1917, η θεσσαλονίκη πρόσφατα επιτέλους απελευθρωμένη από τον Οθωμανικό ζυγό, οι μέρες της μεγάλης πυρκαγιάς, μέσα από ένα πραγματικά πολυφελετικό και πολιπολιτισμικό περιβάλλον, είναι στοιχεία που συνθέτουν ένα φανταστικό καμβά. Ο Κοροβίνης αποδεικνείεται μέγας γνώστης του ιστορικού πλαισίου και της κοινωνίας της εποχής και φαντάζομαι πως θα έκανε μεγάλη έρευνα πάνω στο θέμα, όπως και να έχει το αποτέλεσμα είναι καταπληκτικό, η αναβίωση της τότε εποχής μέσα από εικόνες είναι φανταστική και επί της ουσίας θεωρώ πως η πόλη είναι ο πρωταγωνιστής του έργου του.
Από εκεί και πέρα δυστυχώς νομίζω πως η ιστορία που εκτυλίσσεται είναι αρκετά άοσμη και άχρωμη, δεν διέκρινα καμιά ένταση, κανένα μεγάλο πάθος, τίποτα το τόσο μοιραίο όσο περιγράφει η περίληψη του βιβλίου σε σχέση με το ειδύλλιο που αναπτύσσεται μεταξύ των δυο κεντρικών ηρώων και το τέλος αρκετά μελοδραματικό. Αλλα το μεγαλύτερο παράπονο μου μάλλον ήταν πως η καταστροφική πυρκαγιά των ημερών περνάει τόσο άτονα μέσα στις σελίδες που θα νόμιζε κανείς πως ήταν κάτι που πέρασε και δεν ακούμπησε, τουλάχιστον μια τέτοια αίσθηση αποκόμισα ως το τέλος.. Παρόλα αυτά δεν θα αποθάρρυνα κάποιον απο το να το διαβάσει, τουλάχιστον για το φόντο της εποχής αξίζει και με το παραπάνω.
Το βιβλίο με κούρασε.Διαβάζοντάς το είχα την αίσθηση ότι ο συγγραφέας έγραψε ένα βιβλίο με πρόσχημα μια ερωτική ιστορία, για να μιλήσει για αυτό που πραγματικά τον ενδιέφερε, τη Θεσσαλονίκη του 1917. Έτσι εξηγούνται και όλοι αυτοί οι ατέλειωτοι στιλιζαρισμένοι διάλογοι από το πουθενά, που δείχνουν να μην ενδιαφέρουν ούτε καν αυτούς μεταξύ των οποίων γίνονται. Πρόκειται για πληροφορίες που παρατίθενται η μία μετά την άλλη, χωρίς να υπάρχει πειστική αφορμή που να δικαιολογεί την αναφορά τους. Ο ήρωας από την άλλη, εμφανίζεται εξωπραγματικός. Μα άλλη δουλειά δεν είχαν στη Θεσσαλονίκη να κάνουν, παρά μόνο να θαυμάζουν τα κάλλη του παλικαρά, τον οποίο όλες βλέπουν και λιγώνονται, ξεχνάνε το όνομά τους και πάνε μαζί του χωρίς άλλη σκέψη. Οι ερωτικές δε σκηνές εξίσου από άλλο κόσμο. Η καθεαυτό ερωτική πράξη είναι μη ρεαλιστική όσο δεν παίρνει. Λυπάμαι, περίμενα κάτι καλύτερο από αυτό που διάβασα.
Ενδιαφέρουσα περιγραφή της πολυπολιτισμικής ατμόσφαιρας και ανθρωπογεωγραφίας της Θεσσαλονίκης των αρχών του 20ου αι. Ανακάτεμα λαών, πολιτισμών, γλωσσών και θρησκειών στον απόηχο σημαντικών ιστορικο- πολιτικών γεγονότων με φόντο τη μεγάλη πυρκαγιά του 1917. Ωστόσο, τις συχνές λυρικές εξάρσεις στην περιγραφή και αφήγηση θα τις χαρακτήριζα λιγωτικές και ενίοτε κάπως κουραστικές.
Στο βιβλίο αυτό ο Κοροβίνης μιλά για την Θεσσαλονίκη του 1917 με φόντο την μεγάλη φωτιά. Έμαθα πολλά για την ιστορία της πόλης καθώς και για το πόσες λέξεις/εκφράσεις που χρησιμοποιούμε ακόμα και σήμερα προέρχονται από τα Τούρκικα.
Δυστυχώς ο Ασλάν Καπλάν ως ήρωας ήταν σχεδόν αδιάφορος και οριακά ατελής ως χαρακτήρας. Οι ήρωες ταξίδευαν στην πόλη με ταχύτητες φωτός και μου φάνηκε αρκετά δύσκολο να ακολουθήσεις το χρονοδιάγραμμα της ιστορίας. Προς τις τελευταίες σελίδες κατάλαβα ότι όλη ο πλοκή διαδραματιζόταν σε διάστημα μόλις 32 ωρών.
Αξίζει να διαβαστεί αν κάποιος θέλει να μάθει περισσότερα για το πως ήταν η πόλη στις αρχές του 20ου αιώνα .
Η ιστορία έχει ένα σχετικό ενδιαφέρον στην Θεσσαλονίκη του 1917 όπου συνυπάρχουν κάτοικοι διαφορετικών εθνικοτήτων και θρησκειών. Οι συνεχείς παραπομπές για επεξήγηση γλωσσικών ιδιωμάτων που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας για να δώσει το κλίμα και τις συνθήκες που επικρατούσαν και οι λεπτομερείς περιγραφές περιοχών, δρόμων και καταγωγιών, προσώπων και καυγάδων με κούρασαν φοβερά με αποτέλεσμα να παραλείπω ολόκληρες σελίδες