Con una nuova prefazione dell'autore e fotografie di Giancarlo FabbiL’Occidente capitalista ha prodotto una nuova forma di schiavitù: l’uomo senza desideri, condannato a conseguire un godimento schiacciato sul consumo compulsivo e perennemente insoddisfatto. Era la tesi di L’uomo senza nel nostro tempo il desiderio rischia l’estinzione. Ma quando diciamo “desiderio” che genere di esperienza evochiamo? Massimo Recalcati indaga qui un tema chiave della dottrina di il desiderio e i suoi enigmi. Come in una galleria di ritratti vengono raffigurati i diversi volti del desiderio il desiderio invidioso, il desiderio di riconoscimento, il desiderio di “niente”, il desiderio angosciante, il desiderio sessuale, il desiderio d’amore, il desiderio di morte, il desiderio dell’analista… Ne scaturisce una sintesi semplice e avvincente, che può essere considerata l’introduzione più efficace e più leggibile al pensiero di Lacan.
He works in Milan as a psychoanalyst and is a member of the Lacanian School of Psychoanalysis, treasuring the Title AME. Founder of JONAS (Center for Psychoanalytic Research on New Symptoms). He teaches at the University of Bergamo and at the Freudian Institute in Milan.
Ο Massimo Recalcati είναι λακανικός ψυχαναλυτής στην Ιταλία. Στο συγκεκριμένο βιβλίο μας μιλά για τις μορφές που παίρνει η ανθρώπινη επιθυμία, υπό το πρίσμα της διδασκαλίας του Δασκάλου του, Ζακ Λακάν. Όσο διάβαζα, σκεφτόμουν συνεχώς από μέσα μου "Τι μεγαλειώδες βιβλίο!", "Τι ωραία που τα παρουσιάζει", "Τι γοητευτικός ο λόγος του Λακάν.Ορίστε,γιατί κάποιοι γοητεύονται από την ψυχανάλυση κλπ κλπ". Αλλά νομίζω ότι εν τέλει τα εύσημα ανήκουν κατά κύριο λόγο στην ανάλυση και την προσβασιμότητα του ίδιου του Ρεκαλκάτι. Έχοντας διατρέξει αποσπάσματα σεμιναρίων του Λακάν, έχω νιώσει χαμένη και τρομοκρατημένη απ'την ιδιαίτερη ορολογία του (συμβολικό, φαντασιακό, πραγματικό και όχι μόνο), από αριθμητικές-συμβολικές τυπολογίες που ο ίδιος δημιούργησε για να περιγράψει τις θεωρίες του. Ο Ρεκαλκάτι εδώ αποφεύγει τον σκόπελο της λακανικής ορολογίας. Εξηγεί τις θεωρίες που τόσο τον επηρέασαν ως ψυχαναλυτή, με τρόπο απλό και κατανοητό, ακόμα κι από κάποιον που ελάχιστη σχέση έχει με τη θεωρία της ψυχανάλυσης. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά επιπλέον γεννά στον αναγνώστη την επιθυμία ν' ασχοληθεί ουσιαστικά μ' αυτό που πριν του φάνταζε απροσπέλαστο. Η επιτυχία των πορτρέτων της επιθυμίας, όσον αφορά εμένα τουλάχιστον, έγκειται όχι απλά στη σκιαγράφηση των μεταμορφώσεων της ανθρώπινης επιθυμίας, αλλά στην αφύπνιση της δικής μου επιθυμίας ν' ασχοληθώ περαιτέρω με την ψυχανάλυση.
Τα πορτρέτα της επιθυμίας Θέλοντας να διαυγάσει την έννοια της επιθυμίας στον ψυχαναλυτικό λόγο ο συγγραφέας την ανατέμνει σε πολλαπλά πορτρέτα (σε αντίθεση με τη ζωή που εμφανίζεται ομογενοποιημένη) και χρησιμοποιεί γι’ αυτό, το μεταφορικό σχήμα μιας Γκαλερι, για να ερευνήσει τις διάφορες πλευρές της. Η δύση της επιθυμίας που ο Recalctati αναγνωρίζει ως τη νέα ασθένεια της εποχής οδηγεί σε μια καταναγκαστική και αενάως ανικανοποίητη κατανάλωση την οποία εντοπίζει στο λόγο του καπιταλιστή. Η επιθυμία για να είναι ενεργή και γόνιμη χρειάζεται έναν Νόμο. Χωρίς αυτόν χάνει τη δημιουργική της διάσταση. Κάθε φορά που η απόλαυση απορρίπτει τον ευνουχισμό και οδηγείται σε έναν ξέφρενο καταναγκασμό είναι ενόρμηση θανάτου. Δεν είναι απόλαυση που ενδυναμώνει τη ζωή. Καταλήγει να δημιουργεί άγχος το οποίο ωστόσο μπορεί να αποτελέσει παράγοντα επαναγέννησης της επιθυμίας. Η μετάδοση της επιθυμίας μπορεί να συμβεί μέσω μιας απρόσμενης συνάντησης, ενός συμβάντος με χαρακτήρα έκπληξης. Ο συγγραφέας κλείνει το βιβλίο με το σχολιασμό αυτής της απρόσμενης συνάντησής του με τον Λακάν. Όταν μιλάμε για επιθυμία στην ψυχανάλυση μιλάμε για μία κατάλυση ελέγχου του Εγώ. Ενώ το βίωμα της ασυνείδητης επιθυμίας φανερώνει την απατηλότητα του Εγώ, είναι η ίδια που αποκαλύπτει ότι Κάτι επιθυμεί, και τείνει να αναδυθεί πέρα από το Εγώ. Το ζητούμενο είναι να υποκειμενικοποιήσουμε τον κυρίαρχο χαρακτήρα της επιθυμίας, και αυτό σημαίνει να αναλάβουμε με υπευθυνότητα το γεγονός αυτού του θεσμού που μας υπερβαίνει και είναι ταυτόχρονα δικός μας.
1ο πορτρέτο: Η ζηλόφθονη επιθυμία Ένα μικρό παιδί αποκλεισμένο από το προσκήνιο. Αφορά τη πληγή του αποκλεισμού όπου η επιθυμία αναδύεται λόγω του ότι το αντικείμενο είναι της επιθυμίας κάποιου άλλου. Το πάθος της επιθυμίας του άλλου είναι που δίνει ζωή στα αντικείμενα και τα καθιστά επιθυμητά, κι εκεί είναι που ευδοκιμούν οι πιο αρχαϊκές φαντασιώσεις καταστροφής. Φθονώ όποιον είναι η εξωτερικευμένη ενσάρκωση του ιδανικού μου. Το να κατέχω το αντικείμενο επιθυμίας του Άλλου σημαίνει συναντιέμαι με την ιδανική μου εικόνα.
2ο πορτρέτο: Η επιθυμία του Άλλου Ο λόγος του πατέρα διαλύει την αυταπάτη της συνέχειας.Εγγράφει τη ζωή προς το Αλλού και υπό αυτή την έννοια ο Πατέρας ενσαρκώνει την επιθυμία ως επιθυμία του Άλλου. Η πατρότητα είναι πάντα αποτέλεσμα της γλώσσας. Στο δεύτερο πορτρέτο η επιθυμία φαίνεται να χειραφετείται από κάθε αντικείμενο, σε αντίθεση με το πρώτο πορτρέτο. Το αντικείμενό της είναι να επιθυμηθεί από τον Άλλο. Η ιστορία ενός ανθρώπου είναι το σύνολο των επιθυμητών του επιθυμιών. Η ανάγκη για αναγνώριση από τον Άλλον υπερβαίνει την ικανοποίηση των φυσικών αναγκών. Ανάγκη δηλαδή ως υποκείμενα επιθυμίας και όχι ως σώματα. «Θέλω να είμαι αυτό που σου λείπει». Η πρωταρχική φαντασίωση είναι να μην υπάρχεις χωρίς νόημα «Μπορείς να με χάσεις;». Το ίδιο ισχύει και προς τη μητέρα. Το βασικό βίωμα της αναγνώρισης είναι να νιώσουμε ότι εισακούεται ο λόγος μας από τον Άλλο. (Προσωπική διαπίστωση: Υπάρχω Πραγματικά απέναντι στον Άλλον και αυτός προς-για Εμένα όταν μπορούμε να αποτελέσουμε Συμβάν ο ένας για τον άλλον. Πέρα από κάθε προβλεψιμότητα). ΠΑΡΑΔΟΞΟ: Όταν καταλήγει να υπάρχει μόνο η επιθυμία του Άλλου που μου επιτρέπει να είμαι, τότε χάνομαι μέσα σε αυτή. Σταματάω να υπάρχω αυτόνομα. «ΥΓΙΗΣ» ΕΠΙΘΥΜΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΛΛΟ ΕΙΝΑΙ Η ΕΠΙΘΥΜΙΑ ΝΑ ΕΧΕΙ ΜΙΑ ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΕΠΙΘΥΜΙΑ, ΓΝΩΡΙΖΟΝΤΑΣ ΟΤΙ ΑΥΤΟ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΣΥΜΒΕΙ ΑΠΟΛΥΤΑ. Η ανθρώπινη επιθυμία κυμαίνεται ανάμεσα στην επιθυμία του Άλλου και στην επιθυμία να έχουμε τη δική μας επιθυμία χωρίς να είναι δυνατόν να αποφασίσουμε υπέρ της μιας ή της άλλης. Υπάρχει κάτι από την επιθυμία το οποίο υπερβαίνει τη διαλεκτική της αναγνώρισης.
3ο πορτρέτο: Η επιθυμία και το άγχος Το αλογάκι της Παναγίας που συμβολίζει την ακόρεστη στοματική ενόρμηση. Διαλύει τη συμβολική διαλεκτική της επιθυμίας αναγνώρισης που τη διαδέχεται το άγχος μπροστά στον αινιγματικό χαρακτήρα της επιθυμίας του Άλλου. Η αίσθηση ότι μπορεί να εγκλωβιστούμε σε μια θέση όπως το αρσενικό αλογάκι της Παναγίας που το καταβροχθίζει το θηλυκό, είναι που γεννά το άγχος αφανισμού. Ότι κάποιος βρίσκεται στο έλεος της επιθυμίας του Άλλου. Το άγχος προκύπτει όταν κάποιος πιστεύει πως είναι μόνο το σώμα του δηλ τα όριά του, η ενικότητά του και κάθε φορά που παραβιάζονται αυτά τα όρια, που εξαρτιόμαστε-αναρωτιόμαστε αναφορικά με την επιθυμία του Άλλου βρισκόμαστε μέσα στο άγχος της κατάλυσης αυτής της ενικότητας. Όπως συμβαίνει στη παιδική ηλικία που η ύπαρξή μας εξαρτάται εξ ολοκλήρου από ότι συμβαίνει στον Άλλο. Σε αυτή την εξάρτηση η ζωή βρίσκει ταυτόχρονα την προστασία της αλλά και την απειλή της. Ο τόπος του Άλλου δεν είναι πια ο τόπος της αναγνώρισης, αλλά του πιο καλά ριζωμένου πανικού και ανασφάλειας.
4ο πορτρέτο: Η επιθυμία του τίποτα Φαίνεται πως αυτή η επιθυμία απαγκιστρώνεται από κάθε σχέση με τον Άλλο, από το αντικείμενο και από τη συμβολική επιθυμία αναγνώρισης. Υπάρχει μια καταναγκαστική ώθηση στο νέο, για άλλο Πράγμα. Υπάρχει μια διαρκής αίσθηση του ανικανοποίητου. Λέξη κλειδί: Μετωνυμία. Η έλλειψη στο Είναι του υποκείμενου είναι η κινητήρια δύναμη της επιθυμίας του τίποτα. Η επιθυμία για τίποτα είναι επιθυμία επιθυμίας, κάτι που καταλήγει να σκοτώνει την ίδια την επιθυμία.
5ο πορτρέτο: Η επιθυμία απόλαυσης Δεν υπάρχουμε μόνο ως υποκείμενα της ανάγκης αλλά και ως υποκείμενα της επιθυμίας. Η επιθυμία απόλαυσης υποδηλώνει σπατάλη, είναι ο θρίαμβος του άχρηστου. Δεν ζητά μόνο να ικανοποιηθεί στη διαλεκτική της αναγνώρισης αλλά κυρίως να απολαύσει. Είναι μια απόλαυση χωρίς συμβολική ανταλλαγή. Η τάση απόλαυσης πέρα από κάθε λογική είναι πιο ριζοσπαστική σε σχέση με την προάσπιση της ζωής, γι’ αυτό και συνδέεται με την ενόρμηση θανάτου. Υπερβαίνει το σκοπό της σεξουαλικής ευχαρίστησης γιατί αρνείται κάθε όριο. Η άρνηση της ορθολογικής θέλησης δεν αρκεί καθόλου για να εξορκίσει τον κίνδυνο να δράσουμε ενάντια στον εαυτό μας. Οι άνθρωποι δεν θέλουν να θεραπευτούν γιατί δεν θέλουν να απαρνηθούν την απόλαυση του Κακού τους, γιατί στην επανάληψη του κακού επιμένει μια παράδοξη κι επιζήμια απόλαυση της ζωής που όμως αποδεικνύεται πως ενυπάρχει στη ζωή. Τα δυο άκρα της απόλαυσης: α) χωρίς φρένο συσσώρευση της απόλαυσης (απόλαυση της διέγερσης), β) απάρνηση της απόλαυσης ως εσχάτη μορφή απόλαυσης (απόλαυση της στέρησης). Και τα δυο στην εσχάτη μορφή τους μπορεί να αποβούν καταστροφικά. Σε αυτό το "πρέπει να είσαι" φωλιάζει μια απόλαυση της στέρησης τόσο δόλια και καταστροφική όσο και η ατελείωτη παραβατικότητα. Η επιθυμία είναι μια ώθηση που δεν κατευθύνεται προς το Καλό, δεν έχει σκοπό-τέλος. Κατά κύριο λόγο προσανατολίζεται από τον Άλλο. Χωρίς το νόμο του ευνουχισμού τείνει να εκδηλώνεται ως καταναγκαστική απόλαυση. Ζωή σκλάβα. Όταν περνάμε από το να επιθυμούμε ένα πράγμα, στη βουλιμική κατανάλωσή του (ή την ακραία απαξίωσή του) τότε γινόμαστε δέσμιοι της απόλαυσης. Η προσταγή της εποχής «Πρέπει να απολαμβάνεις» έρχεται σε αντίθεση με κάθε αρχή ευχαρίστησης που έχει σκοπό να προστατεύει τη ζωή. Το κοινωνικό Υπερεγώ απαιτεί απόλαυση μέχρι θανάτου. Ο νόμος του ευνουχισμού φαίνεται απενεργοποιημένος. Αυτό που γεννά σκλαβιά είναι η απουσία συμβολικού ευνουχισμού. Όπου υπάρχει ο Νόμος (του ευνουχισμού) η απόλαυση του μητρικού (αιμομεικτικού) Πράγματος είναι απαγορευμένη.
6ο πορτρέτο: Η επιθυμία του Αλλού Αυτή η επιθυμία προβάλει τον άνθρωπο στη πιο ριζική του ανεπάρκεια. Η ύπαρξη δεν είναι κυρία της προέλευσης της. Η επιθυμία του Αλλού δεν αντανακλά μόνο την μόνιμη ανικανοποίητη διάστασή της. Χωρίς τη δύναμη της επίκλησης του Αλλού η ζωή μαραίνεται. Άρα η ασυνείδητη επιθυμία δεν είναι της τάξης του οντικού αλλά της τάξης του ηθικού. Η επιθυμία δε στηρίζεται στην ύπαρξη του αντικειμένου αλλά στην απόφαση: Πως μπορώ να καταστήσω την επιθυμία μου γόνιμη και όχι χαραμιστική. Αν η ζωή καταλήγει να μη θέλει το Καλό της τότε καθίσταται ουσιαστικό να διαφυλάξουμε την επιθυμία ως επιθυμία του Αλλού, που συνδέεται με την επαγρύπνηση, την προσμονή, την εξέγερση, την πλήξη, την απομόνωση και τον πανικό που υπονοούν αυτή τη διάσταση του Αλλού. Η προσμονή και η επαγρύπνηση οδηγούν σε ένα άνοιγμα προς το μέλλον, η εξέγερση απαιτεί τη δυνατότητα για μέλλον, η πλήξη είναι ένας τόπος που βγαίνουν στην επιφάνεια η καταπίεση και το ανούσιο, και η απομόνωση (φτιάχνουμε σπίτια και χώρους με όρια) είναι η αναστραμμένη αναγκαιότητα για άνοιγμα του ορίζοντα. Το άνοιγμα στο Αλλού προκαλεί άγχος λόγω της ικανότητας του να αναδιαμορφώνει τις σταθερές. Ακριβώς γι’ αυτόν τον κίνδυνο απώλειας και εξαφάνισης που επιφέρει είναι μια πολύτιμη ευκαιρία για το υποκείμενο να απευθυνθεί όπως στην προσευχή και την εξέγερση, την προσμονή και την απομόνωση, στο Αλλού και στο άλλο Πράγμα, το οποίο καθιστά τη ζωή άξια να τη ζήσει.
7ο πορτρέτο: Η σεξουαλική επιθυμία Η σεξουαλική ενόρμηση δεν ταυτίζεται με κανέναν τρόπο με το ένστικτο, δεν υποτάσσεται στους νόμους της φύσης. Εκφράζει μία θέληση απόλαυσης. Η σεξουαλική επιθυμία που θα ήθελε να είναι σαν αυτή του ζώου είναι επιθυμία διαστροφικού τύπου γιατί η απαίτηση της παίρνει τη μορφή άρνησης της αδυναμίας της ενόρμησης απέναντι στο ένστικτο, και απαιτεί να ανακτήσει την υποτιθέμενη ζωική προέλευση της (που είναι αδύνατο να ανακτηθεί).
8ο πορτρέτο: Η ερωτική επιθυμία Η σεξουαλική επιθυμία μη βρίσκοντας την εκπλήρωσή της στην συμβολική απάντηση, στο αίτημα αναγνώρισης, μένει πεισματικά καθηλωμένη στις λεπτομέρειες του σώματος. Για την σεξουαλική επιθυμία του άντρα το σώμα της γυναίκας τεμαχίζεται σε μικρά αντικείμενα. Η δυσκολία του υστερικού αντικειμένου στην πρόσβασή του στην σεξουαλική απόλαυση έγκειται στο ότι η διεκδίκηση της υποκειμενικότητας εμποδίζει να εγγραφεί στην αντρική φαντασίωση ως αντικείμενο, παίρνοντας όλη την δυνατή απόλαυση που αυτή η θέση επιφέρει. Η γυναικεία επιθυμία περιφέρεται γύρω από το αίτημα για αγάπη – έρωτα, και στη θέση του κομματιασμένου αντικειμένου μπαίνει ο λόγος, οι λέξεις. Γι’ αυτό υπάρχει μια δομική αναντιστοιχία ανάμεσα σε ανδρική και γυναικεία επιθυμία. Η ερωτική επιθυμία τροφοδοτείται και απευθύνεται στην έλλειψη του Άλλου. Τροφοδοτείται από την έλλειψη γιατί ξεπηδά από την απουσία του έχειν το φαλλό. Απευθύνεται στην έλλειψη του Άλλου (σου έλειψα;) γιατί δεν εκπληρώνεται με αντικείμενα αλλά από σημάδια, λόγια. "Ξέρω να δωρίζω στον Άλλον αυτό που δεν έχω". Οι άνδρες είναι επιβαρυμένοι από το ότι νομίζουν ότι κατέχουν τον φαλλό. ”Η αγάπη είναι πάντα αγάπη για το όνομα”. Δεν είναι ποτέ για το ”κομμάτι“, δεν είναι κτητική. Δεν υποτάσσεται στο νομό της μετωνυμίας. Σταθεροποιεί την επιθυμία. Την προσδένει σε ένα ιδιαίτερο όνομα και υπό υπό αυτή την έννοια δεν υπάρχει αγάπη για το καθολικό ή αγάπη για τη ζωή, τα οποία αποτελούν ρητορικά αποφθέγματα (ως υποκατάστατα). Το θαύμα του έρωτα – αγάπης είναι η μοναδική δυνατότητα ένωσης του ονόματος στο σώμα. Να επιθυμείς αυτό το σώμα σαν να είναι ένα όνομα, και να επιθυμείς να ακούς και να προφέρεις αυτό το όνομα με την ίδια ενορμητική δύναμη σαν να ήταν σώμα. Να αγαπάς στον Άλλον όχι το όμοιο αλλά το αναντικατάστατο στην ετερότητα του.
9ο πορτρέτο: Η αγνή επιθυμία ή η επιθυμία θανάτου Κάθε φορά που επιθυμούμε κάτι προσωπικά, που βιώνουμε την εμπειρία της επιθυμίας ως μοναδικό απόλυτο, κάθε φορά που προσπαθούμε να ”επιθυμήσουμε την επιθυμία μας“ αντιστεκόμενοι στην ανακούφιση της ύπνωσης, που αναλαμβάνουμε προσωπικά την επιθυμία που μας ενοικεί, φτάνουμε αναπόφευκτα – όπως μας δίδαξε η Αντιγόνη – σε ένα σημείο μοναξιάς, που ο τόπος του Άλλου και η προστασία του γκρεμίζονται κι εμείς βρισκόμαστε μόνοι μας χωρίς δικαιολογίες. Χωρίς καμιά εγγύηση για την πιθανότητα πραγματοποίησης της επιθυμίας βρισκόμαστε εκτεθειμένοι στην πιο ριζική τρωτότητα μας. Κανείς άλλος δεν θα μπορέσει να εγγυηθεί ότι η ανάληψη της επιθυμίας είναι γόνιμη, καρποφόρα, ζωοδότης ή αντίθετα έχει προορισμό της την απώλεια, τον θανατηφόρο παρασυρμό, την ήττα, τον απόλυτο αποπροσανατολισμό. Ο Λακάν μας λέει ότι το μοναδικό ασυγχώρητο λάθος που μπορώ να διαπράξω στη ζωή μου είναι να μην έχω ενεργήσει σύμφωνα με την επιθυμία μου. Η εμπειρία της ανάλυσης μυεί αποτελεσματικά στην ηθική ανάληψη της επιθυμίας, αλλά την ίδια στιγμή μας μυεί στην αδυναμία που αυτή η επιθυμία εμπεριέχει. Όταν η επιθυμία απολυτοπιείται οδηγείται σε ένα είδος ιδεαλισμού που καταλήγει στο να αλλάζει το πραγματικό βάρος του Άλλου.
10ο πορτρέτο: Η επιθυμία του αναλυτή “Να σιωπώ την αγάπη“. Αγάπη για την ζωή του άλλου στην απόλυτη διαφορετικότητα του. Το θέμα είναι κυρίως να καταστεί δυνατό ένα αφήγημα εαυτού, το οποίο να οδηγεί στην παραγωγή μιας μοναδικής – ατομικής επιθυμίας. Ενθάρρυνση για αποδοχή της τρωτότητας. Η ικανοποίηση της επιθυμίας του αναλυτή δίνεται από την γέννηση της επιθυμίας του Άλλου. Επιθυμεί να δείξει στο υποκείμενο όλες τις ψευδαισθήσεις που το κρατούν διαχωρισμένο από το κάλεσμα της επιθυμίας για να μπορέσει να καταστεί δυνατή η υποκειμενοποίηση αυτής της επιθυμίας.
Τα πορτρέτα της επιθυμίας Ρήση του Λακάν: “Το μοναδικό πράγμα για το οποίο κάποιος μπορεί να είναι ένοχος είναι ότι υποχώρησε μπροστά στην επιθυμία του”. Τρεις ουσιαστικές αλήθειες σε σχέση με την παραπάνω ρήση. Πρώτη: Η επιθυμία δεν είναι αμαρτία, δεν είναι το κακό που πρέπει να διορθωθεί, ούτε είναι πέρα από το καλό και το κακό, αλλά είναι αυτό που θεμελιώνει το Νόμο. Η επιθυμία και ο Νόμος είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Δεύτερη: Υπάρχει ένας Νόμος της επιθυμίας, του οποίου η παραβίαση, του οποίου η προδοσία, όπως υποστήριζε ο ίδιος ο Λακάν, τροφοδοτεί την νευρωτική ενοχή. Η επιθυμία δεν είναι ποτέ η απλή παραβατική ανυπακοή του Νόμου αλλά δηλώνει την ύπαρξη ενός άλλου Νόμου σε σχέση με τον λογοκριτικό και καταδιωκτικό Νόμο του Υπερεγώ. Υπάρχει μια ριζική χειραφέτηση του ήθους από την ηθική, του δραν από αξιακές αρχές, δοσμένες άπαξ διαπαντός. Σε αυτό έβλεπα κυρίως μία δραστική αφαίρεση του ύφους από το καθεστώς της θυσίας, από την βαριά σκιά της ενοχής. Δεν είναι η πραγματοποίηση της επιθυμίας που προκαλεί την ενοχή, καθώς δραπετεύει από τον νόμο, αλλά η διαφυγή από το ηθικό καθήκον της υποκειμενικής ανάληψής της. Τρίτη αλήθεια: Είναι η επείγουσα ανάγκη μιας πραγματικής διάστασης του ήθους, στο οποίο η ουσιαστική ευθύνη του υποκειμένου αποσυνδέεται από κάθε αυταπάτη κυριότητας. Η ευθύνη αντιπαραβαλλόταν άμεσα με το αδύνατο. Η επιθυμία για την οποία ο Λακάν μας καλεί να γίνουμε υπεύθυνοι, στην οποία αναγνωρίζεται μια λειτουργία προστακτικής – κατηγορικής ηθικής, δεν μπορεί να κυβερνηθεί από το υποκείμενο της σκοπιμότητας ή της θέλησης· είναι κυρίως πάντα το υποκείμενο αυτό που υποτάσσεται στην επιθυμία. Η ανθρώπινη ελευθερία μπορεί να συντελεστεί μόνο στο φόντο μιας βασικής αποστέρηση, μιας απώλειας αυτοκαθορισμού. Εγώ δεν είμαι ελεύθερος να συστήσω την ύπαρξή μου ως ένα aυταίτιο, αλλά μόνο να κάνω κάτι με όλους τους όλους αυτούς τους σημαίνοντες καθορισμούς που την δημιούργησαν. Το βασικό παράδοξο της επιθυμίας είναι ότι από τη μία μεριά, η επιθυμία είναι φευγαλέα, περιπλανώμενη, υπερβολική, αποκλίνουσα, από την άλλη, φαίνεται επίσης σαν μία προσταγή, σαν ένα ηθικό καθήκον. Αν ακυρώσουμε αυτό το παράδοξο, ακυρώνουμε την πιο χαρακτηριστική διάσταση της ευθύνης για την ψυχανάλυση και κινδυνεύουμε να επικυρώσουμε τον μονολογικό χαρακτήρα της ενόρμησης, δηλαδή της κυνικό-υλιστικής διάστασης της απόλαυσης χωρίς ευθύνη, που διαμορφώνει τη σημερινή δυσφορία του πολιτισμού. Το ασυνείδητο δεν είναι μόνο ένα σύστημα σημείων, ο τόπος της απώθησης, το εμπεριέχον των μνημονικών ιχνών μιας ζωής, δεν είναι μόνο δομημένο ως γλώσσα, ως μνήμη, δεν είναι μόνο δισάκι• το λακανικό ασυνείδητο είναι κυρίως πράξη, τομή, ασυνέχεια, ρήγμα, τύχη, συγκυριακή συνάντηση, έκπληξη, όχι δισάκι, αλλά απόχη. Αν πράγματι η ασυνείδητη επιθυμία απαιτεί την ανάληψη της – την υποκειμενοποίησή της – αυτό σημαίνει ότι αυτή η ανάληψη μπορεί να ναυαγήσει, μπορεί να μην πραγματοποιηθεί, μπορεί να διαφύγει. Το ασυνείδητο δεν είναι λοιπόν μόνο της τάξης της αναγκαίας επανάληψης, αυτό που ήδη υπήρξε, αλλά και της τάξης του μη ακόμα πραγματοποιημένου, του απροσδόκητου γεγονότος. Η επιθυμία δεν καθορίζεται μόνο από την επαναληπτική μήτρα της φαντασίωσης, αλλά είναι επίσης ένα επινόημα, προεξοχή, απροσδόκητο άνοιγμα, νέα συνάντηση, τύχη. Ενώ το κύκλωμα της απόλαυσης τείνει στο αυτιστικό κλείσιμο, στην μη σχέση, στο Ένα, η κίνηση της επιθυμίας είναι παράδοξη γιατί από το ένα μέρος φαίνεται συνδεδεμένη με τον Άλλον, αλλά από το άλλο στοχεύει σε αυτή την ίδια την επιθυμία, να τροφοδοτήσει μετωνυμικά την ίδια της την κίνηση· από την μία μεριά, φαίνεται να συνδέεται με την διαλεκτική της αναγνώρισης και, από την άλλη, είναι αυτό που ξεφεύγει από αυτήν· από τη μία, είναι αρθρώσιμη στην γλώσσα, και από την άλλη, είναι κατεξοχήν μη αρθρώσιμη• από το ένα μέρος συνδέεται με το νόμο του ευνουχισμού, και από το άλλο είναι αυτό που ανατινάζει αυτό το Νόμο, καθώς εκδηλώνεται ως καθαρή μετωνυμία• από τη μία υποδηλώνει το διχασμένο υποκείμενο, από την άλλη το μικρό αντικείμενο (α) ως αντικείμενο – αιτία της επιθυμίας. Για να μπούμε με αξιώσεις σε αυτή τη σειρά παράδοξων, θα πρέπει να απομονώσουμε κατά κύριο λόγο την νιχιλιστική μορφή της επιθυμίας, η οποία συνίσταται στην ώθηση της να επαναλαμβάνει το ίδιο ανικανοποίητο μέχρι να αναλωθεί σε αυτή την μετωνυμική επανάληψη. Κατά δεύτερο λόγο, θα πρέπει να καταδείξουμε το υπερβάλλον της επιθυμίας αναφορικά με την νιχιλιστική εκδοχή της. Υπάρχει ένα βλαπτικό στοιχείο, ένα στοιχείο καθαρής σπατάλης της επιθυμίας· υπάρχει μια δαιμονική διάσταση της επιθυμίας, η οποία την οδηγεί στην αυτοανάλωση της. Η ανάπτυξη της επιθυμίας ως επιθυμίας του Άλλου μας οδηγεί, αντίθετα, στην αγάπη – έρωτα ως αναπλήρωση στην ανυπαρξία της σεξουαλικής σχέσης, στη μη σχέση ανάμεσα στα φύλλα. Αν η μονολογική ενόρμηση υπερισχύει, δεν υπάρχει Κοινότητα, δεν υπάρχει δυνατή σχέση. Ο έρωτας – αγάπη είναι αυτό που διατηρεί σε σύγκλιση την επιθυμία και την απόλαυση. Ο αυτισμός του Ενός της απόλαυσης χρειάζεται τον έρωτα για να μη γέννα μόνο καταστροφή.
This entire review has been hidden because of spoilers.
Oltre le mie limitate conoscenze. Lacune su Lacan e difficoltà a digerire testi scritti per autocompiacimento. Libro per pochi, pochissimi. Forse per due: Lacan e Recalcati.
Πορτρέτα επιθυμίας ή εισαγωγή στον Λακαν? Όπως και να εχει, το βιβλίο εξετάζει τα διάφορα πρόσωπα της επιθυμίας, την επιθυμια στο λακανικο έργο, ως βασικό θεμελιώδες ζήτημα της ψυχανάλυσης. "Το μοναδικό πράγμα για το οποίο κάποιος μπορεί να είναι ένοχος ειναι ότι υποχώρησε μπροστά στην επιθυμια του". Μια διατύπωση του Λακαν που κατά τον συγγραφέα εχει τρεις ουσιαστικές αληθειες: 1. Η επιθυμία δεν ειναι αμαρτία, ίσα ίσα ορίζει και την έννοια του νόμου (διαφορετικές όψεις του ίδιου νομισματος). 2. Η παράβαση του Νόμου της επιθυμιας τροφοδοτεί τη νευρωτικη ενοχή. 3. Πρέπει να γίνουμε υπεύθυνοι της επιθυμίας μας την ίδια στιγμή όμως που δεν την κυβερνούμε εμείς, αλλά υποτασσομαστε σε αυτήν. (πως μπορούμε να είμαστε υπεύθυνοι για κάτι που μας ξεπερνα;) Εξαιρετική η ανάλυση του πώς ο ψυχαναλυτής στέκεται δίπλα στον αναλυομενο στην προσπάθεια ανάλυσης της επιθυμίας. Με την σιωπή του ο αναλυτής ωθεί το υποκείμενο να αναγνωρίσει, ποιος μόλις μέσα από αυτά που λέει, τι λεει, γιατί το λέει και πώς εκφράζεται εν τέλει η ασυνειδητη επιθυμια του. Συνολικά ένα ωραίο βιβλίο αλλα ίσως λίγο βαρύ. Σίγουρα πολύ χρήσιμο για αναλυομενους.
[...]Το ανθρώπινο ον συντρίβεται από τη δύναμη της επιθυμίας ως επιθυμίας για τίποτα. Οι ποιητές και οι συγγραφείς συχνά έχουν υμνήσει αυτήν τη δαιμονική και αενάως ανικανοποίητη διάσταση της επιθυμίας. Έχουν υμνήσει αυτό το εκκεντρικό, αποκλίνον, παράξενο, φευγαλέο, απρόβλεπτο, που συνοδεύει την επιθυμία ως επιθυμία για Άλλο. Είναι αυτή η διάσταση της επιθυμίας που δεν ενσαρκώνεται μόνο στην υστερία, αλλά επίσης και στην καταναγκαστική ώθηση στο νέο, στο μη ακόμα ιδωμένο, στο μη ακόμα γνωστό, πέρα από το αντικείμενο που είναι στη διάθεσή μου. Η επιθυμία ως επιθυμία για Άλλο είναι επιθυμία όχι «αυτού», αυτού που έχω, αυτού που είναι παρόν, αλλά πάντα για «άλλο Πράγμα», για ένα Πράγμα που δεν μπορεί ποτέ να είναι παρόν.[...]
Libro molto interessante e scorrevole (anche da non esperti del settore) sia per chi vuole sapere cosa pensano gli psicoanalisti sul desiderio sia per chi vuole avvicinarsi per la prima volta a Recalcati e a Lacan. Consigliato