Απρίλιος 1980. Ο Θεόδωρος Κεντρωτάς θέτει τέρμα στη ζωή του σ’ ένα πάρκο της Γενεύης, κοντά στην ατάραχη λίμνη και στις χιονισμένες κορυφές των Άλπεων.
Απρίλιος 1820. Ένας πρόγονός του, με το ίδιο όνομα, ανασύρει απ’ το χωράφι του σ’ ένα νησί του Αιγαίου μια γυμνόστηθη μαρμάρινη γυναίκα. Την ερωτεύεται έως συντριβής.
Μη με αφήσεις να σε αφήσω. Ίνα τι με εγκατέλιπες;
Η ομορφιά που θα σώσει τον κόσμο έχει κάτι το συγκλονιστικό. Τρέλα, παραλήρημα, πόθος κατοχής, τρόμος εγκατάλειψης σημαδεύουν τη ζωή πέντε γενεών.
Η ιστορία που δεν τελειώνει θα μεταμορφωθεί στα χέρια ενός πεντάχρονου κοριτσιού.
Ο Έλληνας ασθενής συνομιλεί με τη φθορά: Εγώ είμαι αυτό το μάρμαρο, δεν έχω ηλικία. Αυτό που λείπει με κάνει να ζω.
Άλλωστε, το τέλος είναι ένα ψέμα. Να πεθαίνεις είναι να φεύγεις για λίγο.
Πρόγονος,παππούς,εγγονός και δισέγγονος φέρουν το ίδιο όνομα στην ιστορία που εκτυλίσσεται.Ο Θεόδωρος Κεντρωτάς βρίσκει το άγαλμα στο χωράφι του και αποφασίζει να το πουλήσει στους ξένους για να καταφέρει να συντηρήσει την οικογένεια του.Το φημισμένο άγαλμα που βρίσκει είναι η Αφροδίτη της Μήλου.Στη παρουσίαση του βιβλίου η κυρία Τσαλίκογλου δήλωσε ότι ήταν ο λόγος της έμπνευσης της ο μύθος γύρω από το φημισμένο άγαλμα που λέει ότι ο αγρότης που το ανακάλυψε το ερωτεύτηκε λόγω της απαράμιλλης ομορφιάς του.Αυτό το γεγονός εκτυλίχθηκε το 1820.
Είκοσι χρόνια μετά ο γιος της κόρης του αγρότη γίνεται πατέρας και το παιδί του παίρνει το όνομα του παππού του.Ο Θεόδωρος γίνεται δάσκαλος ζει τις εφιαλτικές σκηνές του πολέμου(1919-1922)όπου τον επηρεάζει στη μετέπειτα ζωή του.Αποφασίζει στη συνέχεια να μεταναστεύσει με το γιο του στην Ελβετία λόγω της αμαύρωσης του ονόματος του από τους συγχωριανούς του.Τέλος ο γιος του το 1980 ταξιδεύει στη Γενεύη για να παραλάβει τη σορό του πατέρα του.Ο πατέρας του δεν έφυγε από φυσικά αίτια αλλά αυτοκτόνησε.
Πέρα από το μυθοπλαστικό κομμάτι και την ιστορία που κουβαλάει το όνομα σε κάθε χρονική περίοδο αυτό που έχει ιδιαίτερη σημασία είναι ότι επικεντρώνεται στο ψυχισμό του καθένα μας.Κύριο αίτημα στη ζωή μας είναι να αγαπηθούμε και να είμαστε αρεστοί και αποδεκτοί στο κοινωνικό σύνολο.Φράσεις που μαρτυρούν αυτήν την επιθυμία είναι το 'Μίλησε μου"που λέει ο αγρότης στο άγαλμα και μετά από κάποια χρόνια ο διάλογος του γιου του αυτόχειρα στη Ζοέλ τη ψυχολόγο της κλινικής("Ο πατέρας μου ήταν κάποιος που ήθελε ένα σπίτι και κάποιον μέσα εκεί να αγαπάει").
Κάθε βιβλίο της κυρίας Τσαλίκογλου με αγγίζει γιατί εισχωρεί στο ψυχισμό της ανθρώπινης ύπαρξης.
΄"Να πεθαίνεις είναι να φεύγεις για λίγο. Λίγο μόνο. Ο θάνατος κρύβει μια μικρή αναχώρηση"
Ο Έλληνας Θεόδωρος Κεντρωτάς θέτει τέρμα στη ζωή του, όποια ζωή του είχε απομείνει μέσα στους τέσσερις τοίχους ενός ψυχιατρείου πολυτελείας στην Ελβετία. Η ιστορία του, γυρνά πίσω γενεές και με τρόπο αριστουργηματικό διατρεχει την πρόσφατη ελληνική ιστορία, την φτιαχμένη από μάρμαρο και σιωπές, την ποτισμένη με ψυχικές ανάγκες ανείπωτες. "Ισως νιώσατε ότι τίποτα δεν αρκεί για να καταλάβετε γιατί ένας άνθρωπος αυτοκτονεί¨ σκέφτεται ο γιός του όταν πληροφορείται τα νέα. "Ο αυτόχειρας που νοσηλευόταν στην κλινική μας είναι κάποιος που ήθελε ένα σπίτι και κάποιος εκεί μέσα να τον αγαπάει. Ποιός μπορεί να εξασφαλίσει σε κάποιν ένα σπίτι και κάποιον εκεί μέσα να τον αγαπάει?"