Πριν ξεκινήσω τον σχολιασμό του κειμένου, θα ήθελα να αναφερθώ συνοπτικά στην, κατά τη γνώμη μου, ποιοτική ανεπάρκεια της συγκεκριμένης έκδοσης. Με όσα θα καταγράψω δεν έχω σκοπό να κατακρίνω συνολικά την δουλειά των εκδόσεων Gutenberg, καθώς αξιολογώ, όπως είναι λογικό, κάθε έκδοση ξεχωριστά. Επίσης, σημειώνω πως, παρά τις τεχνικές αδυναμίες που θα αναφέρω , καθώς και του κατά καιρούς κακού γραψίματος του Γουίλιαμς, το πρώτο μέρος του βιβλίου μού άρεσε αρκετά. Κάνω όμως ξεκάθαρη διάκριση μεταξύ προσωπικής αρέσκειας και αντικειμενικά χαμηλής ποιότητας.
Πέραν της απουσίας ενός διευκρινιστικού επίμετρου (που κατά τη γνώμη μου ήταν απαραίτητο και εξηγώ παρακάτω το γιατί) διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο τις εξής ανακρίβειες: "Ένα ψυχολογικό έργο που ο Τζον Γουίλιαμς έγραψε κατά τον Β' Παγκόσμιο πόλεμο όταν νοσηλεύτηκε ως τραυματίας" Η συγκεκριμένη πληροφορία είναι ανακριβής και έχει αντληθεί πολύ πρόχειρα από blogs τα οποία δεν παραπέμπουν σε κάποια πηγη εξακριβωσης για αυτή τη δήλωση.
Στη βιογραφία που συνέγραψε ο Shields, αναφέρεται πως ο Γουίλιαμς έγραψε το μυθιστόρημα σε διάφορες χρονολογικές φάσεις(συνολικά υπήρξαν περίπου έξι ντραφτς) και, παρόλο που εικάζεται πως δούλεψε μέρος του κατά τη θητεία του, η ρομαντική εικόνα του τραυματισμένου Γουίλιαμς, ως άλλου Χέμινγουεϊ, να ξεκινά και να τελειώνει το βιβλίο κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του, όπως αφήνεται να εννοηθεί από αυτή τη δήλωση, δεν ευσταθεί.
Σχετικά με τη συνέντευξη της τέταρτης (!) γυναίκας του Γουίλιαμς, δεδομένου οτι η ιδια γνώρισε τον Γουίλιαμς πολλες δεκαετιες μετα τη συγγραφη του Μονο η νύχτα, δεν νομίζω οτι μπορει να σταθει ως αξιόπιστη μαρτυρία, οταν μάλιστα απλώς επιβεβαιώνει μια υπόθεση του δημοσιογράφου. Ο Shields παρότι γνωριζει το περιεχόμενο της συνέντευξης θεωρει πιο αξιόπιστη πηγη την τοτινή αλληλογραφία του Γουίλιαμς με την πρώτη του γυναίκα και με όσα μέλη της οικογενειας του ζούσαν τότε.
Μαλιστα ο βιογράφος αμφισβητεί ακόμα και τον ιδιο τον τραυματισμό του Γουίλιαμς αφού, όπως εύλογα σημειώνει, το όνομά του δεν βρισκόταν ανάμεσα στην επίσημη καταγραφή της αεροπορίας για την πτώση του αεροπλανου στο οποίο υποτίθεται πως ήταν επιβάτης και, αν όντως είχε νοσηλευτεί για "σπασμένα πλευρά" λόγω της πτώσης, θα είχε λάβει και το αντιστοιχο μετάλλιο ανδρείας, κάτι που δεν έγινε. Νοσηλεύτηκε πάντως σίγουρα λόγω ελονοσίας. Δεδομένου βεβαια οτι μια τετοια κατασταση επιφερει υψηλό πυρετό και διαρροιες, δεν νομίζω πως είχε το κουράγιο να γράψει κάτι την περίοδο της νοσηλείας του.
Άλλωστε το ίδιο το έργο δεν αφορά με κανέναν τρόπο εμπειρίες πολέμου και φαίνεται να τοποθετείται σε εναν εντελως διαφορετικο χωροχρονο, ούτε είναι ένα κείμενο που έχει γραφτεί βιαστικά, αλλα εχει δουλευτεί (ειδικα οι πρώτες περιγραφές) Αντιθέτως, το πέμπτο, ανολοκλήρωτο μυθιστόρημα του Γουίλιαμς, The sleep of reason, καταπιανοταν συνειδητά με την εμπειρία του πολέμου.
Το δεύτερο ανακριβές στοιχείο που συναντάμε στις λίγες γραμμές του οπισθόφυλλου είναι το εξής: "επανεκτιμήθηκε εξήντα χρόνια μετά και προστέθηκε στη λίστα των μεγάλων άλλων έργων του" Από ποιον ακριβώς επανεκτιμήθηκε το συγκεκριμένο πρωτόλειο; Δεν υπάρχει καμία σοβαρή κριτική ανάλυση ακαδημαϊκού χαρακτήρα (εκτός από αυτή του Asquith που καταπιάνεται κυρίως με τα μεγάλα έργα του Γουίλιαμς) που να αναδεικνύει κάποιο πρότερο λογοτεχνικό θησαυρό που ξαφνικά ανακαλύφθηκε εξήντα χρόνια μετά. Το βιβλίο υπέστη επανεκδόσεις λόγω της ύστερης εμπορικής επιτυχίας του Στόουνερ και δεν υπήρξε ποτέ καμία κριτική επαναξιολόγηση που να το καθιστά ξαφνικά αριστούργημα. Οι ίδιες αδυναμίες που είχαν διαπιστωθεί κατά την έκδοσή του, διαπιστώνονται και τώρα.
Kαι έρχομαι στην αναγκαιότητα ενός επίμετρου: Τι ακριβώς επανεκτιμήθηκε 60 χρόνια μετά, κατά τις εκδόσεις Gutenberg; Η ομοφοβία του κειμένου ή ο μισογυνισμός του; Είναι δυνατόν να εκδίδουν ένα τέτοιο κείμενο, να το πλασάρουν ως χαμένο αριστούργημα και να μην κάνουν έστω έναν σχολιασμό για την ομοφοβία που εντοπίζεται στην αφήγηση για τον χαρακτήρα του Stafford;
Καταλήγω λοιπόν, στο ότι για να είναι μια έκδοση ποιοτική, δεν αρκεί να κοτσάρουμε στο κείμενο το ανούσιο πλέον πολυτονικό, στο οποίο οι Gutenberg και κάποιοι άλλοι γραφικοί εκδοτικοί επιμένουν, αλλά να συνοδεύεται και από μια κριτική προσέγγιση που θα βοηθήσει τους αναγνώστες να αποσαφηνίσουν τις συνδηλώσεις του κειμένου.
Στα του περιεχομένου τώρα: ως πνεύμα αντιλογίας, από τη μία συμφωνώ με όσους επεσήμαναν τις αδυναμίες του κειμένου, δικαιολογώντας την κρίση τους επειδή είναι το πρωτόλειο μυθιστόρημα του Γουίλιαμς, από την άλλη, όμως, συλλογίζομαι τι είναι αυτό που κάνει τους αναγνώστες να αρέσκονται στον μισογύνη και μισανάπηρο Στόουνερ αλλά όχι στον ομοφοβικό Άρθουρ. Μάλλον ότι ο Άρθουρ εντάσσεται εμφανώς στην κατηγορία του αντιήρωα ενώ οι αδυναμίες στον χαρακτήρα του Στόουνερ καλύπτονται από την αγιοποίηση που αποτολμά ο συγγραφέας, χωρίς να έχει συναίσθηση των αρνητικών του ήρωά του.
Ο Στόουνερ σε αντιδιαστολή με τον Άρθουρ δεν είχε κανένα διαρκές τραύμα, δεν βασανιζόταν από τίποτε άλλο πέρα από τον κομφορμισμό της ζωής, στον οποίο βεβαίως εντάχθηκε. Ο Άρθουρ σε αντίθεση με τον Στόουνερ είναι παρίας. Οι ομοιότητες μεταξύ των δύο βιβλίων είναι πολύ λίγες. Το Μόνο η νύχτα είναι ένα μυθιστόρημα σαφώς μοντερνιστικό, που αφορά μόλις λίγες ώρες από τη ζωή του Άρθουρ και αξιώνει να εκτυλιχθεί ως ένα ψυχολογικό νουάρ, όπου απλά σημεία της καθημερινότητας καταλήγουν να γίνονται τρομακτικά (για παράδειγμα, το πώς το πρωινό του Άρθουρ μετατρέπεται από τηγανητά αυγά σε ένα μάτι επίκρισης μεταμοντέρνου πίνακα).
Ο Γουίλιαμς είναι επηρεασμένος από ψυχαναλυτικές θεωρήσεις που ήταν αρκετά της μόδας τότε, καθώς και από την ατομικιστική τάση των μυθιστορημάτων πριν τον β' παγκόσμιο πόλεμο. Όλο το βιβλίο λοιπόν, όπως άλλωστε είχε διαπιστωθεί και απο τον, επίσης συγγραφέα, σύζυγο της αδερφής του Γουίλιαμς, Marsh Willard, αφορά, κυρίως, μια αιμομικτική αλληγορία, η οποία βεβαίως καταλήγει στη φαντασίωση της πατροκτονίας και στην τιμωρία που επέρχεται στον γιο.
Όπως θα διαπιστωνε ωστόσο και ο Φρόυντ, το οιδιπόδειο σχήμα παρουσιάζεται κεκαλυμμένα. Η φαντασίωση της φόνευσης του πατέρα μετατίθεται από το υποσυνείδητο του γιου στη μητέρα, η οποία καταλήγει να πληρώσει και τις αιμομικτικές τάσεις του γιου της. Ο ίδιος, βιώνει την τιμωρία από τον μεγαλόσωμο άνδρα στο τέλος, που φυσικά, συμβολίζει την πατρική φιγούρα.
Το βιβλίο, όπως αναφέρω και παραπάνω, γράφτηκε σε διαφορετικές χρονολογικές φάσεις, κάτι που γίνεται αρκετά φανερό. Αν μπορούμε να το χωρίσουμε σε δύο μέρη (παρότι ποσοτικά ανισοβαρή μεταξύ τους) θα αφορούν α) τις συναντήσεις του Άρθρουρ, αφήγηση που είναι αρκετά πιο στιβαρή και β) την αποκάλυψη του τραύματος όπου ο Γουίλιαμς χάνει τον έλεγχο και γίνεται μελοδραματικός.
Σε γενικες γραμμες: ενα σχετικώς καλοστεκούμενο πρωτόλειο που αξιωνει έναν βαθμό πρωτοτυπίας, αλλα με αμετρητες αδυναμίες που ριχνουν το συνολο του κειμενου.
Ήταν άραγε απαραίτητη η έκδοση του συγκεκριμένου βιβλίου στα ελληνικά όταν υπάρχουν ένα σωρό αμετάφραστα διαμάντια; Μάλλον όχι.