Οι επιφυλλίδες στον εβδομαδιαίο τύπο (ιδίως βιβλιοφιλικού/γλωσσικού περιεχομένου) αποτελούσαν ανέκαθεν το πρώτο τμήμα της εφημερίδας στο οποίο ανέτρεχα. Η συγκέντρωση (σε δύο τόμους) αρθρογραφίας γλωσσικού περιεχομένου είναι μια πολύ καλή ιδέα, προκειμένου να υλοποιηθεί ένα εύληπτο έργο εκλαϊκευμένης επιστήμης. Ο Γιάννης Χάρης, με κατανοητή γλώσσα και ευσύνοπτες αναλύσεις, καταπιάνεται με πολλά από τα φλέγοντα ζητήματα της συγχρονίας αλλά και της διαχρονίας της ελληνικής γλώσσας.
Από την Αρχαία Ελλάδα στα ελληνιστικά χρόνια και από τον αττικισμό στην καθιέρωση του πολυτονικού και από τη Δίκη των Τόνων στη γλωσσοεκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 76’, ο συγγραφέας απενοχοποιεί τα γλωσσικά λάθη και εγκύπτει σε όσα είναι συνυφασμένα με ιδεολογικές παραμέτρους. Η βίαιη επιβολή των λόγιων τύπων στηλιτεύεται ανοιχτά, καθώς θεωρούνται φορείς εξουσιαστικού λόγου και ως μέσα τα οποία υπονομεύουν τα συνομιλιακά αξιώματα, στο όνομα μιας δήθεν καλλιέπειας. Η διαμάχη καθαρεύουσας και δημοτικής, μαζί με τα απότοκά της, διατρέχει το δίτομο έργο ως κύριος θεματικός άξονας.
Δε λείπει φυσικά και ο αντικειμενικός σχολιασμός γλωσσικών εγχειριδίων, λεξικών κλπ. τα οποία μονοπώλησαν το ενδιαφέρον (θετικά ή αρνητικά) της γλωσσολογικής και εκπαιδευτικής κοινότητας. Όλα τα ανωτέρω με τεκμηριωμένο, σαφή και ελαφρώς σκωπτικό τρόπο. Ο δημοσιογραφικός λόγος κατά περιπτώσεις κουράζει λίγο τον αναγνώστη, θυμίζοντάς του ότι δεν αποτελεί ένα ενιαίο σύγγραμμα, αλλά ένα μίγμα άρθρων, με αξιοθαύμαστη πάντως συνοχή και συνεκτικότητα μεταξύ των επιμέρους δημοσιεύσεων. Η διαπραγμάτευση του έργου μοιάζει κατά διαστήματα κάπως μονόπλευρη, αλλά δεν είναι εμμονική, με την εξαίρεση ίσως της επιστολιμιαίας αντιπαράθεσής του με τον Γ. Μπαμπινιώτη. Σε ένα επίτομο έργο, Ο αγώνας λόγων στον οποίο επιδίδεται με τον γνωστό καθηγητή γλωσσολογίας κουράζει τον αναγνώστη, πολύ περισσότερο από ότι σε μια εβδομαδιαία επιφυλλίδα. Αξίζει πάντως να διαβάσει κάποιος προσεκτικά τις επισημάνσεις του συγγραφέα, ιδίως πάνω στο Λεξικό Μπαμπινιώτη.
Ο Γιάννης Χάρης προτάσσει την αξία μιας χρηστικής και επικοινωνιακής γλώσσας, σε βάρος διάφορων γλωσσικών υβριδίων γεμάτων γλωσσικά απολιθώματα. Λαμβάνοντας υπόψη ότι η εν λόγω αρθρογραφία δημοσιεύτηκε από το 1999 και εξής, υπάρχουν γλωσσικές παράμετροι οι οποίες έχουν μεταβληθεί έως σήμερα, κάτι που προοικονομεί και ο ίδιος ο συγγραφέας, αναφέροντας ότι το λάθος του σήμερα ενδέχεται να είναι η γλωσσική νόρμα του αύριο. Επίσης, ο ψαγμένος φιλόλογος γνωρίζει ότι πλέον έχουν μεσολαβήσει έργα όπως το Χρηστικό Λεξικό της Ακαδημίας Αθηνών, το οποίο θα ήταν ευχής έργον να είχε παρουσιαστεί αντιστικτικά προς τα υπόλοιπα λεξικά που σχολιάζονται από τον συγγραφέα.
Ένα ενδιαφέρον και αξιόλογο πόνημα με κοινωνιογλωσσολογίες, φωνολογικές, πραγματολογικές, σημασιολογικές, ιστορικοσυγκριτικές αποχρώσεις, περιγραφικό και όχι ακραιφνώς ρυθμιστικό όπως διάφορα «εγχειρίδια καλής χρήσης της γλώσσας» που έχουν εκδοθεί κατά καιρούς.