Δώδεκα διηγήματα για τη θέση της γυναίκας και τους διάφορους ρόλους της, την έννοια της ταυτότητας, το πέρασμα από την εφηβεία στην ενηλικίωση, τη μοναξιά στην τρίτη ηλικία, τον φυλετικό ρατσισμό, τη σύγκριση του παρόντος με το παρελθόν. Όλα τα παραπάνω είναι τοποθετημένα σ’ έναν κοινό άξονα, αυτόν της ελληνικής επαρχίας του σήμερα και του χθες. Μιας επαρχίας που αλλάζει μέσα στα χρόνια, αφομοιώνει αστικά στοιχεία, όμως πάντα διατηρεί τις παραδόσεις, τις δοξασίες και την ταυτότητά της ζωντανή. Η γλώσσα είναι άμεση και απλή, με έντονα στοιχεία προφορικότητας, και ενίοτε εμπλουτίζεται με το μυτιληνιό ιδίωμα.
Η Γεωργία Τσουκαλοχωρίτη γεννήθηκε το 1994 στην Αθήνα. Ολοκλήρωσε τις σπουδές της στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών, στο τμήμα Αγγλικής Γλώσσας και Φιλολογίας. Επίσης ολοκλήρωσε τη διετή φοίτηση δημιουργικής γραφής στο εργαστήρι «Tabula Rasa» καθώς και στο ιδρύμα «Τάκης Σινόπουλος». Προς το παρόν, ολοκληρώνει τις σπουδές της πάνω στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα «Κοινωνικές Νευροεπιστήμες και Κοινωνική Παιδαγωγική» του Παιδαγωγικού τμήματος του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου. Αρθρογραφούσε στην τοπική εφημερίδα της Λέσβου «Εμπρός» και αρθρογραφεί στο τοπικό περιοδικό «Αντίλαλος της Βρίσας». Κείμενά της έχουν δημοσιευτεί σε διάφορες σελίδες, όπως 120lekseis.com, greekpoetics. Ένα διήγημά της κέρδισε στο διαγωνισμό της σελίδας 120lekseis.com και συμπεριλήφθηκε στο ηλεκτρονικό βιβλίο(e-book) που κυκλοφόρησε (Με κομμένη την ανάσα, Νοέμβριος 2015). Κυκλοφορούν επίσης δύο έντυπα βιβλία στα οποία υπάρχει και από ένα διήγημά της (12 ερωτικά εγκλήματα αναζητούν δολοφόνο, εκδόσεις iwrite, Αθήνα, Ιούνιος 2016), (Κόκκινη κλωστή δεμένη στων παππούδων την ανέμη, εκδόσεις ινφογνώμων,Αθήνα, Νοέμβριος 2017) καθώς και το βιβλίο "Τα φτερά του κόκκορα" (εκδ. Αλεξάνδρεια, Ιούνιος 2018).
ενδιαφέρον στα επιμέρους σημεία του, δεν με συνεπήρε καθώς όσοι έχουμε ζήσει στην ελληνική περιφέρεια αναγνωρίζουμε γνωστές καταστάσεις που αποδίδονται αποσπασματικά και, κάπως, χωρίς τη συνοχή και το νεύρο που θα αναδείκνυε τις κοινωνικές επιπτώσεις τους.
Μου άρεσε η αναφορά στις παιδικές αναμνήσεις της επαρχίας με έναν αθώο και παιδικό τρόπο. Ένιωσα λες κ διάβαζα ημερολόγιο παιδιού μόνο που ξέρω ότι ένα παιδί δε θα γράφε έτσι. Οπότε, από την μια εκτίμησα την απλότητα από την άλλη ίσως αυτό με έκανε να νιώσω ότι κάτι μου έλειψε.
Στην πρώτη κιόλας ιστορία γνώρισα την ανεπανάληπτη Φωτ'νάρα και την σκληρότητα των παιδιών. Ξεκινώντας με μία ιστορία ειπωμένη στο μυτιληνιό ιδίωμα θα μπορούσαμε πολύ γρήγορα να μιλήσουμε για ένα βιβλίο παραδόσεων, ηθών και εθίμων κλπ· για ένα ακόμη βιβλίο, δηλαδή, που καταγράφει με αρκετή πιστότητα ιστορίες μιας περιοχής, θρύλους αλλά και τις γλωσσικές διαφοροποιήσεις της περιοχής. Παρόμοια βιβλία έχουμε δει ξανά και ξανά και τα έχουμε αγαπήσει. Πόσο πιο ιδιαίτερο είναι, όμως, που ξαφνικά στη μέση της ιστορίας εμφανίζεται ένα μικρό ντροπαλό κοριτσάκι, το οποίο βλέπει τις καμπουριασμένες γριές του χωριού να αφηγούνται τρομακτικές ιστορίες στολίζοντας τον επιτάφιο· πόσο πιο ιδιαίτερο να νιώθουμε την ανατριχίλα του ή να ανακαλύπτουμε τους παιδικούς τρόπους κατασκοπίας και καταγραφής του αλλόκοτου, την παιδική οπτική για το τι είναι τρελό ή παράξενο! Εγώ αυτό κρατώ από το βιβλίο πιο πολύ, μαζί με την λέξη "μουρό" και "μουρά" ή "μουρέλια" στον πληθυντικό που τόσο μου άρεσε που δεν σημαίνει "μωρό" και "μωρά" αλλά "παιδιά" ή "νεαρά άτομα".