Με «Τα αρραβωνιάσματα της Ντάσα», ένα διήγημα για τη ζωή στη δεκαετία του 1860, ο Βαλέρι Μπριούσωφ -αντλώντας το υλικό του από τις αναμνήσεις των παιδικών του χρόνων- αναπαριστά με περισσή τέχνη το χώρο των εμπόρων της Μόσχας και περιγράφει τον στενόμυαλο τρόπο ζωής τους. Κεντρικά πρόσωπα του διηγήματος -πλαισιωμένα φυσικά και από άλλους, αρτιότατα δοσμένους χαρακτήρες- είναι δύο ξαδέρφια, ο Κουζμά και η Ντάσα που, ο καθένας με τον τρόπο του, κάνουν τη νεανική επανάστασή τους.
Ο Κουζμά, υποψήφιος έμπορος που θα παραλάβει μελλοντικά τα ηνία της επιχείρησης του πατέρα του, πασχίζει να γίνει αποδεκτός από τον κύκλο των διανοούμενων της εποχής, και η Ντάσα, η ψυχοκόρη της οικογένειας, είναι μια ρομαντική, αμόρφωτη και εύπιστη κοπέλα που, ενώ βιώνει τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα με κάποιον συνομήλικό της άντρα, βρίσκεται -παρά τη θέλησή της- στα πρόθυρα του γάμου με κάποιον γαμπρό καθωσπρέπει αν και κατά πολύ μεγαλύτερό της.
Πάνω σε αυτόν τον καμβά, ο Μπριούσωφ θέτει με ζωντάνια το ζήτημα του γάμου, της προίκας, της γυναικείας χειραφέτησης, αλλά και τη διάψευση των ονείρων και την επικράτηση των πατροπαράδοτων κοινωνικών αξιών.
Valery Yakovlevich Bryusov (Russian: Валерий Яковлевич Брюсов; December 13, 1873 – October 9, 1924) was a Russian poet, prose writer, dramatist, translator, critic and historian. He was one of the principal members of the Russian Symbolist movement.
Κρυστάλλινη περιγραφική ματιά με στοιχεία ποιητικής στο λόγο που δημιουργούν μια ολοζώντανη καλειδοσκοπική εικόνα της Ρωσίας στα 1860, η οποία όμως είναι αποκύημα. Αυτή που θα ήθελε ο συγγραφέας σα σκηνικό, με βάση αυτά που του διηγήθηκαν κι εκείνα που ψυχανεμίστηκε. Ας θυμηθούμε το Ντοστογιέφσκι ( ας σημειωθεί πως εδώ αναφέρω το Ντοστογιέφσκι όχι ως μέτρο σύγκρισης, αλλά μόνο με τη μορφή της μαρτυρίας, διότι ο Τουργκένιεφ είναι πολύ θολός σε ό,τι αφορά την εικόνα της πόλης, ο Τολστόϊ προτιμάει την επαρχία κι ο Γκόρκι την περιφέρεια γενικά ) που δεν του μίλησαν γι’ αυτή την εποχή, αλλά την έζησε. Η δική του πόλη δεν έχει αυτή τη ραφινάτη, ευέλικτη φόρμα, είναι ο τόπος στον οποίο ζει, οι σκέψεις τους είναι οι σκέψεις του. Ο Μπριούσωφ αναπαριστά. Το ύφος του είναι φιλικό, ειρωνικό, ξεδιπλώνεται με χάρη. Ο δικός του τόπος απ’ την άλλη είναι οι έμποροι. Και αυτή την ψυχολογία την κατέχει. Εδώ πλέον δεν πρόκειται για αναπαράσταση μιμητικού τύπου, που συμπληρώνει κενά, εδώ πια καταδύεται μ’ αυθεντικότητα. Να θυμηθούμε το Ρασκόλνικωφ να σουλατσάρει έξω απ’ τις αγορές και τα παζάρια, τις έχουμε δει με τα μάτια του. Ο Μπριούσωφ μας δείχνει μέσα απ’ την πλάκα του ρολογιού, τα γρανάζια. Κι αυτή είναι η ανεκτίμητη προσφορά του.
όχι μόνο δε βάζουμε μυαλό αλλά προσβλέπουμε και σε ανθρώπους με ανώτερα, ούτως ειπείν, ενδιαφέροντα και όλα πάνω τους τα θεωρούμε γνήσια
Αν κι οι χαρακτήρες του είναι πιστευτοί, αληθοφανείς και γράφει για καταστάσεις που τσιγκλίζουν και αναδύουν το θυμό, τη δυσάρεστη έκπληξη, τη στενοχώρια, περνάει πάνω απ’ τη σχέση του ατόμου με τον εαυτό του αεράτα, αλλά επιδερμικά. Δεν έχει την υπομονή του βάθους. Έχει την ίδια φούρια να πει όσα έχει σκεφτεί μόλις εκείνη τη στιγμή, πριν ξεχαστούν, πριν χάσει μια ωραία έκφραση.
Ο πατέρας επιτρέπει στο γιο να μάθει γράμματα, ώστε να μπορεί να εξυπηρετεί τις ανάγκες της δουλειάς, να είναι αυτοδύναμος, ανοίγει όμως την πύλη προς τη γνώση. Κι η φιλοδοξία για γνώση είναι φωτιά που δε σβήνει κι όταν δεν ικανοποιείται, τρώει τον εαυτό της, καταπίνει τα μάτια της και γίνεται τυφλή, μένει πράγμα, δεν τυλίγεται γύρω απ’ την εμπειρία για να ξεδιπλωθεί σ’ αυτό το θορυβώδες, βαρύ, γρήγορο ασανσέρ που θα υψώσει. Γίνεται σκύλα κακιασμένη, ηλίθια, υστερική.
Και τι θα κάνουμε δίχως Θεό, Κούζια; Σε ποιόν θα προσευχόμαστε;
Χειρίζεται και τις καταστάσεις αεράτα, υπογραμμίζει με τέλειες, καθαρές γραμμές, μόνο που το μολύβι του έχει μύτη μαλακή και το χαρτί είναι πορώδες και χοντρό. Βιάζεται, εκνευρίζεται που πρέπει να βάλει δύναμη για να φανούν οι γραμμές, δε θέλει να χάσει χρόνο, έχει πολλά να πει.
Είναι τόσο κρίμα η γνώση να κατασπαταλιέται σε κεινη τη μορφή ματαιοδοξίας που στοχεύει στο θαυμασμό απ’ τους αφελείς και τους αμόρφωτους. Είναι έγκλημα για την επικοινωνία, για τον εαυτό σου, ακόμα και γι’ αυτό τον κουτό άνθρωπο, να τον κοροϊδεύεις, να του λες επικίνδυνα πράγματα που πληγώνουν και δεν ξέρει πώς να τα χειριστεί.
Και λυπάμαι για τον έργο αυτό. Ο συγγραφέας δημιούργησε απ’ το μηδέν ένα φανταστικό υλικό και πρόσωπα που θα μπορούσαν να μείνουν αξιομνημόνευτα. Αλλά κουράστηκε. Μέτριο λόγω βαρεμάρας και βιασύνης. Μέτριο για χάρη της ωραία έκφρασης και των πολλών ζητημάτων.
Παρόλ’ αυτά στη σελ. 82 παρατηρούμε ένα καλογυαλισμένο συλλογισμό, από ατόφιο τιτάνιο: κι αν είμαστε ίσοι άντρες και γυναίκες, είναι ίση μια νοικοκυρά μ’ ένα διανοούμενο; Έχει το δικαίωμα αυτής της ισότητας; Του αγγίγματος, ή είναι έμπα; Αποδοχή κι απόρριψη, πολύ ενδιαφέρον.
Κατόπιν, στις σελ. 117 – 118 καταδεικνύει με σπιρτάδα τις λειτουργίες και τα μυστήρια κάθε τόσο, ως επισκέψεις στην εκκλησία για λόγους… πλήξης!
Όλη τούτη η φροντίδα ήταν τελείως διαφορετική από την άνετη ατμόσφαιρα που υπήρχε στο σπίτι των Ρουσακώφ. Στο διαμέρισμα αυτής της Γερμανίδας που δεν έτρεφε καμία αποστροφή για το << επικερδές επάγγελμα >>, ένιωθες μια ακαθόριστη επιδίωξη, που έμοιαζε να διαθλάται μέσα από ένα πρίσμα με χίλιες γωνιές, μια επιδίωξη για ομορφιά, κάτι ολότελα ξένο προς το διάκοσμο του ρώσικου σπιτιού, με τον οποίο οι άνθρωποι γύρευαν πρώτα απ’ όλα τη ζεστασιά, μετά την ηρεμία και μόλις τρίτο, κι αυτό όχι πάντα, την καθαριότητα Ας θυμηθούμε πως αυτό είναι ένα έμμεσο συμπέρασμα για τα ‘’νεύρα’’ που προκαλούν μόνοι οι Γερμανοί στον εαυτό τους, που ανέδειξε πρώτος ο Στεντάλ και επαναδιατύπωσε ο Καμύ. Είναι το ίδιο θέμα από άλλη γωνία. Κρίμα που δε συνέχισε το συλλογισμό του και τον άφησε στον αέρα.
Κύλησε γρήγορα, μαλακά και με διασκέδασε, χωρίς έντονο προβληματισμό, αλλά ούτε κι εντελώς αναίμακτα. Πιστεύω πως σε όσους αρέσει το νάζι κι η ατμόσφαιρα του Ξενόπουλου, ίσως να μη γοητευτούν απ’ αυτή την ιστορία, που μάλλον παραμένει στην επιφάνεια, αλλά δε νομίζω πως θα αφήσει και αδιάφορους.