Μπορεί ο Γάτος στο λαϊκό σκυριανό παραμύθι να φορά σιδερένια τσαρούχια, η Ονείρω όμως είναι μια γάτα του σήμερα. Προτιμά τα ελαστικά παπούτσια και τα μπλουτζίν κι αρνείται να χωρίζεται ο λαός σε δούλους και αφέντες.
Ο κόσμος είναι ένα θαύμα και αυτή την αίσθηση του θαύματος προσπαθώ με τα βιβλία μου να μεταδώσω στα παιδιά, στο βαθμό που η τέχνη και το ταλέντο μου μου επιτρέπουν
Γεννήθηκε στην Αθήνα, στις 17 Σεπτεμβρίου του 1940. Όταν ήταν είκοσι χρονών, μαζί με άλλους πρωτοπόρους καλλιτέχνες, δημιούργησαν ένα τεράστιο πανελλήνιο κίνημα που στόχο είχε την καταπολέμηση της κοινωνικής αδικίας μέσα από αγωνιστικές πολιτιστικές δραστηριότητες. Έργα της εποχής αυτής τρεις ποιητικές συλλογές, στίχοι της που μελοποιήθηκαν και έγιναν τραγούδια, και ποιήματα που απάγγελλαν σε δημόσιους χώρους. Το 1965 παντρεύεται το συνθέτη Μάνο Λοΐζο, με τον οποίο τον επόμενο χρόνο αποκτά την κόρη της Μυρσίνη. Από τότε, διαπιστώνοντας την άνεση και τη χαρά που ένιωθε κάθε φορά που της έφτιαχνε παραμύθια, άρχισε να ασχολείται επαγγελματικά με την παιδική λογοτεχνία, με εκπομπές στο ραδιόφωνο και στην τηλεόραση, μεταφράσεις παιδικών βιβλίων και συνεργασίες με ανάλογα περιοδικά. Το 1974 εκδίδει το πρώτο της βιβλίο για παιδιά, το "Ήταν και δεν ήταν". Από τότε, εξέδωσε συνολικά 35 βιβλία, άλλα για μικρότερα κι άλλα για μεγαλύτερα παιδιά. Χαρακτηριστικό τους γνώρισμα η φαντασία και η ποιητικότητα. Σχεδόν όλα της τα βιβλία τιμήθηκαν με διάφορα βραβεία και έξι από αυτά έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, στα ολλανδικά και στα αραβικά. Το 1995 τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Παιδικής Λογοτεχνίας και το 1998 ήταν υποψήφια της χώρας μας για το Διεθνές Βραβείο Άντερσεν. Το 1998 η Πολιτεία, ως ελάχιστη αναγνώριση του έργου της, της χορήγησε τιμητική σύνταξη. Πέθανε στην Αθήνα στις 20 Αυγούστου 2007, σε ηλικία 67 ετών, έπειτα από μακρόχρονη μάχη με τον καρκίνο. ( Από τη Βιβλιονέτ )
Συνήθιζε επίσης να κάνει παρουσιάσεις των βιβλίων της σε σχολεία αλλά και παιδικές βιβλιοθήκες. Είχα παρακολουθήσει κάποιες από αυτές. Θα σταθώ σε μια από αυτές, στο 2ο Δημοτικό σχολείο Οβρυάς, κατά τη διάρκεια της οποίας προσκάλεσε η Μάρω κάποια παιδιά από το κοινό, να της διηγηθούν την ιστορία που «έβλεπαν» μέσα από έναν κρύσταλλο που είχε φέρει μαζί της και ήταν κρεμασμένος από ένα σχοινάκι, που κρατούσε στο χέρι της. Βαθιά ανθρώπινη ήταν η ιστορία ενός δεκατετράχρονου Ρομά, ο οποίος φοιτούσε στην Τετάρτη δημοτικού και ο οποίος με την απίστευτη και -βαθιά αποκαλυπτική για την παιδική του ηλικία- ιστορία ενός λύκου που διηγήθηκε, έκανε τους παρευρισκόμενους και εμένα επίσης να συγκινηθούμε από δάκρυα κάθαρσης.
...
Για τον Μάνο, είχε γράψει σε ένα κείμενο της: “Τη δεύτερη φορά που συναντήθηκα με τον Μάνο ήταν στο σπίτι ενός φίλου. Στα χέρια του κρατούσε ένα δισκάκι που μόλις είχε εκδοθεί από την εταιρεία «Φιντέλιτυ». Ήταν «Το τραγούδι του δρόμου» σε μουσική δική του και στίχους του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, σε ελεύθερη απόδοση Νίκου Γκάτσου. Η συγκίνηση, μεγάλη. Ήταν ο πρώτος δίσκος ενός εικοσιπεντάχρονου νέου από την Αλεξάνδρεια που πότε σπούδαζε Φαρμακευτική πότε Οικονομικά και πότε γραφίστας στη σχολή τής Βακαλό. Ναι, η συγκίνηση ήταν μεγάλη και η υπερηφάνεια ακόμη μεγαλύτερη. Οπως και η τρύπα κάτω από τα φθαρμένα παπούτσια του που καθόλου δεν τον ένοιαζε να μας επιδεικνύει με άνεση. Ήταν Μεγάλη Εβδομάδα. Πρωτομαγιά του 1962. Αργότερα εγώ θα γράψω τους στίχους της «Πρωτομαγιάς» και ο Μάνος το «Πρώτη Μαΐου, θυμάσαι Μαρία, πόσο αγαπούσα τα μακριά σου τα μαλλιά»” και συμπληρώνει λίγο πιο κάτω: ”Κι είναι τότε που για πρώτη φορά, ως παρατηρητής πλέον, προσέχω αυτό το υπέροχο, ζεστό, ερωτικό φως που ο Μάνος έχει τη δύναμη να εκπέμπει και μέσα του να τυλίγονται, σαν σε κουκούλι, αυτός και οι συνεργάτες του. Κι είναι φορές που σκέφτομαι πως ίσως είναι αυτό το υπέροχο, ζεστό, ερωτικό φως που τα τραγούδια του απορρόφησαν και που, ακόμη και σήμερα, είκοσι χρόνια μετά το θάνατό του, κάνει τους ανθρώπους να βουρκώνουν στο άκουσμα και μόνο του ονόματός του”.