Ιστορίες που προϋποθέτουν προσεκτική ματιά πάνω σε πρόσωπα και γεγονότα ξεχωριστού ενδιαφέροντος. Στιγμιότυπα από την καθημερινή ζωή ιδωμένα με διάθεση ειρωνική και χιουμοριστική, που κάποτε ερωτοτροπεί με το ανέκδοτο. Τα πράγματα έγιναν όπως περιγράφονται, ίσως και διαφορετικά, μπορεί όμως και να επινοήθηκαν ή να υλοποιήθηκαν με το συνταίριασμα φαντασίας και πραγματικότητας. Λόγος πυκνωμένος, που εστιάζει στο απλό και στο αλλότριο και εκτείνεται άλλοτε σε ελάχιστες αράδες και άλλοτε σε λίγες ή περισσότερες σελίδες.
"Άκουσα πρόσφατα κάτοικο των πολύπαθων, κοντινών στη γειτονική τουρκική ακτή, νησιών μας να αφηγείται ότι πρόσφερε σε έναν Σύρο πρόσφυγα νερό και φαΐ και τον περιέθαλψε. Εκείνος, φεύγοντας, του είπε: "Δεν έχω τίποτε να σου δώσω για να σε ευχαριστήσω. Πάρε, σε παρακαλώ, το κλειδί του σπιτιού μου στη Συρία· αυτό έχω μόνο". Πρόσφερε τη μοναδική αυταπάτη του, ότι θα μπορούσε τάχα να γυρίσει κάποτε πίσω."
Η Μαρία Στασινοπούλου γεννήθηκε στην Καλαμάτα το 1945. Σπούδασε ιστορία και αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Εργάστηκε ως φιλόλογος στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Ασχολείται με τη μελέτη και την κριτική της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Κείμενά της έχουν δημοσιευτεί στον ημερήσιο και τον περιοδικό Τύπο της Ελλάδας, της Κύπρου και του εξωτερικού.
Αν το βιβλίο αυτό είχε γεύση θα ήταν μαύρη σοκολάτα. Κάθε ιστορία έχει ένα νοσταλγικό και γλυκόπικρο τόνο, ενώ δεν λείπει το χιούμορ και η λεπτή ειρωνεία.
Οι ιστορίες του βιβλίου, σαν φυτά, διακλαδίζονται σε τρεις κατηγορίες: θάμνοι (11), πόες (16) και μπονσάι (29). Η έκτασή τους ακολουθεί το ύψος των φυτών˙ από λίγες σελίδες μέχρι λίγες γραμμές, ούτε καν μισή σελίδα. Από εκεί παρελαύνουν άνθρωποι του περιβάλλοντος της συγγραφέα, είτε ζωντανοί είτε πεθαμένοι, με φόντο κυρίως την Αθήνα και την Μεσσηνία.
Το θέμα της απώλειας σηματοδοτεί την αρχή και το τέλος του βιβλίου. Και στο ενδιάμεσο βρίσκονται οι ανθρώπινες σχέσεις, η νεότητα και τα γεράματα.
Ένα όμορφο, βιβλίο για το πέρασμα του χρόνου και την προσπάθεια του ανθρώπου να συμφιλιωθεί μ’ αυτό.
Συναρπαστική συλλογή από μικρά διηγήματα, όλα διαλεγμένα ένα κι ένα. Σφιχτή, μεστή γραφή, λέξεις σοφά διαλεγμένες (δεν θα άλλαζα ούτε μισή), σοφά "κλεισίματα". Μου θύμισε πάρα πολύ τον Ηλία Χ. Παπαδημητρακόπουλο, που αγαπώ. Θα το ξαναδιαβάσω, πολλές φορές, είμαι σίγουρη από τώρα.
Δεν είδα ούτε ιδιαίτερη προσωπική ματιά, ούτε ιδιαίτερη φροντίδα στο λόγο. κ.α. που αναφέρονται. Πρόκειται για μικρές ιστορίες, με αδιάφορο περιεχόμενο και εκφορά και με παντελή έλλειψη κάποιου προσωπικού ύφους. Όλα τα αφηγήματα ήταν φλατ και αδιάφορα, με μικρές παρενθέσεις όπου υπάρχει μια προσπάθεια εντυπωσιασμού μέσω λογοπαιγνίων ή κακής/αφελούς ειρωνείας, η οποία καταντά σχεδόν ενοχλητική.
Απορώ πως και γιατί προωθήθηκε τόσο το βιβλίο αυτό.
Γραφή καλή, φροντισμένη. Συμπαθητικές ιστορίες, αλλά μέχρι εκεί. Κάπως σαν να τις έχεις ξαναδιαβάσει / ξανακούσει, μου έβγαλαν μια ανία. Πολύ "τακτοποιημένα" όλα. Χρειάζεται και ένα πάθος στο γράψιμο για να συνεπάρει.