Welcome to Wonderland! (κάποιες σκέψεις για την ‘’Κοιλάδα του Πράσινου Κρυστάλλου’’ της Χρύσας Αναστασίου)
Πιστεύω έχω διαβάσει αρκετό εγχώριο φάντασι για να έχω μία καθαρή εικόνα ως προς το πού κυμαίνεται. Καλώς ή κακώς, ακολουθώντας τα μοτίβα του εξωτερικού, μας φανερώνεται ένα τετράπτυχο: οι μαθητές του Τόλκιν, οι μαθητές του Κινγκ, οι μαθητές της Ρόουλινγκ και οι τρελοί του χωριού. Οι πρώτες τρεις κατηγορίες αποτελούν την συντριπτική πλειοψηφία και –όπως και στα εξωτερικά- η μειοψηφία -και δηλαδή ότι δεν μπορεί να μπει κάτω από την ομπρέλα του Πένιγουάιζ, την ομπρέλα του Μπίλμπο και την ομπρέλα του Χάγκριντ- μπαίνει στην τέταρτη κατηγορία.
Η Χρύσα Αναστασίου, με το σπαθί της, μπαίνει στην τέταρτη κατηγορία και αυτό μόνο την τιμά! Το ντεμπούτο της είναι φρέσκο, γεμάτο φαντασία και πραγματικά ανάσα δροσιάς για τον αναγνώστη που λατρεύει την σκηνή!
Αγάπησα, πραγματικά, όλους τους χαρακτήρες, γιατί μας δόθηκε χρόνος να αναπτύξουμε τέτοια συναισθήματα. Τα κεφάλαια είναι μεγάλα και χορταστικά, περνάμε αρκετό χρόνο με την καθημερινότητά τους, ο ρυθμός είναι αψεγάδιαστος. Δεν υπήρχαν κεφάλαια τρισέλιδα, η δράση δεν βιαζόταν να ‘’χωθεί’’, γινόμασταν μέρος των μικρών κοινοτήτων που περιγράφονταν, συμπονούσαμε τα δεινά τους και πανηγυρίζαμε με τις επιτυχίες τους.
Η ηρωίδα, η Ίζαμπελ, είναι τρομερά συμπαθής, παρά την στενομυαλιά και το πάθος της, που ώρες-ώρες διώχνουν στην άκρη το τι θα ήταν ασφαλές. Είναι μια κοπέλα που φλέγεται εσωτερικά και όσα θέλει να καταφέρει είναι μεν λογικά, αν και με μία δόση τρέλας. Έχοντας κατά νου το περιορισμένο περιβάλλον που γαλουχήθηκε, ήταν πολύ ‘’αληθινό’’ το να ποθεί μία περιπέτεια και δεν με εξέπληξε το νεαρό της ηλικίας της (πολλές φορές, το πάθος της εφηβείας, δεν το ξανάχουμε ποτέ!).
Η Νόρα και ο Ντάνιελ ήταν πολύ πιστευτά και ολοκληρωμένα sidekicks. Η Νόρα πραγματική φίλη και ο Ντάνιελ ρομαντικός και παθιασμένος όσο και η Ίζαμπελ. Μου άρεσε ιδιαίτερα το γεγονός ότι η Νόρα, αν και παρουσιάζεται φοβική ή ανασφαλής σε κάποια κεφάλαια (ως αναφορά την λήψη αποφάσεων) ήταν η ήρεμη δύναμη της τριάδας και ομολογώ, ότι μαζί με τον Τσαρλς, ίσως να ήταν ο αγαπημένος μου χαρακτήρας. Ειδικά το ότι πατάει πόδι στο τέλος.
Η ιδέα των αυτομάτων –Λούσιαν, Άιρον και ενός άλλου που αποκαλύπτεται- ήταν πανέμορφη και μου άρεσε πάρα πολύ ο τρόπος που είχαν γραφτεί και τα τρία αυτόματα, τόσο οι διαφορές όσο και οι ομοιότητές τους. Η Αϊλήν και ο Τομπάιας, σαν γονεϊκές φιγούρες, ήταν πάλι, ιδανικά πλασμένοι, μα η επιφυλακτικότητά τους σε αντίθεση με το πάθος των νεαρών, με έκανε κάποιες στιγμές να νιώθω όπως ένιωθα με την Σκάιλερ στο Μπρέηκιν Μπαντ (ναι, έχει όλα τα δίκαια του κόσμου και είναι η φωνή της λογικής, αλλά φύγε από εδώ, μη μας πρήζεις). Η Σκάι και ο Τζεφ, σαν στερνή προσθήκη ήταν περιπετειώδεις και γεμάτοι ενέργεια και κύρος, όπως τους ήθελε ο ρόλος τους, ενώ τα συναισθήματά μου για την Μαίρη Άνν, είναι όμοια με την Αϊλήν και τον Τομπάιας, μα σίγουρα με εκνεύριζε περισσότερο σε κάποιες σκηνές.
Δε θέλω να κάνω σπόιλερς, γι’ αυτό και ίσως να μη βγάζουν πολύ νόημα οι άνωθεν αοριστίες σε όποιον δεν το έχει διαβάσει, μα πραγματικά θα ήθελα -αν κάποιος λαμβάνει υπόψιν αυτά τα κατεβατά μου- να του δώσει μία ευκαιρία: είναι πραγματικά παραμυθένιο, γεμάτο συναισθήματα και χρώματα και έχει μία ευγένεια και μία αγνότητα που με έκαναν να νιώθω παιδί! Σκηνές με το αυτόματο σκύλο να κυνηγά κότες ή στοιχήματα παιδιών για το ποιος θα κλέψει μία μπανάνα από τον τρελοπήθικο ή βόλτες στην αγορά και βαρεμάρα στην σχολή ήταν αυτές που δεν χόρταινα για κάποιο λόγο! Ενώ από την μέση του βιβλίου και μετά (από την αποκάλυψη του Ριντ) απλά δεν μπορείς να το αφήσεις! Ήταν όλο κάτι καινούριο και με ενθουσίασε! Δεν είχε την βιαιότητα ή τους ρυθμούς που έχουμε συνηθίσει, ούτε την ίδια ‘’μουντίλα’’ χρωμάτων που κυριαρχεί στα περισσότερα φάνταζι, ούτε κλείνοντας το βιβλίο –με την αδρεναλίνη να σιγά- δεν νιώθουμε χαομένοι ή ότι δεν ξέρουμε τους ήρωες γιατί τους είδαμε μόνο να σφάζουν και να μαχαιρώνουν δεξιά και αριστερά…
Αλλά, ας περάσουμε στα αρνητικούλια. Γιατί ομολογώ, έπρεπε να κλείσω το βιβλίο και να το σκεφτώ λίγο για να εντοπίσω τα αρνητικά. Έχω καμία ώρα που έχει γίνει αυτό και τώρα, μετά το τέλος, εμφανίστηκαν κάποια ‘’πλήγματα’’ (φανταστείτε πόσο μαγευτική είναι η αφήγηση που δεν τα εντόπιζα όσο το διάβαζα!). Πρώτον: αν δεν έχει συνέχεια, είναι λειψό ως αναφορά τον κόσμο. Είναι περιορισμένος και σε κάνει με το πέρας της ανάγνωσης να απορείς ή αν όλα είναι τόσο κοντά μεταξύ τους ή αν δεν υπάρχει τίποτε άλλο πέρα από τα τρία μέρη που περιγράφονται και το ένα που αναφέρεται. Κάποιοι χαρακτήρες σηκώνουν παραπάνω άνοιγμα επίσης. Δεύτερον: δεν είμαι ο άνθρωπος ή ο αρμόδιος που θα μιλήσει για αγγλισμούς (έχω έναν χαρακτήρα που χρησιμοποιεί την λέξη ‘’χάνω το κουλ μου’’ και έχω και ολόκληρη εξήγηση γιατί δεν αλλάζει αυτή η φράση και γιατί δεν λέει ‘’χάνω την ψυχραιμία μου’’) αλλά κάποιοι μου κλώτσησαν. Περισσότερο τα ‘’κοίταξε πίσω’’ ‘’αγκάλιασε πίσω’’ κλπ. Ναι, πολλοί από εμάς όταν γράφουμε σκεφτόμαστε κάποια πράγματα στα αγγλικά (καλώς ή κακώς) μα δεν το προσάπτω τόσο στην συγγραφέα όσο στην επιμέλεια (επίσης, πάνω στο θέμα της επιμέλειας, με τα [Χ] τι φάση; Μου πήρε πολλές σελίδες για να καταλάβω ότι δεν είναι κάποια κρυφά στοιχεία που έβαζε η συγγραφέας αλλά απλά τυπογραφικό λάθος!). Στο προηγούμενο σημείο μπαίνει και τα ‘’λαθάκια’’: ‘’βλασφημώντας τον εαυτό της’’ και ‘’ξεμπλέξει την βαβούρα από εξαρτήματα’’. Τρίτον: μου φάνηκε εγκληματική η έλλειψη δύο σκηνών (η Νόρα να τα βρίσκει με την Μαίρη Ανν και ο Ντάνιελ με τον πατέρα του) από την στιγμή που είχαμε την κατάληξη που είχαμε με την Σέσιλι (δεν λέω περισσότερα και ίσως να είναι και καθαρά προσωπικό θέμα αυτό). Και τέλος: το βιβλίο, ίσως να κουράσει κάποιους σε αντίθεση με εμένα, ως προς το γεγονός ότι από την μέση και μετά αρχίζει να ανεβάζει ρυθμούς. Με το δυναμικό ξεκίνημα και με τον τίτλο, ίσως να παραπέμπει σε παραπάνω δράση και αναζήτηση, μα μέχρι την μέση δεν γίνονται όσα θα φανταζόμασταν.
Βέβαια, αυτά είναι προσωπικές ‘’ελλείψεις’’ και πιθανά αρνητικά που εντόπισα, μα αλήθεια, δεν του αφαιρούν τίποτε. Με έκανε να νιώσω όπως ένιωθα όταν έβλεπα το ‘’αστέρι του βορρά’’ και την ‘’χαμένη ατλαντίδα’’ ή όπως όταν διάβαζα ‘’τα χρονικά του Σπάιντεργουικ’’ και ‘’Οδυσσέα Μουρ’’ και πραγματικά απόλαυσα κάθε σελίδα. Θα ήθελα πάρα πολύ μία συνέχεια, ίσως με τους ήρωες δέκα χρόνια μετά ή κάτι παρόμοιο, αλλά με το ΤΕΛΟΣ στο τέλος, είναι απόλυτα κατανοητό αν η συγγραφέας θέλει να προχωρήσει σε κάτι άλλο.