Οι 8 αφηγητές της συλλογής που κρατάτε στα χέρια σας, θα μιλήσουν για ιστορίες εγκλημάτων: Για ένα ερωτικό τρίγωνο που κάνει κακό στην υγεία, για μια βεντέτα με αθώα θύματα, για έναν παράξενο τύπο που καταδιώκει δεκαοκτάχρονους περιπτεράδες.
Οι σκέψεις και οι πράξεις των πρωταγωνιστών καθοδηγούνται συχνά από οργή. Από εκδικητική μανία. Από φόβο και διαστρεβλωμένη αντίληψη της πραγματικότητας.
Ποιος θα μπορούσε να προβλέψει τους θανατηφόρους κινδύνους που κρύβει μια συσκευή τηλεόρασης; Ποια ήταν τα βασανιστήρια που περίμεναν τα φωτισμένα μυαλά του Μεσαίωνα; Πόσο μακάβρια μπορεί να γίνει η συγκατοίκηση ενός αλκοολικού με μια εγγαστρίμυθη; Και τελικά, τι θα συμβεί όταν τo φάντασμα ενός αστικού μύθου επιστρέψει στο φυλάκιο που γεννήθηκε;
Ο Λευτέρης Μπούρος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1989 και μεγάλωσε στο Αγρίνιο. Το 2014 πήρε πτυχίο από τη σχολή Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Μηχανικών Η/Υ του ΕΜΠ και από τότε ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Διηγήματά του έχουν βραβευθεί και εκδοθεί σε συλλογικούς τόμους. Η πρώτη προσωπική του συλλογή με ιστορίες μυστηρίου (Ερασιτέχνες Δολοφόνοι, Εκδόσεις Πηγή) κυκλοφόρησε το 2018. Ήταν υποψήφιος για το βραβείο νέου λογοτέχνη 2018 από το λογοτεχνικό περιοδικό Κλεψύδρα.
Την κριτική μπορείτε να τη διαβάσετε και στο Agapi Reads.
Το βιβλίο “Ερασιτέχνες δολοφόνοι” που αποτελείται από 8 διηγήματα μυστηρίου του Λευτέρη Μπούρου έπεσε στα χέρια μου μέσω του Read for Greece. Πριν το αποκτήσω, ωστόσο, το είχα πετύχει ουκ ολίγες φορές σε βιβλιοφιλικές σελίδες και στο bookstagram και μου είχε κεντρίσει αρκετά το ενδιαφέρον το εξώφυλλό του αλλά και η θεματολογία του.
Παρ’ όλο τον ενθουσιασμό μου, έκρυβα -όπως πάντα- μέσα μου και μια μικρή επιφύλαξη. “Διηγήματα μυστηρίου”, σκέφτηκα – μα πόσο ωραία μπορεί να είναι; Εδώ άλλοι πασχίζουν να γράψουν ολόκληρα μυθιστορήματα με επιβλητική ατμόσφαιρα και αίσθηση αγωνίας και τελικά δεν τα καταφέρνουν, θα μπορέσει ένας πρωτοεμφανιζόμενος συγγραφέας να μας ανεβάσει τους παλμούς μέσα σε οκτώ μόλις ιστορίες; Ε κι όμως, τα κατάφερε και με μεγάλη επιτυχία.
Το πρώτο διήγημα δε με εντυπωσίασε πολύ και έχοντας συνηθίσει από άλλες συλλογές να διαβάζω στην αρχή τον “άσσο” του συγγραφέα, ένιωσα μεγάλη έκπληξη όταν συνειδητοποίησα ότι στους Ερασιτέχνες Δολοφόνους κάθε διήγημα είναι καλύτερο απ’ το προηγούμενο.
Δεν είναι μόνο η έξυπνη πλοκή που κάνει αυτά τα διηγήματα κάτι (πολύ) παραπάνω από αξιόλογα. Είναι οι χαρακτήρες, οι 8 δολοφόνοι – αφηγητές, οι οποίοι με έκαναν να απογοητευτώ που δεν είναι πρωταγωνιστές σε κάποιο μυθιστόρημα, γιατί μόλις ξεκινούσα να τους συνηθίζω, η ιστορία τελείωνε. Παρά τη μικρή έκταση, ο συγγραφέας κατάφερε να τους δώσει το κατάλληλο βάθος και να κάνει τον αναγνώστη να νοιαστεί για την τύχη τους.
Ο Μίμος, η Λυδία και Ο Άνθρωπος του Βάλτου ξεχωρίζουν όχι μόνο σε σύγκριση με τις υπόλοιπες ιστορίες του βιβλίου, αλλά και μέσα στο σύνολο των διηγημάτων που έχουν πέσει στα χέρια μου έως σήμερα.
Η γραφή του Λευτέρη Μπούρου έχει έντονες μυρωδιές και γεύσεις από αστυνομική λογοτεχνία και βιβλία τρόμου και σε συνδυασμό με τους πετυχημένους χαρακτήρες μας αφήνει μια δίψα για περισσότερα. Θα το πρότεινα ανεπιφύλακτα σε άτομα που απολαμβάνουν τις μυστηριώδεις πλοκές, την αστυνομική λογοτεχνία, αλλά και τη λογοτεχνία τρόμου.
Δυσκολεύομαι πολύ να πιστέψω ότι αυτή είναι η πρώτη του απόπειρα γραφής. Πάντως, έχω ένα προαίσθημα πως σε λίγο καιρό θα μιλάμε για τον Λευτέρη Μπούρο όπως μιλάμε σήμερα για τον Βαγγέλη Γιαννίση ή τον Κωνσταντίνο Κέλλη, οπότε σημειώστε το όνομά του και αναμείνατε…
Στη συλλογή διηγημάτων «Ερασιτέχνες δολοφόνοι - 8 ιστορίες μυστηρίου», ο πρωτοεμφανιζόμενος συγγραφέας Λευτέρης Μπούρος παρουσιάζει οχτώ καθημερινές -ή όχι και τόσο καθημερινές- ιστορίες εγκλημάτων, προσκαλώντας τον αναγνώστη να βαδίσει και ο ίδιος το μονοπάτι που χωρίζει έναν διαταραγμένο νου από ένα έγκλημα.
Ένας νεαρός γνωρίζει μια όμορφη γυναίκα σε ένα μπαρ και κάνει σχέση μαζί της, γνωρίζοντας πως εκείνη είναι παντρεμένη και δυστυχισμένη. Μήπως το να βγει ο σύζυγός της από τη μέση θα αποτελέσει την ιδανική λύση, προκειμένου οι δυο τους να ζήσουν ελεύθεροι τον έρωτά τους; Ένας άλλος νεαρός γράφει ένα μακροσκελές γράμμα στη μητέρα του, εξιστορώντας της την καθημερινότητά του, τη σχέση του με την κοπέλα του, το πώς περνάει τη μέρα του στη δουλειά, το πόσο του λείπει εκείνη μιας και δεν τη βλέπει πλέον τόσο συχνά. Γιατί η μητέρα του δεν τον έχει επισκεφτεί για τόσο πολύ καιρό, άραγε; Είναι αλήθεια πως, όταν πεθαίνεις, η ζωή σου ολόκληρη περνάει μπροστά από τα μάτια σου; Πως όλα όσα ονειρευόσουν πως θα κάνεις, όσα ήλπιζες πως θα ζήσεις, παίρνουν τη μορφή ταινίας στο μυαλό σου, ενώ πλησιάζει το τέλος; Και τι διαστάσεις μπορεί να πάρει άραγε μια βεντέτα χρόνων; Πώς αντιδράς, όταν νομίζεις πως έχεις αφήσει πίσω σου το παρελθόν και θέλεις να κάνεις μια νέα αρχή, όμως ανακαλύπτεις πως αυτό δεν είναι καθόλου εύκολο; Ποιες σκέψεις περνούν από το μυαλό κάποιου, όταν ετοιμάζεται να αντικρίσει το τέλος του με φρικτό τρόπο, όντας θύμα της Ιεράς Εξέτασης τον 16ο αιώνα, με την κατηγορία μάλιστα του αιρετικού; Τα καλοκαιρινά φλερτ αποτελούν συνηθισμένο μοτίβο διακοπών. Ο ήρωας της ιστορίας παρέβλεψε τα σημάδια που έδειχναν πως η ηρωίδα ήταν προβληματική, όπως κι αυτά που αφορούσαν την παράξενη κούκλα-εγγαστρίμυθο που είχε εκείνη συνεχώς μαζί της. Μια κούκλα που κουβαλά τη δική της ιστορία και μια παράξενη αύρα, που δεν προμηνύει τίποτα καλό. Πολλές φορές, όταν κάποιος υπηρετεί τη θητεία του, η ψυχολογία του μπορεί να είναι ιδιαίτερα φορτισμένη. Ειδικά όταν είναι μακριά από τους δικούς του και πλησιάζουν Χριστούγεννα. Τότε, ένα κατά τα άλλα ακίνδυνο καψόνι που γίνεται για πλάκα, μπορεί να λάβει τραγικές διαστάσεις. Και τέλος, πόσο μοιραία μπορεί να αποβεί μια απρόσεκτη, αυθόρμητη κίνηση για τη ζωή ενός ανθρώπου; Πόσο εύκολα μετατρέπει μια τέτοια κίνηση κάποιον σε δολοφόνο;
Οι οχτώ αφηγητές των ιστοριών καλούνται, μέσα σε λίγες σελίδες κάθε φορά, να παρουσιάσουν τον εαυτό τους, το συγγενικό και φιλικό τους περιβάλλον, αλλά και να αφηγηθούν την ιστορία τους, το πώς και για το γιατί έφτασαν οι ίδιοι στο έγκλημα (ή έγιναν μάρτυρες ενός εγκλήματος). Καθένας τους έχει τη δική του προσωπικότητα, κουβαλάει το δικό του παρελθόν και υποστηρίζει με τον δικό του τρόπο την αλήθεια του. Κάποιοι αναγκάστηκαν να φτάσουν στο έγκλημα· κάποιοι δεν συνειδητοποίησαν καν πώς έφτασαν μέχρι εκεί· κάποιοι άλλοι το προσχεδίασαν ή απλά βρέθηκαν στο λάθος μέρος τη λάθος στιγμή. Ο συγγραφέας έχει πλάσει με ιδιαίτερη φροντίδα τις ιστορίες του, κάτι που φαίνεται ολοφάνερα στην πλοκή τους. Έχει προσδώσει διαφορετική ταυτότητα στην καθεμιά, έτσι ώστε να δίνει το ξεχωριστό της στίγμα, να διαθέτει ποικιλία και να μην επαναλαμβάνεται το μοτίβο της, ώστε να νιώθει κάποιος πως διαβάζει τα ίδια και τα ίδια. Οπωσδήποτε ο αναγνώστης θα αγαπήσει κάποιες περισσότερο από κάποιες άλλες, όμως σίγουρα θα τις βρει όλες εξίσου ενδιαφέρουσες. Οι ήρωες είναι απλοί, καθημερινοί άνθρωποι. Θα μπορούσαν να είναι φίλοι ή συγγενείς μας, γνωστοί ή συνάδελφοι – θα μπορούσαν να είναι ο καθένας από εμάς. Τα όρια που διασχίζει κάποιος ώσπου να φτάσει στο έγκλημα είναι ιδιαίτερα λεπτά· αυτά της τρέλας, επίσης. Ξεκινώντας να διαβάζει κανείς τις ιστορίες αυτές, και ενώ ξέρει εξαρχής πως κάποιο έγκλημα εξυφαίνεται μέσα στις παραγράφους τους, νομίζει πως διαβάζει απλά, καθημερινά περιστατικά. Δεν αργούν όμως να τον παγιδεύσουν στον ιστό τους, με όπλα τους την καλογραμμένη αφήγηση, τις αναπάντεχες εξελίξεις, τις ανατροπές και την κλιμακωτή ένταση που οδηγεί στο πολλές φορές απρόσμενο -κι άλλες όχι και τόσο- τέλος. Σε κάποιες από αυτές συναντάται και το υπερφυσικό στοιχείο. Φαντάσματα που επιστρέφουν στον τόπο όπου βρήκαν φρικτό θάνατο, όπως υποστηρίζουν κάποιοι αστικοί μύθοι, ή που στοιχειώνουν άψυχα αντικείμενα, επιχειρώντας μέσω αυτών να πάρουν εκδίκηση. Όμως, το βιβλίο δεν χάνει ούτε στιγμή την αρχική του ταυτότητα· παραμένει μια συλλογή «ερασιτεχνών» δολοφόνων και πετάει το μπαλάκι της τελικής κρίσης στον αναγνώστη. Αυτός θα τις διαβάσει και στο τέλος, ως άλλος δικαστής, θα αποφασίσει για τη δίκαιη ή μη κατάληξή τους. Μετά τις εξομολογήσεις τους, που ορισμένες φορές μοιάζουν με πραγματική κατάθεση ψυχής, οι ήρωες βρίσκονται στα χέρια του.
Οι «Ερασιτέχνες δολοφόνοι» είναι μια ευχάριστη έκπληξη για τον κόσμο της αστυνομικής λογοτεχνίας, ένα ευρηματικό μπουκέτο από ενδιαφέρουσες ιστορίες που έχουν να πουν κάτι σημαντικό. Μια ξεχωριστή αναγνωστική πρόταση, η οποία αξίζει αναμφίβολα τον χρόνο και την προσοχή φανατικών του είδους και μη.
Η άποψή μου για το βιβλίο και στο site "Book City" και τον παρακάτω σύνδεσμο: Ερασιτέχνες δολοφόνοι
Δεν συνηθίζω να διαβάζω διηγήματα, γιατί μου φαίνεται ότι τελειώνουν πολύ γρήγορα και δεν τα έχω χορτάσει. Αυτό στην περίπτωση που είναι καλογραμμένα και ενδιαφέροντα, γιατί σε αντίθετη περίπτωση απλά χαίρομαι! Διαβάζοντας όμως τις ιστορίες μυστηρίου του Λευτέρη Μπούρου που τιτλοφορούνται “Ερασιτέχνες δολοφόνοι” δεν μπορούσα παρά να χαρώ για την επιλογή μου και θα σας εξηγήσω αμέσως γιατί.
Το βιβλίο είναι μια συλλογή 8 διηγημάτων όπου με τον ένα ή τον άλλο τρόπο εμπλέκεται ένας δολοφόνος. Ο αφηγητής τις περισσότερες φορές είναι και ο δολοφόνος και μας αφηγείται την ιστορία του. Αυτό είναι και το δύσκολο κομμάτι, καθώς πρόκειται για τελείως διαφορετικές ιστορίες και κάθε φορά ο αφηγητής έχει μια τελείως ξεχωριστή, δική του προσωπικότητα. Δεν ξέρω αν τα διηγήματα γράφτηκαν σειριακά, ή απλά επιλέχθηκαν για να μπουν στην ίδια συλλογή, ανάμεσα σε άλλα. Όπως και να έχει όμως, πιστεύω ότι πρόκειται για μια πολύ σωστή επιλογή.
Οι ιστορίες είναι πολύ ξεχωριστές και αρκετά διαφορετικές μεταξύ τους. Δεν υπάρχει μια κοινή γραμμή που να ακολουθούν όλα τα εγκλήματα. Το μόνο κοινό που έχουν, είναι το μυστήριο που κρύβουν και το έγκλημα που είναι αναπόφευκτο. Πέραν τούτου, η κάθε μία είναι ολοκληρωμένη και δίνει όλα τα στοιχεία που χρειάζεται, από την ανάπτυξη του χαρακτήρα, μέχρι τη ροή της ιστορίας. Φυσικά δεν περιμένουμε μια εκτενή ανάπτυξη χαρακτήρα όπως θα είχαμε σε ένα μυθιστόρημα, αλλά η συνοπτική εκδοχή της που ταιριάζει σε ένα διήγημα είναι αρκετή για να εκπληρώσει το σκοπό της. Η γραφή είναι μεστή και δομημένη και ταιριάζει απόλυτα στο ύφος των ιστοριών. Η κάθε μία κάνει τον αναγνώστη να αναρωτηθεί αν θα μπορούσε να είναι πραγματική και να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι μπορεί και να συμβαίνει δίπλα του, τουλάχιστον στις περισσότερες από αυτές.
“Ο Μίμος”, “Λυδία” και “Ποιος μίλησε;” είναι οι τρεις που ξεχώρισα. Και οι τρεις απόλυτα διαφορετικές μεταξύ τους, αντιπροσωπεύουν τρία διαφορετικά είδη, με το “Ποιος μίλησε;” να κινείται περισσότερο κοντά στον τρόμο και όχι τόσο στο μυστήριο. Η τελευταία ιστορία, “Η Μέρα Που Έγινα Δολοφόνος” μου έβγαλε κάτι το κωμικό, χωρίς όμως να χάνει σε αυτό που πιστεύω πως ήθελε να δώσει ο συγγραφέας.
Το “Ποιος μίλησε;” είναι και το εκτενέστερο διήγημα και δείχνει τις δυνατότητες του συγγραφέα για ένα πολλά υποσχόμενο μυθιστόρημα. Αυτό που δεν είναι ακόμη ξεκάθαρο από το πρώτο αυτό δείγμα γραφής, είναι αν τελικά θα κινηθεί προς το μυστήριο ή τον τρόμο. Πάντως όποιο και να διαλέξει, αν όχι και τα δύο, φαίνεται ότι θα έχει μέλλον. Χαίρομαι που έχουμε ένα ακόμα πολλά υποσχόμενο νέο συγγραφέα!
Το ντεμπούτο του Λευτέρη Μπούρου έχει ένα πολύ δυναμικό ξεκίνημα και υπόσχεται ακόμα πιο δυναμική συνέχεια. Έχει πλέον μπει στο οπτικό μου πεδίο και περιμένω να δω τι μας επιφυλάσσει στη συνέχεια!
8 όμορφες και απολαυστικές ιστορίες δολοφόνων, οι οποίες έχουν αρκετές φορές να πουν πράγματα και ''ανάμεσα στις σελίδες''. Θα διάβαζα άνετα 16 ακόμα ή και 24 ιστορίες!
Εν αναμονή ήδη του επόμενου βιβλίου του συγγραφέα. Οι προοπτικές είναι τεράστιες...
Είσαι στο μπαρ «Μαύρος Γάτος» και μια αιθέρια ύπαρξη κάθεται δίπλα σου. Κρατάς και διαβάζεις ένα γράμμα που έστειλε ο Μίλτος στη μαμά του. Εκείνη την ώρα, μια γοητευτική γυναίκα, με τζιν τζάκετ σε πλησιάζει. «Έχεις ακούσει την ιστορία για τον Άνθρωπο του Βάλτου;» σε ρωτάει. «Όχι, ήμουν κλεισμένος σε ένα κελί», λαμβάνει την απάντηση, όχι απο εσένα, αλλά άπο την κούκλα που κάθεται πάνω στο μπαρ. Με τρομοκρατημένο ύφος πισωπατάει μερικά βήματα και σκοντάφτει πάνω σε μια γριά. Μια τσιρίδα βγαίνει από το λαρύγγι της. Τόσο δυνατή, που σπάει τις οθόνες όλων των τηλεοράσεων της γειτονιάς.
Τι; Δεν καταλάβατε; Λοιπόν, όταν διαβάσετε τις 8 ιστορίες του βιβλίου όλα θα ξεδιαλύνουν. Θα βρεθείτε στριμωγμένοι σε σκοτεινές γωνίες να παρακολουθείτε με αγωνία. Θα νιώσετε την παράνοια σε όλο της το μεγαλείο. Θα βυθιστείτε στο σκοτάδι και θα περάσετε δίπλα από τον θάνατο. Μπορεί να ήταν ερασιτέχνες, ήταν όμως δολοφόνοι. Μην ξεγελαστείτε, δεν ειναι αστυνομικές ιστορίες. Ιστορίες μυστηρίου, λέει ο υπότιτλος. Εγώ θα τις έλεγα και σκοτεινές.
Εξαιρετική η ικανότητα του συγγραφέα να αποδίδει όλα αυτά τα τρομερά συναισθήματα, συνεχής αγωνία, καλοδουλεμένες δομές. Επίσης, ακόμη ένα συν του βιβλίου: δεν μπόρεσα να ξεχωρίσω κάποια ιστορία. Όλες ήταν ισάξιες και υπέροχες!
Είχα από καιρό στο πρόγραμμα να διαβάσω το βιβλίο του Λευτέρη, καθώς είχα ακούσει αρκετά καλά λόγια και για άλλη μια φορά η λαϊκή ρήση "όπου υπάρχει καπνός υπάρχει και φωτιά" επιβεβαιώνεται. Οκτώ έξυπνες ιστορίες μυστηρίου, άλλες μικρές και άλλες μεγάλες, στις οποίες παρουσιάζονται κάθε φορά διαφορετικοί φόνοι μέσα από μια ιδιαίτερη μορφή αφήγησης δεύτερου προσώπου. Η γραφή και η ανάπτυξη των ιστοριών είναι πολύ ενδιαφέρουσα και ομολογώ ότι ενώ είχα σκοπό να διαβάζω μια ιστορία την φορά, έφτασα με την πρώτη μέχρι την έκτη και την επόμενη το τελείωσα. Όλες οι ιστορίες φλέρταραν έντονα με το φανταστικό, ωστόσο δεν πατούσαν ποτέ στα λημέρια του και αυτό για κάποιο λόγο μου άρεσε αρκετά. Το απόλαυσα πολύ και αναμένω το επόμενό του βιβλίο του μέσα στη χρονιά. Είμαι περίεργος να δω το στυλ γραφης του μέσα από μυθιστόρημα.
Δεν είμαι λάτρης των διηγημάτων αλλά αυτό το βιβλίο μ άρεσε αρκετά!8 λοιπόν διηγήματα όπου διαβάζοντας τα νιώθεις ότι ο κάθε ερασιτέχνης δολοφόνος βρίσκεται απέναντι σου και σου εξιστορεί την ιστορία του. Από τα 8 μυθιστορήματα ξεχώρισα τα: Ο μίμος, Λυδία και ο άνθρωπος του βάλτου! Το πιο αδύναμο και δυστυχώς ήταν και αρκετά μακροσκελές βρήκα το "ποιος μίλησε;". Ο συγγραφέας πιστεύω πως έχει να δώσει πολλά στον χώρο της λογοτεχνίας.Προσωπικα με κέρδισε!
Ωραία και στρωτή γραφή, η ατμόσφαιρα και το ύφος εναλλάσσονται και προσαρμόζονται στο συγκείμενο και τον αφηγητή της κάθε ιστορίας, ενώ ταυτόχρονα βγαίνει και μία ταυτότητα χωρίς να ομογενοποιούνται οι χαρακτήρες και οι διάλογοι. Η αφήγηση μου προκάλεσε ένα αίσθημα ανησυχίας, με τον ιδιαίτερο τρόπο που μόνο τα γεγονότα φρίκης της διπλανής πόρτας στην πραγματική ζωή μπορούν να προκαλέσουν. Ξεχώρισα τις ιστορίες: "Ο Μίμος", "Λυδία", "Ποιος μίλησε;" και "Άγια Νύχτα". Οι χαρακτήρες που δημιουργεί ο συγγραφέας είναι καλά σκιαγραφημένοι, μου δόθηκε η αίσθηση πως θα ξεδιπλώνονταν ακόμα καλύτερα σε μια ιστορία μεγαλύτερης έκτασης, καθώς υπήρχε η δυναμική μυθιστορηματικής έκτασης σε κάποια από τα διηγήματα. Αλλά επειδή αυτό μπορεί και να αποτελεί υποκειμενική επιθυμία (ούσα μυθιστορηματική αναγνώστρια περισσότερο) κλείνω δηλώνοντας ανυπομονεσία για την όποια επόμενη συγγραφική δουλειά.
Πλησίασε, κάτσε, άκου… (κάποιες σκέψεις για το ‘’8 Ερασιτέχνες Δολοφόνοι’’ του Λευτέρη Μπούρου)
Κλείνοντας το κειμενάκι με τις απόψεις μου για το βιβλίο του Μανώλη Παλαβούζη, ήθελα να πιάσω κάτι με βαριά ατμόσφαιρα και το χέρι μου –σαν από μόνο του- επέλεξε τους ‘’Ερασιτέχνες Δολοφόνους’’ του Λευτέρη Μπούρου.
Με αντέμειψε; Αναμφισβήτητα!
Η νουάρ ατμόσφαιρα, πυκνή από καπνό τσιγάρων ή ομίχλη ή υγρασία ή απλά από συναισθηματική φόρτιση, ήταν ό,τι έπρεπε και το ψιλομετανιώνω που δεν το διάβασα βράδυ. Μα το απόγευμά μου κύλησε υπέροχα, πραγματικά με ρούφηξε!
Έχουμε να κάνουμε με 8 διηγήματα λοιπόν, τα οποία λίγο-πολύ έχουν να κάνουν με κάποιο φόνο. ‘’Έλα ρε; Τι λες; Σοβαρά;’’ θα απορήσετε, έχοντας ήδη δει τον τίτλο, αλλά στον τίτλο ακριβώς θέλω να σταθώ. Δε συμπαθώ αυτούς τους τίτλους! Δεν ήμουν αρνητικά προδιατεθειμένος βέβαια, γιατί πριν λίγο καιρό είχα ακούσει μία συνέντευξη του συγγραφέα στις ‘’Αλλόκοσμες Ιστορίες’’ του Θανάση Παπαγεωργίου και ο τρόπος που τα έλεγε ήδη με είχαν ιντριγκάρει, μα αυτοί οι τίτλοι με ξενερώνουν κάπως γιατί μου φαίνονται ανέμπνευστοι -όπως και η επιλογή του τίτλου του δυνατότερου κειμένου της συλλογής (πχ: το μπλαμπλέ και άλλα διηγήματα)- μα χαίρομαι γιατί πλέον μου έφυγε αυτή η προκατάληψη.
Η συλλογή αυτή έχει διαμαντάκια! Το γεγονός ότι όλα τα διηγήματα είναι σε πρώτο πρόσωπο, σου δίνουν μία αμεσότητα και μία αίσθηση ότι ο κάθε ήρωας σου μιλάει και εσύ είσαι ή ο κολλητός ή ο εξομολογητής του, και αυτό δημιουργεί μια ατμόσφαιρα που σε καθυποβάλει και σε κάνει να δείξεις σεβασμό, όπως θα έκανες σε κάποιον ομιλητή ΑΝ σου εμπιστευόταν αυτές τις αφηγήσεις, κεκλεισμένων των θυρών και μόνο σε εσένα.
Και πραγματικά αυτό ήθελα! Διαφορετικές φωνές, διαφορετικές γεύσεις, σα να έχω να κάνω με πολλούς ανθρώπους και όχι ομοιογένεια ή φόρμες ή μανιέρες! Είναι μία συλλογή με τα όλα της, μα πάνω από όλα με πολύ μεράκι και πολλή ψυχή. Ο συγγραφέας –συγχωρέστε με για τα Γαλλικά που θα ακολουθήσουν- είναι καυλωμένος με κάθε κείμενο που γράφει, μπαίνει στο πετσί κάθε ήρωα και οι φωνές όχι μόνο δεν μπλέκονται, δεν είναι ομοιογενείς ή επαναλαμβανόμενες, μα είναι λες και έχει πέσει σε καταληψία και με αυτόματη γραφή, του υπαγορεύουν ξένα πνεύματα και εκείνος έχει μόνο το άκρο του για να καταγράψει όσα μας μεταφέρει! Από διήγημα σε διήγημα έβλεπα την πένα να ωριμάζει όλο και περισσότερο, να βελτιώνεται συνεχώς (και με την μία ξεπήδησαν στο νου μου τα ‘’Αγαλήνευτα Βάθη’’ του Μιχάλη Δαγκλή, όχι τόσο για την θεματική ή το ύφος, μα για την εμφανή εξέλιξη από κείμενο σε κείμενο που μόνο εκεί είχα συναντήσει μέχρι στιγμής) και να ανυπομονώ για τη συνέχεια.
Αναλυτικά μα εντός νεφελών (wink wink) για να μην κάνω σπόιλερς…
‘’Μαύρος Γάτος’’: Νεφέλη, η γυναίκα με τα κόκκινα. Ο αφηγητής μένει ανώνυμος, μα από τις πρώτες λέξεις νιώθουμε ότι καθόμαστε μαζί του σε κάποιο παγκάκι και μας μιλάει. Τρομαχτική αμεσότητα και ένας προφορικός λόγος που μας κάνει να νιώθουμε λες και βρισκόμαστε όντως στην Βικτώρια. Η ατμόσφαιρα βαριά/σαπίλα, ένα παρελθόν βεβαρημένο από έναν άνδρα που –κλασικά- ήθελε να το παίξει ιππότης για μία γυναίκα δηλητήριο που του πήρε τα μυαλά, με το παρόν με το μέλλον του να στιγματίζονται από αυτό. Γρήγορο, με αναπάντεχο τέλος, σε βάζει σε μία νουάρ ατμόσφαιρα που σε ‘’ζεσταίνει’’ για την συνέχεια.
‘’Ο Μίμος’’: Ηλέκτρα, η ‘’καταραμένη’’ χορεύτρια. Ένα γράμμα γιου στη μάνα του, όπου από την αρχή νιώθεις ότι κάτι δεν κολλάει στα λεγόμενα (και ειδικά η προσφώνηση ‘’μαμά’’ από έναν άνθρωπο που ηλικιακά φαίνεται κοντά στα τριάντα). Έξυπνο τέχνασμα ο β’ ενικός, ισχυροποιεί το αντίκτυπο της εξομολόγησης του Μίλτου μέσα στον αναγνώστη και πραγματικά σε συγκινεί και σε λυπεί η ιστορία του. Το σάουντρακ από doors το εκτίμησα δεόντως και το τέλος ήταν προβλεπόμενο μεν, κατά το ήμισυ δε. Πολύ ωραίο.
‘’Λυδία’’: μελαχρινή με μπλε μάτια, κοντά στα τριάντα = παθαίνω Το σοκ! Θυμάμαι μεμιάς τη δική μου Λυδία, μα εκεί οι ομοιότητες τελειώνουν. Άλλη μία πρωτοπρόσωπη ιστορία, μα μόνο έτσι θα μπορούσε να γραφτεί η συγκεκριμένη! Ξεκινάει με το όνειρο κάθε γραφιά: να αναγνωριστεί στον δρόμο από κάποια όμορφη ύπαρξη –μου θύμισε του Κωνσταντίνου Τζαμιώτη το ‘’Ίσως την επόμενη φορά’’- και καταλήγει σε ένα ταξίδι τραγικό μα και γλυκόπικρο. Πολύ συγκινητικό και αρκετό τριπάρισμα με τις εμφανίσεις της μάνας και του παιδιού σε δύο συγκεκριμένες στιγμές καθώς και τα μπρος-πίσω με την ‘’Μαρία’’ που δίνουν μία αίσθηση: πεπρωμένον φυγείν αδύνατον.
‘’Ο Άνθρωπος Του Βάλτου’’: αν μου επιτραπεί να πιθανολογήσω, θα έλεγα ότι αυτό είναι από τα πρώτα κείμενα του συγγραφέα. Οι επιρροές από την λογοτεχνία του 19ου αιώνα και ειδικά από Πόε είναι εμφανείς καθώς και η διαφορετική γλώσσα σε σχέση με τα υπόλοιπα κείμενα. Πολύ όμορφη ιστορία, πολύ όμορφη ατμόσφαιρα και ο παππούς Έντγκαρ Άλαν θα ήτανε περήφανος όχι μόνο που αναφέρθηκε (1), όχι μόνο για την αποκάλυψη εντός του τοίχου (2), μα και επειδή ένας νεαρός του 21ου αιώνα, κατάφερε να γράψει κάτι που δικαιώνει το πνεύμα και την κλήρονομιά του και μάλιστα στην έκταση που έκανε και εκείνον γνωστό.
‘’Αιρετικός’’: κρατούμενος της ιεράς εξέτασης στις τελευταίες του στιγμές. Μου θύμισε έντονα η ατμόσφαιρα το κομμάτι που προλογίζει το κείμενο και έπαιζε στο νου μου όλη την ώρα. Εκτίμησα ιδιαίτερα την αναφορά στον Τζιορντάνο Μπρούνο καθώς και την αλλαγή εποχής και περιβάλλοντος. Σκοτεινό, βαρύ και μας θυμίζει ότι οι ιδέες και οι θεωρίες που τώρα μας φαίνονται λογικές και αυτονόητες, κάποτε, κάποιοι είχαν τον κίνδυνο της πυράς πάνω από το κεφάλι τους σα δαμόκλειο σπάθη (αντί για φώτιση αλλά απόστολοι κλπ), για να έχουμε σήμερα ελευθερία λόγου. Δυνατό –αν και θα μπορούσε να είναι ακόμα πιο δυνατό, θεωρώ.
‘’Ποιος μίλησε;’’: Νεφέλη η γυναίκα με το κόκκινο φόρεμα – Ανδρονίκη η γυναίκα με τα κόκκινα μαλλιά. Γυναίκα αράχνη η πρώτη, γυναίκα πιασμένη σε ένα ‘’ιστό’’ η δεύτερη. Ίδια κατάληξη και οι δύο, έπαιζαν διπλό ταμπλό όμως και οι δύο; Αυτή η νουβελίτσα είναι το διαμάντι της συλλογής. Θυμίζει έντονα ένα δύο επεισόδια από τις ‘’Ιστορίες από την Κρύπτη’’ –και αυτές με ταχτάρισαν, έχουν πάντα ιδιαίτερη θέση στην καρδιά μου και ό,τι με κάνει να τις νοσταλγώ έχει ήδη κερδίσει την αγάπη μου. Η ατμόσφαιρα βαραίνει σελίδα την σελίδα και μας κάνει να απορούμε μέχρι το τέλος: στοίχειωμα ή τρέλα; Διχασμένη προσωπικότητα ή καταραμένο αντικείμενο; Η κατάρα είναι που μεταφέρεται σα σκυτάλη ή η τύψεις και η ιδεοληψία δημιουργούν στο επόμενο ‘’θύμα’’ παρόμοιες παρενέργειες; Απίστευτο! Το απόλαυσα τρομερά (επίσης, για κάποιο περίεργο λόγο, μου θύμισε το ‘’Don’t bother to knock’’ με την Μέριλιν Μονρόε και αυτό ενέτεινε την νοσταλγία και τον παλιό μου έρωτα, οπότε την συμπάθησα την Ανδρονίκη… με όλα τα στραβά της)!
‘’Άγια Νύχτα’’: όταν ο τρόμος της σκοπιάς κάνει την φαντασία να επιβάλλεται στην πραγματικότητα και το μεταφυσικό να χρωματίζει το κοινότοπο. Δεν με τρέλανε, συμπαθητικό. Ίσως να αδικήθηκε στα μάτια μου εξαιτίας αυτού που είχε προηγηθεί.
‘’Η Μέρα Που Έγινα Δολοφόνος’’: Αδύναμη επιλογή και κλείσιμο για το εν λόγω βιβλίο, το οποίο ήταν τούμπανο μέχρι εδώ. Ενώ ξεκινάει με ένα δεύτερο πληθυντικό, που είναι σα να φέρνει τούμπα το δεύτερο ενικό που κυριαρχεί σε προηγούμενες διηγήσεις(1), ενώ καταλύοντας την ατμόσφαιρα της εξομολόγησης και κάνοντάς το πιο μεγαλειώδες και πομπώδες και θεατράλε, κάνοντάς μας να νιώθουμε ότι ο αφηγητής απευθύνεται σε κοινό και η φύση του θα μπορούσε να είναι και αυτή του ίδιου του Εξαποδώ –φτουφτουφτου, μα τι λέω; κοντά σε μας…-(2), η εξέλιξη και το κλείσιμο με χάλασαν. Μου φάνηκε απότομο και αντί να έχω αντίδραση ‘’wtf!?’ είχα αντίδραση ‘’pfff, really nigga?’’ Αλλά δεν το κατακρίνω, έχω υποπέσει κι εγώ στο ίδιο αμάρτημα στο παρελθόν, να κρατήσω ένα διήγημα ακόμα κι αν είναι αδύνατο για συναισθηματικούς λόγους.
Σε γενικές γραμμές, όπως θα καταλάβατε, πολύ καλό ντεμπούτο και αναμένω με ιδιαίτερη ανυπομονησία το επόμενο για τρεις λόγους: 1) από το τιζ που είχε κάνει στην εκπομπή με είχε ψήσει, 2) θέλω να δω τριτοπρόσωπη από τον συγγραφέα και πιστεύω ότι το ύφος και η φωνή του θα δίνει κάτι πολύ ιδιαίτερο όταν ο αφηγητής θα απέχει κάπως από τα τεκταινόμενα ή θα είναι παντογνώστης και 3) έχει δική του ατμόσφαιρα και πιστεύω αυτό θα το δούμε και στα επόμενα βιβλία του. Την χαρακτήρισα ήδη πολλές φορές βαριά, μα είναι όντως νουάρ –δίχως να πιθηκίζει το παρελθόν αλλά Χάμφρι Μπόκγκαρτ αλλά νεονουάρ αλλά Sin City- είναι βρώμικη, αθηναϊκή, μα με έναν ρομαντισμό που με κάνει να θέλω να ακούσω ή Waits ή Winehouse!
Είναι κάποιοι συγγραφείς που από την πρώτη τους εκδοτική προσπάθεια σε κερδίζουν. Μπορεί με τον Λευτέρη Μπούρο να ξεκίνησα ανάποδα και να διάβασα πρώτα το δεύτερο βιβλίο του, αλλά φτάνοντας στη μέση των διηγημάτων συνειδητοποίησα ότι και με τους Ερασιτέχνες δολοφόνοι να ήταν η αρχή της γνωριμίας μας, πάλι θα με κέρδιζε και πάλι θα περίμενα με ανυπομονησία το επόμενο βιβλίο του. Η μεστή και άμεση γραφή που διήγημα το διήγημα γίνεται πιο ώριμη, η ατμόσφαιρα όλων των διηγημάτων, το ότι σε πολλά σημεία διάβαζα χωρίς ανάσα, οι χαρακτήρες που πολλούς συμπάθησα και με έκαναν να ενδιαφερθώ και να νοιαστώ για την συνέχεια που θα έχουν, το έκαναν ένα βιβλίο που διάβασα πολύ γρήγορα και απήλαυσα πολύ.
Οχτώ ιστορίες μυστηρίου που σε όλες εμπλέκεται ένας ερασιτέχνης δολοφόνος. Οχτώ ιστορίες μυστηρίου που δεν μοιάζουν μεταξύ τους. Ιστορίες που με γέμισαν διάφορα συναισθήματα. Ιστορίες που οι πρωταγωνιστές έχουν να σου πουν πολλά. Μία τη διάβαζα χωρίς ανάσα, μία με συγκίνησε πολύ, σε μία ένιωθα τρόμο. Μπορεί το πρώτο διήγημα να μην μου άρεσε τόσο πολύ, χωρίς να σημαίνει αυτό ότι με κούρασε, από 'κει και ύστερα όμως δεν περίμενα ότι θα δυσκολεύομουν να διαλέξω το πιο αγαπημένο μου. Ξεχώρισα τα "Ο Μίμος" που διάβαζα χωρίς ανάσα, ήθελα να αγκαλιάσω τον πρωταγωνιστή. "Λυδία" που μέσα σε λίγες σελίδες με συγκίνησε πολύ. "Ο άνθρωπος του βάλτου" που δεν κατάλαβα πότε άρχισα και πότε τελείωσα το διήγημα. "Αιρετικός" που ενθουσιάστηκα με το στιχάκι τραγουδιού των αγαπημένων Iron Maiden και ένιωσα συμπόνια για τον πρωταγωνιστή. "Ποιος μίλησε;" που ένιωθα τον τρόμο στις περισσότερες σελίδες και "Άγια Νύχτα" που αν ήμουν στην θέση του πρωταγωνιστή, κι εγώ θα ήθελα να φύγω μακριά από εκείνο το μέρος. Δεν θέλω να αναλύσω τις ιστορίες. Για μένα ήταν καλύτερο που αφέθηκα στις σελίδες τους ξέροντας μόνο ότι γράφει το οπισθόφυλλο.
Ο συγγραφέας μπήκε στο πετσί των πρωταγωνιστών και μας χάρισε μια φοβερή συλλογή διηγημάτων. Αγαπάει να γράφει και πλέον τον εμπιστεύομαι και στα διηγήματα και στα μυθιστορήματα. Οι "Ερασιτέχνες δολοφόνοι" ήταν μια πολύ ευχάριστη έκπληξη για μένα και χάρηκα που σε κάποια σημεία πήρα το στιλό μου και υπογράμμισα προτάσεις που μου είπαν κάτι παραπάνω.
Τίμιο, αξιοπρεπές, δροσερό, παρά το ότι δεν δρέπει δάφνες πρωτοτυπίας. Δύο μάλλον άγαρμπες στιγμές, δεν μειώνουν την αξία του συνόλου. Αν αυτό είναι το πρωτόλειο, τότε τρίβω τα χέρια μου στο τι μας επιφυλάσσει στο μέλλον ο συγγραφέας
Θα έλεγα πιο κοντά στο 4,5, αλλά θα κόψω το μισό για "κακή τοποθέτηση". Προκειμένου να εξηγήσω, ξεκινάω εν συντομία με τα προβλήματα: οι δύο πρώτες ιστορίες.
Ο Λευτέρης Μπούρος έχει επιχειρήσει κάτι κατά κανόνα ρισκαδόρικο: αφήγηση του κάθε χαρακτήρα σε πρώτο πρόσωπο. Αυτό έχει το καλό της αμεσότητας και της στρεβλής οπτικής στην οποία εξαναγκάζει τον αναγνώστη, όμως έχει και κινδύνους. Ας πούμε, όταν μια "φωνή" δεν σου βγαίνει.
Στον "Μαύρο Γάτο", ο αφηγητής δεν πολυπείθει και η ιστορία είναι ένα ψιλοσυνηθισμένο νουαρ-οειδές.
Στον "Μίμο", που είναι ίσως η πιο προβληματική ιστορία, δοσμένη ουσιαστικά όλη σε μονόλογο, ο αφηγητής κουράζει, διότι είναι μεν από μία άποψη σωστά γραμμένος - ήτοι, παραληρηματικός - αλλά από λογοτεχνική σκοπιά αυτό δεν βοηθάει καθόλου επί 40+ σελίδες.
Και για το θέμα "τοποθέτησης" που έλεγα, θυμίζω ότι αυτές οι δύο ιστορίες είναι πρώτες-πρώτες, με κίνδυνο να λειτουργήσουν αποτρεπτικά, ανάλογα τον αναγνώστη.
Ως εδώ όμως από ενστάσεις. Το υπόλοιπο βιβλίο είναι μια πραγματική, πολυποίκιλη απόλαυση. Θα τολμήσω να πω πως ίσως θα έπρεπε συνολικά να λέγεται "Ιστορίες Μυστηρίου και Μακαβριότητος" αποτείοντας ευθέως φόρο τιμής στον Πόε.
Από ιστορίες που θυμίζουν τον πυρήνα του Jacob's Ladder ("Λυδία"), σε επαρχιακά μυστήρια μακάβριας κανονικότητας ("Ο Άνθρωπος του Βάλτου"), μια αντανάκλαση, ίσως, του Giordano Bruno ("Αιρετικός"), στο απολύτως καθηλωτικό "Ποιος Μίλησε;" που είναι ικανό να σε καταπιεί με την παραφροσύνη του, παρεμβάλλοντας από την άλλη στρατηγικά τοποθετημένα ψήγματα σωτηρίας και φτάνοντας σε ένα πολύ έξυπνο φινάλε, μέχρι ένα περιστατικό που θα μπορούσε να είναι πέρα για πέρα αληθινό, γι' αυτό και περισσότερο δραματικό, παρά τρομακτικό - που δεν αφαιρεί τίποτα από τη δύναμή του ("Άγια Νύχτα").
Η τελευταία ιστορία ("Η Μέρα Που Έγινα Δολοφόνος") είναι στην πραγματικότητα ένα είδος αδήλωτου επιλόγου, ένα σχόλιο τόσο πάνω στην καθημερινότητά μας, όσο και πάνω στο ίδιο το βιβλίο, στην τρομακτική ευκολία του θανάτου και της βύθισης στο αποτρόπαιο.
Είναι φανερό πως ο Λευτέρης Μπούρος έχει διαβάσει πριν να γράψει, αλλά το ερώτημα που προκαλεί ενδεχομένως μεγαλύτερη ανησυχία είναι τι ακριβώς έχει ακούσει και τι έχει ζήσει...
Το προτείνω μόνο με τις επιφυλάξεις που παραθέτω στην αρχή και αναμένω με μεγάλη περιέργεια το επόμενό του πόνημα.
Πόσο απέχει η λογική από την διαταραχή; Πόσο απέχει η διαταραχή από το έγκλημα;
Ερασιτέχνες δολοφόνοιΜέσα από 8 ιστορίες μυστηρίου, ο συγγραφέας αφήνει την επιλογή στον ίδιο τον αναγνώστη. Τρίγωνα, φαντάσματα, μακάβριοι θάνατοι, βεντέτες, βασανιστήρια… Αγωνία, σκοτάδι, παράνοια… Φαινομενικά απλά διηγήματα συνηθισμένων καταστάσεων με πλοκή και ρυθμό που θα ζήλευαν όλα τα μυθιστορήματα, με εγκληματικές καταλήξεις που δεν σε αφήνουν να ξεμπλέξεις! Διαφορετικές ιστορίες σε γκροτέσκο φόντο, με ξεχωριστούς πρωταγωνιστές που κρύβουν παρελθόντα και αλήθειες. Η ανάγνωση γίνεται εύκολη εξ αιτίας της καλογραμμένης αφήγησης και της δομημένης γραφής καθώς και ενδιαφέρουσα, χάρη στο πρωτότυπο mind-blowing αφηγηματικό πλαίσιο στο οποίο κινείται, αλλά οι ανατρεπτικές εξελίξεις δεν σε οδηγούν πάντα στο τέλος που έχεις φανταστεί.
Ολοι μας δεν κρυβουμε μια λιγοτερο η περισσοτερο σκοτεινη πλευρα μας;
Τότε βρεθήκαμε, μαμά, το θυμάσαι; Μου φάνηκε τόσο παράξενο που με είχες βρει μέσα σε εκείνο το απόκοσμο δάσος! Αλλά τι λέω; Αφού η αγάπη σου μπορεί να με βρει και στην άκρη του κόσμου, έτσι δεν είναι; Ναι… έτσι μου είπες τότε, μαμά.
Οι ερασιτέχνες -μα- δολοφόνοι βγαίνουν έξω από το «πετσί» του ρόλου και μας αφηγούνται αμερόληπτα τις παράξενες συνθήκες του εγκλήματος, πάντα βουτηγμένες σε μπόλικη δόση μυστηρίου, συνθήκες τέτοιες όμως που κατά κύριο λόγο θα ωθούσαν και τον αναγνώστη στο έγκλημα. Το ψυχολογικό θρίλερ παντρεύεται τη μαύρη κωμωδία σε μια ακολουθία ατυχών συμπτώσεων και περιστατικών. Η εξιστόρηση κρύβει απίστευτες εναλλαγές από ένα “εγκληματικό” (ας μου επιτραπεί) μυαλό.
Ιστορίες γραμμένες έτσι όπως όλοι θα θέλαμε να τις ακούσουμε…
Ερασιτέχνες δολοφόνοιΔιαβάζεται στο λυκόφως, δεν ενδείκνυται για αποχαύνωση… Πρόκειται για ένα παραπλανητικό βιβλίο όπου τα θύματα γίνονται θύτες, όπου ο φόβος, τα ένστικτα εκδίκησης, η οργή ή οι αμαρτίες δεν έχουν εκλείψει, όπου οι ενήλικοι κρύβουν μέσα τους παιδιά, όπου μια αδυναμία ή απροσεξία του οποιουδήποτε από μας άνετα μετουσιώνεται σε παραφροσύνη. Οι πολλοί και διάφοροι χαρακτήρες βάζουν ο καθένας τη δική του σφραγίδα στο κάθε έγκλημα. Ο Λευτέρης Μπούρος δείχνει να εμπιστεύεται την ενσυναίσθηση που γεννά αναπόφευκτα συναισθήματα σε όποιον διαβάσει τις ιστορίες του. Μπήκα στη θέση του ήρωα, βίωσα τα συναισθήματά του, ένιωσα την καταλυτικότητα της εξομολόγησής του, προβληματίστηκα αλλά αναγνώρισα τα κίνητρά του και ψυχαγωγήθηκα από την ανάγνωση.
Τώρα που επέστρεψα, όμως, η συνήθεια από τις μέρες της φυλακής με οδήγησε κατευθείαν στη βιβλιοθήκη… Βλέπω έργα του Καζαντζάκη, του Παπαδιαμάντη, του Ουγκώ αλλά και του Πόε, του Γκι ντε Μωμπασάν, του Ντίκενς, του Χέμινγουεϊ… Είναι σχεδόν δίπλα μου, τοποθετημένη μέσα στον πέτρινο τοίχο και κρύβει κόσμους καινούριους, ανεξερεύνητους, ιστορίες παλιές, χαμένες στο χρόνο… Ιστορίες που ούτε καν τις είχα φανταστεί.
Ένα τόσο δυναμικό πρώτο ταρακούνημα στον λογοτεχνικό χώρο, φανταστείτε ποια συνέχεια μας επιφυλάσσει… Μήπως ο κύριος Κοκκινόπουλος μόλις ανακάλυψε κάποιο επόμενο θέμα/θύμα του;
Μπορεί ένα ειδεχθές έγκλημα να σε λυτρώσει; Μήπως πρέπει να νικήσουμε τους φόβους μας για να ξεπεράσουμε επιτέλους τα τραύματά μας; Να αντιμετωπίσουμε τις όποιες τύψεις μας, ζώντας στους εφιάλτες μας;
Πολύ καλή επιλογή για τους λάτρεις του είδους και όχι μόνο! Η γρήγορη πλοκή και οι ανατροπές κυριαρχούν και θα σας κάνουν να μην σταματήσετε το διάβασμα μέχρι να τελειώσετε το βιβλίο.
9/10 Το πέμπτο αστεράκι δεν ξέρω γιατί δεν το βάζω. Είμαι οριακά. Πάρα πολύ καλό και δουλεμένο βιβλίο. Πρώτη φορά διαβάζω διηγήματα αστυνομικής/μυστηρίου λογοτεχνίας. Και ομολογώ πως μου άρεσε πάρα πολύ. Όλες οι ιστορίες, μία και μία. Αγαπημένες μου οι "Ποιος μίλησε;" και "Αιρετικός". Αδύναμη ιστορία δεν βρήκα να πω την αλήθεια. Επίσης να πω πως το "Ποιός μίλησε;" φλερτάρει λίιγο με τον τρόμο. Ανυπομονώ για το επόμενο του βήμα.
edit: Ξέχασα να τονίσω την πολύ καλή χρήση της γλώσσας. Δεν υπάρχει ούτε ένας Αγγλισμός μέσα. Μεγάλο συν αυτό για μένα.
Όταν πήρα αυτό το βιβλίο στα χέρια μου είπα στον συγγραφέα "Μην περιμένεις να το διαβάσω σύντομα". Καθώς απ' τη μία διαβάζω αργά και απ' την άλλη έχοντας να κάνω με μια συλλογή ιστοριών μυστηρίου, μια ανθολογία αν θέλετε, περίμενα να πάρω το χρόνο μου με τις αυτοτελείς ιστορίες. Από τότε, δεν έχει περάσει ούτε εβδομάδα και να που είπα τελικά άθελά μου ψέματα και βρίσκομαι να γράφω αυτό εδώ το κείμενο.
Θεωρώ πως ο λόγος που με τράβηξε τόσο το κείμενο ώστε να το διαβάζω αδιάκοπα είναι η ικανότητα του συγγραφέα να εισάγει στις ιστορίες την αμφιβολία. Είναι αμφίβολο, στα πλαίσια της κάθε ιστορίας με διαφορετικό τρόπο φυσικά, τι είναι αλήθεια, τι ψέμα, τι πραγματικό, τι μεταφυσικό, τι κρυμμένο μυστήριο και τι μας κοιτάζει στα μάτια. Σίγουρα λοιπόν πετυχαίνει να βιδώνει βαθιά ένα αίσθημα ανησυχίας και "παθητικής αγωνίας" αν μπορώ να το πω έτσι. Δεν είναι ότι καρδιοχτυπούσα για την τύχη κάποιου χαρακτήρα ή με σόκαρε μια σκηνή, μα με περιέβαλλε η ατμόσφαιρα και με οδήγησε γλυκά και αγωνιωδώς στην έκβαση της κάθε ιστορίας. Στηρίζεται για μένα στο ατμοσφαιρικό, οργανικό μυστήριο, στον μύθο του κάθε αποσπάσματος παρά στην πιο αστυνομική πλοκή, με κατεύθυνση προς την επίλυση και εξήγηση κάποιου γεγονότος/φαινομένου. Και αυτά τα γράφω ως πολύ πολύ θετικά.
Με δυο λόγια, πρόκειται για οκτώ ιστορίες μυστηρίου με κοινή θεματική τον θάνατο. Δεν θα ήθελα να μπω σε λεπτομέρειες για το πως, ποιος και γιατί ωστόσο γιατί θα ήταν κρίμα. Είναι αυτοτελείς, αν και υπάρχει μια κάποια αμυδρή συνοχή κάποιων ιστοριών. Πάντως, δεν είναι κεντρική ιδέα που ενώνει συνεκτικά όλο το έργο ένας κοινός αφηγητής που καταλήγει στο τέλος να αποκαλύπτεται όπως βλέπουμε συχνά. Εδώ η κάθε ιστορία μπορεί να σταθεί και μόνη και να διαβαστεί, θεωρώ, με οποιαδήποτε σειρά. Θεωρώ πως ίσως η σειρά θα έπρεπε να είναι και λίγο διαφορετική.
Μιλώντας για τις ιστορίες, όπως σε κάθε συλλογή ιστοριών και ανθολογίες, άλλες ιστορίες θα είναι καλύτερες και άλλες χειρότερες. Θα είμαι ειλικρινής και θα πω πως οι πρώτες δύο δεν με ενθουσίασαν.
Η πρώτη μου φάνηκε τόσο στη θεματική όσο στο πως εξελίσσεται αρκετά... τετριμμένη. Σα να έχω διαβάσει και δει και ακούσει και ξέρω από κάπου ήδη αυτού του είδους την ιστορία, αυτό το μοτίβο. Η δεύτερη νομίζω ότι κράτησε πολύ περισσότερο απ' όσο χρειαζόταν, μιας και ήταν έκδηλο το τι συνέβαινε απ' την αρχή σχεδόν και θεωρώ τράβηξε υπερβολικά για να φτάσει σε ένα λίγο πολύ αναμενόμενο και χλιαρό τέλος.
Εδώ να τονίσω πως, μπορεί να εκφράζω μια κάποια δυσαρέσκεια για τις δύο αυτές ιστορίες, μα δεν σημαίνει πως είναι κακά κείμενα. Πάντα μιλάω σε σχέση με τις υπόλοιπες, που εκτινάσσονται απότομα κατά τη γνώμη μου.
Η τρίτη, τέταρτη και πέμπτη ιστορία μου άρεσαν απ' την αρχή ως το τέλος, τόσο σε ύφος, μορφή, δομή και ιδέα. Και το ότι είναι αρκετά διαφορετικές μεταξύ τους μα ενώνονται στο κοινό συναίσθημα του μυστηρίου (που όπως ανέφερα στην αρχή διέπει όλο το βιβλίο) τις κάνει τόσο διαφορετικές μα και τόσο συγγενικές. Κι αυτό είναι πανέμορφο.
Η έκτη, η μεγαλύτερη σε έκταση και μάλλον καλύτερη ιστορία. Η καρδιά του βιβλίου θα έλεγα εγώ, το πιο ατόφιο για μένα δείγμα του "τι είδους ιστορίες λέει ο Λευτέρης Μπούρος;" Αν κάποιος είχε αμφιβολίες ή ήθελε ένα δείγμα γραφής του συγγραφέα, ξεκάθαρα θα του πρότεινα την έκτη ιστορία. Αν κάποιος ήθελε μια καλή σε όλα τα επίπεδα ιστορία μυστηρίου, πάλι θα του πρότεινα την έκτη ιστορία. Αν κάποιος δεν διάβαζε γενικώς τέτοιου είδους μυστήριο, θα του έδινα την έκτη ιστορία για να τον μεταπείσω.
Η έβδομη είναι μια έξυπνη και αρκετά καλή ιστορία φαντασμάτων(;) στο στρατό, σα να λέμε ένα πολύ καλό, φρέσκο και μεστό "reindition" της λίγο-πολύ γνωστής ιστορίας "Η Σκοπιά της Γριάς", ενώ η όγδοη είναι η πιο σύντομη και "μοντέρνα" ιστορία, χωρίς ωστόσο να έχει κάτι να ζηλέψει απ' τις υπόλοιπες.
Οι ιστορίες ήταν οχτώ. Κι εγώ τελειώνοντας το βιβλίο έμεινα με την εξής σκέψη: Θα μπορούσα να διαβάσω οχτώ, ογδόντα και οχτακόσιες τέτοιες ιστορίες απ' τον Λευτέρη Μπούρο με μεγάλη ευχαρίστηση.
Έπεσε στα χέρια μου αυτό το βιβλίο σε μια έκθεση βιβλίου με τον ίδιο το Λευτέρη παρών στο περίπτερο του εκδοτικού. Πιάσαμε κουβέντα κ τελικά πήρα το βιβλίο κ με αφιέρωση—συντοπίτς απ' τ' Αγρίνιου γαρ. Αυτά το 2018. 16η Σεπτέμβρη, αν η αφιέρωση λέει αλήθεια..
Η μοίρα τα φέρε κ το βιβλίο ξέμεινε σε μια βιβλιοθήκη στη Σίφνο όπου κ διαβάστηκε επιτέλους το καλοκαίρι του 2020.
Ομολογώ ότι η πρώτη ιστορία με τρόμαξε λίγο, όχι με.τον τρόπο που θα έπρεπε να τρομάζουν ιστορίες μυστηρίου. Δε θέλω να κάνω υποθέσεις για το πώς κ γτ γράφτηκε κ τελικά συμπεριλήφθηκε με τους υπόλοιπους, αλλά ας πούμε απλά ότι θα προτιμούσα να ήταν 7 οι Ερασιτέχνες Δολοφόνοι.
Μετά από την πρώτη ιστορία όμως το βιβλίο—ο συγγραφέας δηλαδή—παίρνει αισθητά τα πάνω του! Ξεχώρισα τον Άνθρωπο του Βάλτου (ελληνικό φολκλόρ αλά Πόε), το ατμοσφαιρικό Ποιος Μίλησε; κ φυσικά την ονειρική Λυδία (ίσως επηρεασμένο από Ambrose Bierce?).
Κ να που τώρα η ίδια μοίρα τα έφερε ώστε βιβλιοπωλείο της Σίφνου να έχει το δεύτερο βιβλίο του Λευτέρη, το οποίο κ ευελπιστώ να διαβάσω (κάποιο προσεχές καλοκαίρι).
Το διήγημα δεν το προτιμώ ως λογοτεχνική φόρμα, όμως αποζημιώθηκα για την εξαίρεση που έκανα στην περίπτωση των οκτώ Ερασιτέχνων Δολοφόνων του Μπούρου γιατί όλες οι ιστορίες (με 2-3 από αυτές να ξεχωρίζουν) μαρτυρούν και ιδιαίτερα ζωηρή φαντασία αλλά και καλή πένα, κάτι που εξασφαλίζει πως το κείμενο ρέει χωρίς σκαλώματα, αλλά, και κάτι περισσότερο: ευχάριστα. Κρίνοντας, μάλιστα, από το 6ο διήγημα που είναι αρκετά μεγαλύτερο σε έκταση από τα υπόλοιπα, αποτολμώ την πρόβλεψη πως σύντομα θα αποπειραθεί να γράψει το πρώτο του μυθιστόρημα. Άρα: πάρα πολλά υποσχόμενη πρώτη δουλειά, ιδιαίτερα ως προπομπός των επόμενων, και το συστήνω ανεπιφύλακτα στους λάτρεις των ιστοριών μυστηρίου.
Όλες οι ιστορίες είναι ωραίες, αλλά ο "Μίμος" και το "Ποιός Μίλησε;" πρέπει να γίνουν ταινίες μικρού ή μεγάλου μήκους. Και ο "Αιρετικός" είναι ένα υπέροχο επίκαιρο κείμενο που θα έδειχνε πολύ ωραία και σαν θεατρικός μονόλογος. Να το διαβάσετε!
Πιάνεις ένα βιβλίο με καλή διάθεση. Ο συγγραφέας είναι γνωστός σου, έχεις πει στον εαυτό σου να είσαι επιεικής και να το απολαύσεις. Και ξεκινάς. Και μετά ξεχνάς τα πάντα! Το βιβλίο σε παίρνει από το χέρι και η κάθε ιστορία σου υπόσχεται λογοτεχνία! Προσέξτε όχι σκέτο τρόμο, ή φαντασία, ή μυστήριο. Λογοτεχνία! Αρχικά το πρώτο πρόσωπο αφήγησης είναι κάτι που μου αρέσει και εμένα προσωπικά και το βρίσκω εξαιρετικά ενδιαφέρον. Οι μονόλογοι κυλούσαν χωρίς να κουράζουν και πολλές φορές μου πέρασε από το μυαλό πως με λίγη δουλειά κάποιος από αυτούς θα γινόταν εξαιρετικό θεατρικό έργο, κάποιος άλλος ταινία και κάποιος άλλος μέρος πολύ γνωστής σειράς μυστηρίου. Δουλεμένες ιστορίες με αγωνία, μα δεν θέλω να μείνω στο προφανές, θέλω να μπω λίγο στην ουσία. Ο Λευτέρης ξέρει να γράφει. Και ξέρει να γράφει καλά. Κάποιες από τις ιστορίες του στέκονται επάξια δίπλα σε αντίστοιχες του εξωτερικού από διάσημους συγγραφείς και αυτό από μόνο του λέει πολλά. Αυτό βέβαια σημαίνει πως ο πήχης είναι ψηλά και θα πρέπει να διατηρηθεί έτσι και στην επόμενη εκδοτική απόπειρα! Θα αναμένω με αγωνία! Τέλος να πω συγχαρητήρια και στις εκδόσεις για το όμορφο βιβλίο. Αισθητικό αποτέλεσμα και με ένα εξώφυλλο που δίνει ταυτόητα στο βιβλίο. Υ.Γ.1: Αν έπρεπε να επιλέξω μια ιστορία θα έλεγα πως η αγαπημένη μου ήταν το «ποιος μίλησε». Υ.Γ.2: Η ιδέα του θεατρικού μονολόγου έχει ενδιαφέρον. Κάποιος εθελοντής να το πάει παρακάτω;;; Υ.Γ.3: Εντάξει το καταλάβαμε Λευτέρη, σου αρέσουν οι κοκκινομάλες!
Όλες οι ιστορίες έδιναν μια αίσθηση μυστηρίου. Επίσης δεν ήταν καθόλου προβλέψιμες. Ξεχώρισα την ιστορία "Ο Μίμος" επειδή λυπήθηκα τον πρωταγωνιστή και το "Ποιος μίλησε;" γιατί είχε πολλές ανατροπές.
Έχεις πιάσει τον εαυτό σου να δικαιολογεί έναν δολοφόνο; Δύο; Τρεις; Οκτώ; Μα κύριε δικαστά, ήταν θύμα πλεκτάνης. Εσύ στη θέση του θα την πάταγες την σκανδάλη, δικέ μου. Μα κύριε δικαστά, ο Μίλτος είχε σκοτώσει πρώτα τον ίδιο του τον εαυτό το βράδυ της οικογενειακής του τραγωδίας. Μα κύριε δικαστά, πού να φανταστεί την εκρηκτική έκβαση της βραδιάς; Μα κύριε δικαστά, γιατί καταδίκασες μόνο αυτόν; Ο αδερφός του είναι μεγαλύτερος εγκληματίας. Μα κύριε δικαστά, είναι μόνο ένας ταπεινός επιστήμονας. Μα κύριε δκαστά, ολόκληροι ενήλικες να παίζουν με κούκλες; Μα κύριε δικαστά, δεν το ήθελε, ήταν μεθυσμένος. Μα κύριε δικαστά, η γυναίκα του ήταν ένα κινούμενο ζόμπυ. Μα κύριε δικαστά, γιατί δεν έχετε διαβάσει ακόμα το βιβλίο του Λευτέρη; Βάλτε ένα ποτό, ανάψτε ένα τσιγάρο, σβήστε τα φώτα και σκεφτείτε πως όλοι είμαστε εν δυνάμει δολοφόνοι, ακόμα του ίδιου μας του εαυτού.
Πολυ δυνατές ιστορίες μυστηρίου,γρηγορη πλοκή και συναρπαστικές αφηγήσεις απο τους ίδιους τους δολοφόνους. Βιβλιο που σε βάζει στη ψυχοσύνθεση των ίδιων των ηρώων,των δολοφόνων και αποκαλύπτει τη λεπτή γραμμή ανάμεσα στην έννομη ζωη και την παρανομία,την τρέλα και τη λογική.
Οκτώ ερασιτέχνες δολοφόνοι μας συστήνονται μέσα από τις ατομικές τους ιστορίες στο ομώνυμο βιβλίο ''8 ΕΡΑΣΙΤΕΧΝΕΣ ΔΟΛΟΦΟΝΟΙ'' από τον συγγραφέα κύριο Λευτέρη Μπούρο. Άν καί είναι το πρώτο βιβλίο του,μπορώ να σας πώ ότι μου άρεσε αρκετα η προσπάθειά του. Όπως έχετε ήδη αντιληφθεί πρόκειται για ένα βιβλίο αποτελούμενο από ξεχωριστές,αυτοτελείς ιστορίες μυστηρίου που περιβάλλονται από το κατάλληλο αίσθημα τρόμου καί μυστηρίου με απώτερο σκοπό τους την έξαψη της φαντασίας μας. Καλογραμμένο με ωραίο στρωτό λόγο καί συνάμα με σωστή χρήση της γλώσσας αυτό το βιβλίο έρχεται να μυήσει στον χώρο της φανταστικής λογοτεχνίας αυτούς που ίσως μέχρι στιγμής να μην το τολμούσαν. Το καλό σε αυτό το βιβλίο είναι το γεγονός ότι οι ιστορίες είναι μικρές καί περιεκτικές με αποτέλεσμα να μην γίνονται κουραστικές αλλά ούτε καί να πλατιάζουν άνευ λόγου καί αιτίας. Εμένα μου άρεσε ότι μπορώ ανά πάσα ώρα καί στιγμή να ''τρέξω'' μέσα στις σελίδες του βιβλίου καί να χαθώ μέσα σε κάποια ιστορία χωρίς να χρειαστεί να διαβάσω όλο το βιβλίο εξ'αρχής. Ένα άλλο στοιχείο που μου άρεσε στο βιβλίο είναι η αληθοφάνεια που δείχνουν σχεδόν όλοι οι χαρακτήρες. Άν καί τοποθετημένοι μέσα σε ιστορίες τρόμου/φαντασίας είναι τόσο ανθρώπινοι καί καθημερινοί που σε κάνουν να σκέφτεσαι ότι μπορεί να είναι καί κάποιος από τους γύρω σου. Άν δεν διαβάζετε βιβλία που να ανήκουν στο συγκεκριμένο είδος είτε από προκατάληψη είτε από φόβο(;) είναι μία αρκετά καλή επιλογή. Μπορεί να μην είναι τόσο τρομακτικό όσο άλλα του είδους αλλά θα μπορέσετε να πάρετε μία καλή γεύση καί πού ξέρετε,μπορεί τελικά να σας αρέσει. Εγώ θέλω να διαβάζω νέους συγγραφείς καί να τους στηρίζω όσο μπορώ. Θα ήθελα λοιπόν στο μέλλον αν μου δοθεί η ευκαιρία να ξαναδιαβάσω κάποιο του βιβλίο. Καλές σας αναγνώσεις.
Ως προς την δομή του βιβλίου, οι Ερασιτέχνες Δολοφόνοι είναι μια συλλογή διηγημάτων (ανισομεγεθών μεταξύ τους – λχ. το ογδοντασέλιδο Ποιος Μίλησε; δεν το λες διήγημα) με κεντρικό στοιχείο κάποιον φόνο, ο οποίος αποκαλύπτεται στο τέλος. Μέχρι να φτάσουμε εκεί έχει προηγηθεί η αφήγηση της εκάστοτε ιστορίας από κάποιον άμεσα εμπλεκόμενο. Σημειωτέον βέβαια ότι ο φόνος δεν διαπράττεται προς το τέρμα της γραμμικής αφήγησης, αλλά ξεκινώντας το διήγημα έχει ήδη συντελεστεί [...].
Σε όλα τα διηγήματα ο αφηγητής είναι πρωτοπρόσωπος και η εστίαση, όπως είναι φυσικό, εσωτερική. Αυτό έχει μια δυναμική, εφόσον βλέπουμε την ιστορία μέσα από τα μάτια του πρωταγωνιστή, και παίρνει ακόμη μεγαλύτερη σημασία, όταν αυτός δεν έχει απόλυτη διαύγεια (πχ. στο διήγημα Ο Μίμος ή στο Ποιος Μίλησε;).
Όπως συμβαίνει συνήθως, κάποια διηγήματα είναι καλύτερα και ξεχωρίζουν, χωρίς να σημαίνει απαραίτητα ότι σηκώνουν όλο το βάρος της αφήγησης. Μου άρεσε ιδιαίτερα Ο Μίμος (έβλεπα βέβαια πού πήγαινε η ιστορία), Ο Άνθρωπος του Βάλτου και το Ποιος Μίλησε;. Ο Μαύρος Γάτος ήταν μια ωραία εισαγωγή, έτσι για το ζέσταμα. Ο Αιρετικός, αν και είχε ενδιαφέρον, τοποθετείται σε μιαν άλλη εποχή, κάπως μακρύτερη από εμάς (βαθμός εδώ και για τις αναφορές στον Τζιορτάνο Μπρούνο και για το Hallowed be thy name των Iron Maiden, που έχει κάτι από την αισθητική της ιστορίας). Η Λυδία με μπέρδεψε για μια στιγμή και η Άγια Νύχτα μου έφερε μνήμες του στρατού (χωρίς τα όποια ιδιαίτερα στοιχεία συνθέτουν την πλοκή). Το τελευταίο, με τίτλο Η Μέρα που Έγινα Δολοφόνος, είναι ένα χαλαρό κλείσιμο της συλλογής. [...]
Παίρνοντας στα χέρια μου το βιβλίο ΕΡΑΣΙΤΕΧΝΕΣ ΔΟΛΟΦΟΝΟΙ πίστευα πως θα διαβάσω ένα βιβλίο με αστυνομικά διηγήματα, έκανα όμως λάθος. Πρόκειται για διηγήματα μυστηρίου, κάποια από αυτά δε, είναι και τρόμου. Όπως λέει και ο τίτλος, 8 ερασιτέχνες δολοφόνοι μας αφηγούνται το πώς έφτασαν στο να διαπράξουν το έγκλημα τους. Άνθρωποι που εξαπατήθηκαν, άλλοι που βρέθηκαν μπροστά σε ανεξήγητα γεγονότα και κάποιοι που λόγω ζήλιας και οργής έφτασαν στα όρια της τρέλας. Παρόλο που μου αρέσουν πάρα πολύ τα διηγήματα και έτσι και έγινε και με αυτό, νομίζω πως δεν μπορώ να πω πολλά για το βιβλίο γιατί λόγω του μεγέθους του σίγουρα θα σας αποκαλύψω λεπτομέρειες που πρέπει να ανακαλύψετε μόνοι σας! Θα σας πω όμως πως πρόκειται για οχτώ πολύ ενδιαφέρουσες ιστορίες. Και παρόλο που κάποιες τις ήξερα ήδη, έστω και με κάποιες παραλλαγές, δεν μπορούσα να τις αφήσω μέχρι να ολοκληρώσω την ανάγνωση τους. Όσον αφορά τη γραφή, είναι μια εξαιρετική πρώτη προσπάθεια και από εδώ και πέρα σίγουρα θα ακολουθώ τον συγγραφέα!
Δεύτερο βιβλίο του Λευτέρη Μπούρου που διαβάζω, μετά το αρκετά ενδιαφέρον και καλό "Drifter #1: Το χέρι του νεκρού" που διάβασα το 2020, και μπορώ να πω ότι έμεινα σε μεγάλο βαθμό ικανοποιημένος. Αυτή τη φορά πρόκειται για συλλογή οχτώ ιστοριών, κάποιων αρκετά μικρών και κάποιων στο μέγεθος νουβέλας, που λίγο έως πολύ μου άρεσαν και είχαν κάμποσα καλούδια να προσφέρουν στους λάτρεις του μυστηρίου και των εγκληματικών ιστοριών. Σαν πρωτόλειο έργο έχει βέβαια κάποιες αδυναμίες, κάποιες άγαρμπες στιγμές, αλλά γενικά είναι ένα τίμιο και αξιοπρεπέστατο βιβλίο που δείχνει κιόλας έναν συγγραφέα με ταλέντο και μεράκι για το είδος. Αν ήταν να επιλέξω δυο ιστορίες που μου άρεσαν περισσότερο, που μου έκαναν μια κάποια εντύπωση, θα επέλεγα αυτές: "Ο μίμος" και "Ποιος μίλησε;". Προτείνεται για μια γρήγορη, ξεκούραστη και πάνω απ' όλα ψυχαγωγική ανάγνωση.