Όποιος μπορεί να συμμετάσχει ξεκινά για το μέτωπο. Στρατιωτικοί, μεταμφιεσμένοι μοναχοί, φαρμακοί, Γιοι της Στάχτης. Ο καθένας έχει τα δικά του όπλα να χειριστεί, τους δικούς του αντιπάλους να νικήσει, τους δικούς του φόβους να ξεπεράσει.
Μα κι οι άμαχοι δίνουν τον δικό τους αγώνα, πίσω στην πατρίδα. Για να φτάσει το εκστρατευτικό σώμα στον τόπο της τελικής αναμέτρησης. Για να βγάλουν τον χειμώνα οι ξεσπιτωμένοι. Γιατί υπάρχουν και κρυφές απειλές.
Κάθε νίκη κρέμεται από μια άλλη νίκη. Ή από μια θυσία.
Η τριλογία των Γιων της στάχτης κλείνει με την κορύφωση των αφηγηματικών νημάτων που ξεκίνησαν στο Κοράκι σε άλικο φόντο και ξεδιπλώθηκαν στο Βέλη και κρόκινες φλόγες.
«Υπήρχε ελπίδα μια μέρα η Πλάση να μην έχει πια θέση για ανθρώπους της βίας».
Τρίτο και τελευταίο (ή όχι;) βιβλίο, τρίτο και τελευταίο λάβαρο που πρέπει να πέσει. Τα τελευταία βιβλία γενικά είναι δύσκολα και πάντα τα φοβάμαι λίγο. Θα είναι το τέλος που πρέπει; Θα έχουν όλοι την κατάληξη που αξίζουν; Θα εκπληρώσει τις προσδοκίες που έχτιζε ο συγγραφέας στα προηγούμενα βιβλία; Ε λοιπόν ο συγκεκριμένος τα κατάφερε μια χαρά!
Η Βασιλεία των Αιγλωαίων βρίσκεται πλέον σε ανοιχτό πόλεμο με την Κουβρατία, σε ένα ψιλοκρυφό με το Πέραν, ενώ οι Δηωτές περιμένουν κι αυτοί τη σειρά τους. Οι Μονές προσπαθούν να βοηθήσουν κρυφά, ο Γιοι της Στάχτης προσπαθούν να βοηθήσουν χωρίς να φανερωθούν, τις ικανότητες του Μελέτιου και του Σκιάχτρου τις ξέρουν λίγοι και την αλήθεια για το ποιος μπορεί να κρύβεται πίσω από όλα αυτά την ξέρει μόνο ο Αργυρός. Ενώ ο Σεβαστιανός και ο Πολυκράτης, εντός των συνόρων, έχουν άλλα προβλήματα να αντιμετωπίσουν. Πολλά ανοιχτά μέτωπα, πολλές διαφορετικές μάχες που πρέπει να δοθούν μέχρι να κερδηθεί ο πόλεμος.
Οι εξελίξεις είναι συνεχείς, τα γεγονότα τρέχουν και οι ανατροπές πολλές. Έχουμε μπει στην τελευταία ευθεία και τα πάντα θα κριθούν εδώ. Παρ’ ότι πυκνογραμμένο κι αυτό, διάβαζα με γωνία, οι σελίδες περνούσαν γρήγορα και για πρώτη φορά δεν με ενόχλησαν τα μεγάλα κεφάλαια. Μην πω κιόλας ότι υπήρχαν φορές που δεν τα πρόσεχα καν και απλά διάβαζα να δω τι θα γίνει παρακάτω! Σε αυτό βοηθούσε σίγουρα και η συχνή εναλλαγή των χαρακτήρων που κάθε φορά παρακολουθούμε , κάτι που για να πω την αλήθεια έκρυβε κι ένα μικρό αρνητικό: καθότι πολλοί οι χαρακτήρες κάναμε αρκετές σελίδες να τους ξαναδούμε και κάποιοι ίσως να μην είχαν το χρόνο που τους έπρεπε.
Οι χαρακτήρες μας, βασικοί και δευτερεύοντες, έχουν ο καθένας τη δική του μάχη να δώσει, τους δικούς του εχθρούς και φόβους να αντιμετωπίσει. Τα εμπόδια είναι πολλά και ο κίνδυνος να μην τα καταφέρουν μεγάλος. Οι δολοπλοκίες δεν σταματούν ούτε εδώ. Η κάθε πλευρά έχει τα δικά της σχέδια και κανείς δεν είναι ασφαλής. Κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος ότι θα είναι ζωντανός στην επόμενη μέρα.
Μπόλικη δράση, έντονες σκηνές και περιγραφές, πολλές μάχες και θάνατος. Και πεθαίνει πολύς κόσμος. Τολμώ να πω μάλιστα (να καταγγείλω δηλαδή) πως μέχρι το τέλος του βιβλίου γινόμαστε μάρτυρες της εξόντωσης του μισού βασικού καστ. Το χειρότερο απ’ όλα ήταν πως οι περισσότεροι από αυτούς ήταν χαρακτήρες που συμπαθούσα, που νοιαζόμουν γι’ αυτούς. Κάποιοι θάνατοι μπορώ να πω πως δεν με ξάφνιασαν, κάποιους άλλους όμως δεν τους περίμενα με τίποτα! Θάνατοι στη μάχη, δολοφονίες εν ψυχρώ, προδοσίες. Έφτασα σε ένα σημείο να θέλω να φωνάξω ΣΤΑΜΑΤΗΣΤΕ ΝΑ ΠΕΘΑΙΝΕΤΕ, ΠΑΡΑΚΑΛΩ! Ο συγγραφέας δεν έδειξε κανένα έλεος. Γιατί όχι μόνο ξεπάστρεψε αυτούς που συμπαθούσα αλλά άφησε ζωντανούς και αρκετούς που τους άξιζε να πεθάνουν.
Όσο για το τέλος να τι να πω; Ότι δεν μου έφτασε; Ότι ήθελα κι άλλο; Όχι δεν μου έφτασε! Το τέλος του βιβλίου είναι ένα τέλος που φωνάζει πως υπάρχει και συνέχεια! ΠΡΕΠΕΙ να υπάρχει και συνέχεια! Γιατί αλλιώς τι τέλος ήταν αυτό; Κάποιοι χαρακτήρες δεν μάθαμε τι ακριβώς απέγιναν και στις τελευταίες σελίδες ανοίγουν νέα μέτωπα. Το σκηνικό είναι έτοιμο, το υλικό πλούσιο, μπορούν να δώσουν μια καταπληκτική συνέχεια! (για την οποία ανυπομονώ ήδη!)
Πιστός στις αρχές μου, επισημαίνω ότι το βιβλίο αυτό ήταν προσωπικό δώρο από τον συγγραφέα, όχι με αντάλλαγμα την παρουσίασή του. Ούτως ή άλλως θα το είχα αγοράσει και διαβάσει όπως είναι προφανές και από τη γνώμη μου για τα δύο προηγούμενα.
Το τρίτο βιβλίο των Γιων της Στάχτης ακολουθεί τα γνώριμα χνάρια των προηγούμενων και μας βυθίζει και πάλι στον καλοδουλεμένο και πολύ ενδιαφέροντα φανταστικό κόσμο που έχει στήσει ο συγγραφέας. Βέβαια είναι απαραίτητο να έχετε διαβάσει τα δύο προηγούμενα για να παρακολουθήσετε την πλοκή, τα πρόσωπα και τα γεγονότα αλλά ευτυχώς ο συγγραφέας στην αρχή έχει φροντίσει για μια εκτεταμένη ανακεφαλαίωση και δεν θα χρειαστεί να τα ξαναδιαβάσετε.
Σε αυτό το βιβλίο μαθαίνουμε ακόμα περισσότερα για τον κόσμο και τους χαρακτήρες ενώ ολοκληρώνεται η κύρια αφηγηματική ροή με επικό τρόπο. Τα γεγονότα που μπήκαν σε κίνηση στο προηγούμενο βιβλίο αποδίδουν καρπούς εδώ ενώ έρχεται και η κάθαρση για πολλούς από τους ήρωες. Η γραφή γνώριμη από τα προηγούμενα, με σωστό λόγο και ροή και υπέροχη δουλειά σε ονόματα και ιδιωματισμούς.
Σίγουρα το βιβλίο αυτό μαζί με τα προηγούμενα αποτελεί μια εξαιρετική στιγμή του ελληνικού φανταστικού, που δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από αντίστοιχα ξενόγλωσσα επικής φαντασίας.
Από την άλλη θα το θεωρήσω μεγάλο παράπτωμα αν αυτό το βιβλίο είναι το τελευταίο της σειράς καθώς υπάρχουν πολλά τα οποία έχουν μείνει μετέωρα και ανολοκλήρωτα και θα είναι κρίμα η μέχρι τώρα υπέροχη δουλειά να αφήσει τόσες εκκρεμότητες σε επίπεδο πλοκής. Θεωρώ απλά ότι έχει κλείσει ένα μέρος της και όχι ολόκληρη η σειρά. Ο συγγραφέας μας αφήνει υπόνοιες για συνέχεια αλλά εγώ θα τον παρακαλέσω δημόσια από εδώ να προχωρήσει σύντομα σε επόμενο βιβλίο και με τις υπόλοιπες πλοκές γιατί αν το αφήσει εδώ θα αδικήσει τον εαυτό του και τον κόσμο που με τόσο κόπο έχτισε.
Υπέροχο, μαγικό και... πολύ μικρό για να γεμίσει το κενό. Μόλις το τελείωσα και ήδη νιώθω άδειος, όπως όταν τελειώνω κάθε αγαπημένο μου βιβλίο. Θέλω να μάθω τι απέγινε ο κάθε ήρωας. Κι ας ξέρω πως έτσι δεν τους αφήνω να ζήσουν πραγματικά ελεύθεροι. Ο συγγραφέας όμως, θέλει τους ήρωές του (και είναι πολλοί όπως είδαμε στα δύο πρώτα βιβλία) να μην ολοκληρώνουν τις ζωές τους. Να καταφέρνουν πολλά, μα να έχουν ακόμη περισσότερα μπροστά τους. Να συνεχίζουν να ζουν. Ποτέ δε μου άρεσαν τέτοια φινάλε σε βιβλίο. μα εδώ, δεν έχουμε να κάνουμε με απλό βιβλίο, ούτε καν με τριλογία. Πλέον κατάλαβα. Αυτό είναι μόνο ένα μέρος της ιστορίας των Αιγλώεων. Και όπως κάθε ιστορία, δεν ξεκίνησε με την αρχή της τριλογίας και φυσικά δεν τελειώνει με το τέλος της. Η ιστορία των πρωταγωνιστών συνεχίζεται. Δεν ξέρω αν ποτέ ο συγγραφέας την γράψει. Δεν ξέρω αν ανακαλύψει κάπου πάπυρους με την συνέχεια ή με άλλα σημεία της ιστορίας. Μιας ιστορίας που είναι τόσο προσεγμένη και λεπτομερής όσο λίγες. Ακόμη και αληθινές ιστορίες δεν έχουν τόσες λεπτομέρειες. Και αυτό για μένα είναι το καλύτερο σημείο των βιβλίων. Δεν έχουν πραγματικά τίποτα να ζηλέψουν. Υπάρχουν τόσα πολλά πράγματα να ανακαλύψεις διαβάζοντας που δύσκολα θα σε κουράσουν. Υπάρχουν τόσες πολλές λεπτομέρειες που δύσκολα θα τις ανακαλύψεις με το πρώτο διάβασμα. Και φυσικά, ο κάθε αναγνώστης θα βρει άλλα σημεία να προσέξει και να επικεντρωθεί. αυτή είναι η μαγεία των καλών βιβλίων. Ξέρω πως κάποιους δε τους νοιάζουν τα σπαθιά των ηρώων να στομώνουν, ή οι χορδές των τόξων να βρέχονται, μα τέτοιες λεπτομέρειες είναι γαμώτο που ξεχωρίζουν ένα απλά καλό από ένα εξαιρετικό βιβλίο. Και εδώ, όλα αυτά είναι προσεγμένα στην εντέλεια. Και στο τέλος του βιβλίου, έχεις όλα όσα πρέπει να ξέρεις για να φανταστείς τη συνέχεια. Εγώ ξέρω πως θα το κάνω για πολλές μέρες. Θα ψάχνω να δω τι απέγιναν οι ήρωες που αγάπησα. Μέχρι να μην αντέχω άλλο και να ξαναξεκινήσω το ταξίδι από την αρχή. Ελπίζω πάντα βέβαια ο συγγραφέας να με λυπηθεί και να μου χαρίσει και άλλα ψήγματα της ιστορίας των Γιων της Στάχτης.
Μια σημαντική στιγμή στον χώρο της λογοτεχνίας, μια φωνή που ξεχωρίζει για την ποιότητά της και μόνο, μια δουλειά υψηλού επιπέδου, μια προσπάθεια που δικαιώνει όσους αναζητούν ένα έργο που κάνει τη διαφορά.
Ο Ελευθέριος Κεραμίδας, ένας τεχνίτης της γραφής, αναζήτησε τα κομμάτια της ιστορίας, τα στοιχεία της μυθολογίας και της ελληνικής παράδοσης που θα γοητεύσουν τον αναγνώστη, και τα έδεσε αριστοτεχνικά σε ένα έπος που μοιάζει σαν μια ιδιαίτερα φωτεινή στιγμή, μέσα σε μια θολή εποχή στον εκδοτικό χώρο.
Στο "Δρυς με Φύλλα Σμαραγδιά" θα συναντήσετε ένα κόσμο που ίσως να θυμίζει Βυζάντιο, αλλά ουσιαστικά σου φέρνει συνεχώς εικόνες και αρώματα της Ελλάδας, και πολλούς μα πολλούς χαρακτήρες- καθένας με τη δική του ιστορία, καθένας με τη δική του φωνή.
Λεπτομερείς, σκιαγραφημένες με ζωντάνια οι σκηνές από μάχες, άρτιες περιγραφές στα όπλα και στις ενδυμασίες, αλλά και στα κίνητρα και στις δολοπλοκίες όλων όσων συμμετέχουν.
Επίσης, θα βρείτε εμβόλιμες ιστορίες-λαϊκά παραμύθια, που δίνουν μια άλλη γοητεία στην εξέλιξη τής ιστορίας, πλάσματα και στοιχειά της μυθολογίας και των παραδόσεών μας, και μια αύρα υπερφυσικού στοιχείου, διακριτικού μεν, που προσδίδει δύναμη στο κείμενο, χωρίς, ωστόσο, να καταφεύγει στις συνηθισμένες νόρμες τού φανταστικού.
Μου άρεσε πάρα πολύ η οπτική γωνία του Προφήτη, ανατριχιαστική γραφή και τρόπος σκέψης. Ιδιαίτερα επιτυχημένη η αλλαγή οπτικής γωνίας, η περιγραφή της Λάμιας, ο Αλγεινός και οι ιδιότητές του, αλλά και τα ονόματα.
Το "Δρυς με Φύλλα σμαραγδιά" μιλάει για πόλεμο, ωστόσο είναι τόσο πλούσιο σε γλώσσα, σκέψη, ιδέες και χαρακτήρες, ώστε να ενδιαφέρει και ανθρώπους με απαιτήσεις από ένα βιβλίο, άσχετα από το είδος.
Το συστήνω, λοιπόν, σε όσους αγαπούν το ιστορικό μυθιστόρημα, σε όσους διαβάζουν φανταστικό, σε όσους ψάχνουν μια πολύ προσεγμένη και πλούσια δουλειά, αλλά και σε όσους παρακολουθούν σεμινάρια δημιουργικής γραφής (έχουν να πάρουν πολλά).
Τι να πω για αυτό το βιβλίο! Για ακόμη μια φορά ο κύριος Κεραμίδας κατάφερε να με κάνει να αγωνιώ σε κάθε κεφάλαιο, σε κάθε σελίδα!
Όπως και στα προηγούμενα δύο βιβλία της τριλογίας Οι Γιοι Της Στάχτης, το ενδιαφέρον υπάρχει από την αρχή ως το τέλος. Η πλοκή είναι γεμάτη από δράση και αγωνία με μεγάλη κορύφωση τη στιγμή του πολέμου. Ο συγγραφέας έχει αποδώσει πολύ όμορφα τις σκηνές της μάχης, όπου τίποτα δεν είναι εύκολο ακόμη κι όταν έχεις σύμμαχό σου τη μαγεία.
Σε αυτό το βιβλίο οι ήρωες ξεπερνούν τα όριά τους, οι δολοπλοκίες έχουν αυξηθεί και βλέπουμε σταδιακά την εξέλιξη κάθε χαρακτήρα. Πολλοί θάνατοι, πολλά διλλήματα, πολλά και τα προβλήματα για τη βασιλεία των Αιγλωέων... Θυσίες, προδοσίες, αυτό το βιβλίο τα έχει όλα!
Αν θελήσετε να το διαβάσετε καλό θα ήταν να ξεκινήσετε από το πρώτο μέρος της τριλογίας. Με αυτόν τον τρόπο θα έχετε τη συνολική εικόνα του κάθε ήρωα και θα κατανοήσετε καλύτερα και την πλοκή του τρίτου μέρους. Ωστόσο, στην αρχή του, υπάρχει η περίληψη του προηγούμενου βιβλίου και φυσικά, στο τέλος, το ευρετήριο περιοχών και ονομάτων.
Μοναδική η γραφή του κυρίου Κεραμίδα, το έχω ξαναπεί. Για εμένα η τριλογία δεν τελειώνει εδώ. Θα περιμένω την επόμενη με μεγάλη χαρά. Μοναδικός συγγραφέας, μην προσπεράσετε τα βιβλία του. Αξίζει να διαβαστούν!
4 και μισό Δεν τελειωνει εδώ! Αποκλείεται αυτή η σειρά να τελειώνει εδώ! Θέλουμε συνέχεια! Τι να πω για αυτό το βιβλίο; το καλύτερο της τριλογίας. Τα είχε όλα! Οι εξελίξεις είναι συνεχείς, τα γεγονότα τρέχουν και οι ανατροπές πολλές. Οι χαρακτήρες παλεύουν ο καθενας με τους δικούς του φόβους και εχθρούς. Τα εμπόδια δεν σταματούσαν. Οι δολοπλοκίες συνεχείς! Η δράση ασταμάτητη! Πολλές μάχες και θάνατος. Πολύς θάνατος!!! Θέλουμε συνέχεια!
Περίμενα με ανυπομονισία την κορύφωση και την ολοκλήρωση της τριλογίας των "Γιών της Στάχτης" και ανταμοίφθηκα πλουσιοπάροχα για την αναμονή. Η σύγκλιση των ιστοριών των πολλών και πολύ ενδιαφερόντων ηρώων της ταραγμένης Βασιλείας Αιγλωέων, που είχε ξεκινήσει ήδη από το δεύτερο βιβλίο ολοκληρώθηκε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, μια αμείλικτη, ηρωική και τραγική μάχη, που ο συγγραφέας απέδωσε άριστα με την πάντα άψογη γραφή του. Όλα (σχεδόν) τα προβλήματα βρήκαν τη λύση τους, πολλές προσωπικές πορείες την κατάληξη που τους άρμοζε. Όμως, αρκετά νήματα ιστοριών έμειναν ατελή και νέα ερωτήματα δημιουργήθηκαν, τόσο που να δίνουν την ελπίδα για επέκταση της ιστορίας και της αναγνωστικής μας απόλαυσης. Σίγουρα, πολύ σύντομα θα ξεκινήσω μια δεύτερη, πιο βαθιά ανάγνωση της τριλογίας.
Έχω το προνόμιο να γνωρίζω έναν μεγάλο αριθμό Ελληνίδων και Ελλήνων συγγραφέων φανταστικής λογοτεχνίας. Ο Κεραμίδας, από μια άποψη, είναι με διαφορά ο πιο παρανοϊκός. Γιατί κανείς άνθρωπος με τα σωστά του δεν θα καθόταν (επί 14 αν δεν κάνω λάθος χρόνια) να υποβάλει τον εαυτό του σε τέτοιο μαρτύριο κοσμοπλασίας, επινόησης, χαρακτήρων, αφηγητών, πλοκής και υποπλοκών, ψιλοκεντημένης λεπτομέρειας και, πάνω απ’ όλα, εσωτερικής συνέπειας. Ξέρω κι άλλες και άλλους που θα έκαναν (ή που έχουν ήδη κάνει) κάτι ανάλογο, αλλά ο Κεραμίδας είναι, προς τέρψη του αναγνώστη, ξεκάθαρα ο πιο μαζοχιστής όλων, από τις ευχάριστες περιπτώσεις που η καλλιτεχνική τρέλα, κατάλληλα στοχευμένη, μπορεί να δώσει τέτοιο ιδιαίτερο αποτέλεσμα. Στην απίθανη περίπτωση που δεν έχει συναίσθηση της κατάστασής του, θα του την εξηγήσω από κοντά με την πρώτη ευκαιρία. Μέχρι τότε, απολαμβάνω το αντάξιο και επικότατο κλείσιμο μιας εξαίρετης τριλογίας-στολίδι για το ελληνικό Φανταστικό.
Το τρίτο βιβλίο της σειράς "Γιοί της στάχτης" (επικό μυθιστόρημα της λογοτεχνίας του φανταστικού που διαδραματίζεται σε μια εναλλακτική εκδοχή των Βαλκανίων, και της Μεσογείου γενικότερα, της βυζαντινής εποχής) είναι εξίσου ευφάνταστο και καλογραμμένο με τα δύο πρώτα και την συστήνω ανεπιφύλακτα στους λάτρεις του είδους, ιδιαίτερα εάν έχουν βαρεθεί τις ατέλειωτες, και τις περισσότερες φορές μέτριες, fantasy παραλλαγές του δυτικοευρωπαϊκού μεσαίωνα και θέλουν κάτι διαφορετικό, το οποίο επιπλέον είναι και εξαιρετικής ποιότητας. Ο λόγος που αφαίρεσα από την βαθμολογία είναι ο εξής: Φθάνοντας στο τέλος του βιβλίου διαβάζω έκπληκτη το "τέλος της τριλογίας των Γιων της Στάχτης", παρά το γεγονός ότι προφανέστατα η ιστορία δεν έχει τελειώσει. Έχει κλείσει ένα κεφάλαιο, ναι, αλλά αυτό οφείλει να το κάνει κάθε βιβλίο μιας σειράς όταν αυτοτιτλοφορείται ως σειρά και όχι ως πολύτομο μυθιστόρημα (δυστυχώς οι ο όρος (αριθμός)-λογία έχει επικρατήσει να χρησιμοποιείται καταχρηστικά και στην δεύτερη περίπτωση).
Ψάχνοντας την ιστοσελίδα του συγγραφέα, ανακάλυψα ότι, ενώ το αρχικό πλάνο ήταν η σειρά να έχει τέσσερα βιβλία, επειδή η πλοκή τραβούσε σε μάκρος και η εξιστόρηση θα απαιτούσε περισσότερους τόμους, αποφάσισε να κλείσει ένα κεφάλαιο με μία τριλογία και να ολοκληρώσει την ιστορία σε μια δεύτερη, αλληλένδετη. Όταν πρόκειται για έργα τέτοιας ποιότητας, όσο περισσότερα τόσο καλύτερα, αλλά θα ήταν πιο ορθό, κατά την ταπεινή μου γνώμη, να αφήσει κατά μέρος τα περί τριλογίας, να εκδοθεί το βιβλίο ως το τρίτο της σειράς και να περιμένουμε όλοι υπομονετικά το τέταρτο μέρος. Γιατί το συγκεκριμένο βιβλίο απλά δεν λειτουργεί ως τριλογία σε σχέση με τα άλλα δύο: το "Κοράκι σε άλικο φόντο" θέτει τις βάσεις μιας ιστορίας άλλης από αυτήν που βρίσκει λύση στο "Δρυς με φύλλα σμαραγδιά" και το "Βέλη και κρόκινες φλόγες" μένει μετέωρο ανάμεσά τους. Η ιδέα των δύο αλληλένδετων τριλογιών θα λειτουργούσε μόνο με εκτεταμένη αναθεώρηση του πρώτου βιβλίου και κάποιες αλλαγές και στο δεύτερο, δηλαδή να μην πάρουμε με το πρώτο βιβλίο έναν δρόμο, μόνο και μόνο για να λοξοδρομήσουμε στο δεύτερο και να καταλήξουμε αλλού για αλλού με το τρίτο, αλλά να ακολουθήσει η πλοκή μια άλλη πορεία που θα μας έβγαζε ομαλά στην αρχή της δεύτερης ιστορίας (συγνώμη εάν δεν βγαίνει νόημα, προσπαθώ να αποφύγω αποκαλύψεις της πλοκής).
Τέλος πάντων, αφού ο συγγραφέας επέλεξε να χρίσει αυτό το βιβλίο το τρίτο μιας τριλογίας, εγώ οφείλω να αφαιρέσω από την βαθμολογία μου, γιατί ως λύση της ιστορίας και κάθαρση του δράματος δεν ικανοποιεί.
Το τρίτο βιβλίο της σειράς «Γιοι της Στάχτης» περιέχει όλα αυτά τα οποία περιμένετε από ένα έργο τέτοιους μεγέθους. Κρατούσα σημειώσεις καθώς το διάβαζα με σκοπό να μπορέσω να αποτυπώσω την γνώμη μου σε λίγες αράδες – πράγμα το οποίο αποδείχθηκε μάταιο. Οι διαστάσεις αυτού του έργου είναι δυσθεώρητες. Οι χαρακτήρες, η ιστορία, η προϊστορία, τα νήματα που ξεκινάν, διακλαδίζονται και ενώνονται χιλιάδες φορές. Το κεφάλι του συγγραφέα το φαντάζομαι σαν έναν τεράστιο, υπερμεγέθη λαβύρινθο όπου με κάποιο, μαγικό μάλλον, τρόπο καταφέρνει όλα και τα δένει αριστοτεχνικά στο τέλος.
Γράφω την άποψή μου εδώ στο τελευταίο (?) βιβλίο της τριλογίας των Γιών της Στάχτης, αλλά αφορά και τα τρία βιβλία όχι μόνο τον τελευταίο τόμο. Θα ξεκινήσω λέγοντας πως από ό,τι έχω διαβάσει σε fantasy (ελληνικό ή ξένο, διηγήματα ή μυθιστορήματα) τα βιβλία που έγραψε ο Κεραμίδας είναι σίγουρα από τα πιο καλοδουλεμένα και ξεχωριστά, παρά τα όποια επιμέρους σημεία/στοιχεία ανισορροπίας που μπορεί να βρήκα. Είναι ξεχωριστά για το πάθος και την αγάπη του συγγραφέα για την ιστορία που εμπνεύστηκε, αλλά κυρίως ξεχωριστά για τη διαφορετική τους προσέγγιση σε ένα είδος που κυριαρχείται από μια δυτικού-αγγλοσαξονικού ύφους κοσμοπλασία. Για μένα ένα από τα μεγαλύτερα ατού της τριλογίας των “Γιών” είναι ο ρεαλισμός πάνω στον οποίο επέλεξε να κινηθεί ο συγγραφέας. Είναι ένας ρεαλισμός που δεν αναφέρεται μονάχα στην τήρηση απλών κανόνων της φυσικής αλλά κυρίως στη δομή της κοινωνίας/κοινωνιών στην οποία διαδραματίζεται η πλοκή και στις αντιδράσεις των χαρακτήρων μέσα σε αυτή. Για να το πετύχει αυτό ο συγγραφέας, μελέτησε. Και μελέτησε πολύ και σε βάθος, αυτό είναι ολοφάνερο, αν και σε ένα (πολύ) προσωπικό επίπεδο, αυτό είναι για μένα και το κυριότερο μειονέκτημα/ανισορροπία της τριλογίας του. Ο συγγραφέας βασίστηκε τόσο πολύ στο Βυζάντιο (που για όλους τους νεοέλληνες είναι πολύ οικείο) που κατά τη γνώμη μου, αφαίρεσε ένα μέρος της γοητείας του “fantasy” που εγώ προσωπικά θα ήθελα να είναι εντονότερο. Πολλές φορές, και ειδικά στο δεύτερο τόμο, είχα την αίσθηση πως διάβαζα ιστορικό μυθιστόρημα και όχι βιβλίο φαντασίας. Αυτό βέβαια δεν είναι απαραιτήτως κακό, έχει να κάνει με τα γούστα του κάθε αναγνώστη, οπότε το λαμβάνετε υπόψη αναλόγως. Ένα άλλο σημείο στο οποίο οφείλω να δώσω τα εύσημα στο συγγραφέα, είναι και αυτό του λεξιλογίου. Πλούτος και ένα καλό μάθημα για όλους όσους γράφουν/με ολόκληρα μυθιστορήματα με εκατό λέξεις, επαναλαμβάνοντας τις ίδιες και τις ίδιες φράσεις. Στο ζουμί τώρα, εκεί που πραγματικά γλέντησα τα βιβλία ήταν στους επιμέρους χαρακτήρες/ιστορίες και κυρίως στους γιούς της Στάχτης. Μαζί με μερικούς άλλους χαρακτήρες, τα βδελύγματα γενικώς είναι οι πιο συναισθηματικά πλούσιοι και συγκινητικοί χαρακτήρες. Εκείνοι με τους οποίους μπορείς να ταυτιστείς περισσότερο και πιο εύκολα. Ακόμα και με εκείνους που έχουν περιθωριακούς ρόλους στην ιστορία. Ο λόγος φυσικά είναι απλός: πρόκειται για πλάσματα που είναι προικισμένα με υπερδυνάμεις που όλοι μας ίσως θα θέλαμε νομίζοντας πως θα έκαναν τη ζωή μας ευκολότερη ή καλύτερη, ενώ στην πραγματικότητα αποτελούν το λόγο ακριβώς της δυστυχίας τους. ‘Η ο τρόπος που η κοινωνία αντιμετωπίζει τη διαφορετικότητά τους, είναι η αιτία της τραγικότητας και της δυστυχίας τους. Πέρα από τους Γιούς, εκείνο το subplot που ενώ στην αρχή με κούρασε, στο τρίτο βιβλίο απογειώθηκε και έγινε το δεύτερο αγαπημένο μου, είναι η ιστορία των συντεχνιών και του Ρύτη. Σε πιθανές επόμενες συνέχεις του κόσμου αυτού, πραγματικά η ιστορία και οι χαρακτήρες του υποκόσμου της Νεάπολης θα άξιζαν ένα μυθιστόρημα ολότελα δικό τους. Το ίδιο και οι γιοί της στάχτης καθώς στην παρούσα τριλογία, αν και ήταν από τα κυρίαρχα plots, δεν έπαψαν στιγμή να μου δίνουν την αίσθηση πως είναι απλά μέρος της γενικότερης πλοκής. Και ακριβώς εξαιτίας αυτής της επιλογής του συγγραφέα να φτιάξει μια πλοκή “Λερναία Ύδρα”, είναι που προβάλουν για μένα τόσο έντονα αδύναμοι δυο από τους βασικούς χαρακτήρες της τριλογίας (δεν θα πω ποιοι). Υπάρχουν και μερικοί ακόμα χαρακτήρες που λόγω της ανάγκης να προωθηθεί μια τόσο πολυδιάστατη πλοκή καταλήγουν να είναι “διαχειριστικοί” ή τουλάχιστον έτσι τους εισέπραξα εγώ, όμως στην περίπτωση αυτών των δυο συγκεκριμένων χαρακτήρων, τούτος ο ελαφρώς ατεκμηρίωτος ρόλος προβάλει πιο έντονα, ακριβώς γιατί αποτελούν βασικούς χαρακτήρες και όχι κάποιους που μπαινοβγαίνουν που και που στη σκηνή. Και όταν λέω πως είναι διαχειριστικοί, εννοώ ότι μου έδωσαν την αίσθηση πως υπάρχουν για να ωθούν την πλοκή χωρίς πραγματικό βάρος. Ήταν οι μόνοι “ξύλινοι” και το “ξύλινοι” δεν έχει να κάνει με το πώς μιλάνε ή φέρονται, αλλά με τα ότι τα κίνητρά τους είναι είτε ασαφή ή αδύναμα ως αιτίες για τις πράξεις τους. Ξαναλέω βέβαια πως αυτό τουλάχιστον εξέλαβα εγώ, με αποτέλεσμα να μη μπορώ να ταυτιστώ συναισθηματικά μαζί τους και να μη μπορώ να τους αγαπήσω (είτε ως “κακούς”, είτε ως “καλούς”). Παρόλα αυτά, τούτα τα “αρνητικά” είναι κυριολεκτικά ασήμαντα στο γενικότερο πλάνο της τριλογίας και δεν αρκούν για να αφαιρέσουν ιδιαίτερους πόντους από τα βιβλία. Γενικά, ο πρώτος τόμος στην καινούργια του βερσιόν είναι πολύ καλύτερος, έχοντας στρώσει την αφήγηση σε πολλά σημεία και κάνοντας την εισαγωγή των χαρακτήρων και την απομνημόνευσή τους ευκολότερη. Ο δεύτερος τόμος είναι για μένα ο πιο αδύναμος, κάνοντας μια μικρή κοιλιά, κυρίως γιατί συνεχίζει να εισάγει χαρακτήρες και πλοκές, ενώ ο τρίτος τόμος από την άλλη είναι μακράν ο καλύτερος και πραγματικά αξίζει να διαβαστεί όχι απλά ως fantasy μυθιστόρημα αλλά ως καταπληκτικό βιβλίο γενικώς. Και έχει κάτι που εγώ δεν περίμενα να ευχαριστηθώ (όσοι με ξέρουν, ξέρουν πως στα fantasy μυθιστορήματα προσπερνάω αυτές τις σελίδες στα γρήγορα): την καλύτερη περιγραφή μάχης που έχω διαβάσει. Οι σκηνές της μάχης έξω από τα τείχη της Ναρδικής είναι τόσο ζωντανές και συναισθηματικά φορτισμένες που για μένα μπορούν άνετα να αποτελέσουν μάθημα για το πώς πρέπει να γράφεις σκηνές μάχης! Τα ρέστα μου και μόνο για αυτό. Αν πρέπει να βρω ντε και καλά κάτι που δε μου άρεσε στο τρίτο βιβλίο, το μόνο που μπορώ να σκεφτώ είναι πως δεν κλείνουν όλα τα μέτωπα όπως θα ήλπιζα και πως αντίθετα ανοίγουν άλλα. Βέβαια αυτό αφήνει υποσχέσεις για μελλοντικά ακόμα πιο συναρπαστικά βιβλία που ελπίζω κάποια στιγμή ο συγγραφέας να μας τα χαρίσει. Τελικό συμπέρασμα: για μένα το καλύτερο ελληνικό fantasy μυθιστόρημα μέχρι στιγμής.
Το τέλος της τριλογίας των Γιων της Στάχτης! Το κλείσιμο ενός κύκλου ή αν το θέλεις το κλείσιμο πολλών αλληλένδετων κύκλων που καθένας επηρεάζει τους υπόλοιπους.
Ή μάλλον ούτε αυτό....
Με προβλημάτισε πολύ το τρίτο μέρος των Γιων.
Οι περιγραφές κάτι παραπάνω από πειστικές. Δε θέλω να μπω σε πολλές λεπτομέρειες για την πλοκή, αλλά αυτά που προδιαγράφονταν και αναμένονται από το δεύτερο μέρος παίρνουν σάρκα και οστά. Αναφέρομαι στην τάδε σύγκρουση πχ ή συνάντηση. Η παρουσίασή τους όμως (ακριβώς εκεί δηλαδή που φαίνεται η ποιότητα γραφής) είναι εξαιρετική! Οι χαρακτήρες "καλοί" ή "κακοί" δίνουν τον καλύτερο (ή χειρότερο ��νάλογα από ποια σκοπιά το βλέπεις) εαυτό τους. Πολύ απλά δε γίνεται να έχεις φτάσει ως το τέλος του δεύτερου μέρους και να μη διαβάζεις με ακόρεστη δίψα τη συνέχεια. Σελίδα τη σελίδα ένα (καλώς νοουμένο) διαρκές σφυροκόπημα! Παράδειγμα, όσο γίνεται χωρίς να αποκαλύψω κάτι από την πλοκή: λαμβάνει χώρα μια αψιμαχία ενός από τους "καλούς" με έναν εχθρό. Η περιγραφή, όπως είπα ήδη ξανά και ξανά, παραστατικότατη. Κι εκεί που έλεγα "μπράβο, ωραία την πάει την ιστορία" πετάγεται μια τόση δα προτασούλα που το μόνο που σκεφτόμουν τελικά ήταν "ωχ, τι ήταν αυτό στο τέλος; Από που μας ήρθε αυτό; Τι μου άρεσε περισσότερο; Η μάχη ή η αναπάντεχη τροπή της ιστορίας;" κλπ. Με πιο απλά λόγια μετά απο τη σκηνή έντασης ξεπετάγεται κι ένα νέο αγκαθάκι και σκαλώνω ακόμα πιο πολύ στην ανάγνωση.
Έρχεται η ώρα του τελευταίου κεφαλαίου. Κοιτάζω και ξανακοιτάζω τις σελίδες που απομένουν και με πιάνει αγωνία για το πως θα χωρέσουν όλα όσα φαντάζομαι πως θα γίνουν ως το τέλος. Και παίρνει φωτιά ο κόσμος όλος! Μάχες, αποκαλύψεις, ραγδαίες εξελίξεις, ανατροπές και ανακατατάξεις...
Έρχεται η ώρα του επιλόγου. Τα αναπάντητα ερωτήματα για το τι θα γίνει μετά; Περισσότερα από πολλά. Άλλος κι αυτός ο επίλογος! Ούτε εδω θα ησυχάσουμε! Κάποια ζητήματα μπαίνουν στη θέση τους. Έλα όμως που εμφανίζονται και νέα (πολλά μάλιστα) αγκαθάκια από ��υτά που έλεγα πριν! Έλεος, θα με πεθάνει στα αναπάντεχα!
Και μετά... "Τέλος τριλογίας των Γιων της Στάχτης" και κατάλογος ονομάτων!!! Κάπου εδώ λοιπόν τελειώνει αυτή η υπέροχη από κάθε άποψη περιγραφή ενός κόσμου που πραγματικά αισθάνεσαι δικό σου και πραγματικό όσο η θέα από το παράθυρό σου. Και κάπου εδώ όμως η πικρία για το τέλος της αφήγησης, που είχε ασυναίσθητα εμφανιστεί όπως φαίνεται όταν κοιτούσα με αγωνία τις τελευταίες σελίδες με τις εξελίξεις να τρέχουν, κάνει αισθητή την παρουσία της. Και κάτι παραπάνω από αισθητή θα έλεγα. Τόσο που όταν τελείωσα το βιβλίο το άφησα κάτω μουδιασμένος μ' ένα "γιατί" κι ενα "κρίμα" στο μυαλό. Καλά, αυτό το "κρίμα" το λέω σχεδόν σε καθε σειρά που τελειώνει. Και μόνο το ότι το γνώριμο και οικείο κλίμα που δημιουργήθηκε και αναγκαστικά το στερούμαι αρκει για να μου δωσει αυτή την αίσθηση. Το "γιατί" πάει στο "Γιατί δεν υπάρχουν έστω λίγες σελίδες ακόμα;". Και όχι, αυτό το "γιατί" δεν το λέω παντού. Ειλικρινά στεναχωρέθηκα.
Μετά πήρα να διαβάζω κριτικές άλλων αναγνωστών. Σα να διάβαζα αυτά που σκεφτόμουν! Πολλοί είχαν το ίδιο παράπονο με μένα. Θέλουμε τη συνέχεια των Γιων της Στάχτης. Άλλωστε ο συγγραφέας σε ανάρτηση στο blog του είχε αναφέρει ότι έχει ήδη ιδέες και υλικό για μία ακόμα τριλογία συνέχεια της πρώτης.
Ας ελπίσουμε ότι η σκέψη αυτή του συγγραφέα θα υλοποιηθεί και θα φτάσει γρήγορα στα χέρια μας τυπωμένη η λύτρωση της συνέχειας.
Με δυο κουβέντες η κριτική για το σύνολο της τριλογίας; Ένα αναπάντεχα υπέροχο και αριστουργηματικό έργο! Δεν έχω διαβάσει κάτι που να με ενθουσίασε τόσο εδώ και πολύ πολύ καιρό!
Εκπληκτικό. Η αλήθεια είναι πως δεν περίμενα κάτι λιγότερο, αλλά και πάλι εντυπωσιάστηκα. Ο τρόπος που εξελίσσονται οι χαρακτήρες είναι απίστευτα ρεαλιστικός. Τα πάντα παίζουν τον ρόλο τους, όλα είναι τόσο όσο. Από τη χρήση ντοπιολαλιάς ως και τις τεχνικές λεπτομέρειες οπλισμών και μηχανικών όρων. Εκεί που ξαφνιάστηκα ευχάριστα όμως είναι στις τελευταίες σελίδες, πάνω που πήγα να πω έπαθε Άρχοντα, όλα τελείωσαν γιατί διαβάζω ακόμα, μπαμ! Σκάει η κεραμίδα (το πιάσατε το λογοπαίγνιο?)! Θέλω συνέχεια, όχι, απαιτώ!
Το βιβλίο αυτό ο συγγραφέας το έχει αφιερώσει "σε όσους δεν εγκατέλειψαν τους Γιους της Στάχτης". Καθόλου τυχαία... Ήξερε ότι το χρειαζόμασταν και μας το έδωσε. Αυτό το βιβλίο είναι το δώρο του προς όλους εμάς. Ευχαριστούμε κ. Ελευθέριε Κεραμίδα!
Υ.Γ.1. Ω, και, υποκλίνομαι στις σκηνές μάχης. Υ.Γ.2. Μυρίζομαι κι άλλα βιβλία που συνεχίζουν την ιστορία;;;
Γαμώτο! Τέλειωσε κιόλας; Αναρωτήθηκα, καθώς το ξεκοκκάλισα εντός δύο ημερών. Όσοι έχουν διαβάσει τις κριτικές μου για τα δύο προηγούμενα βιβλία των «Γιων της στάχτης», σίγουρα δεν θα πέσουν από τα σύννεφα με αυτή μου τη διθυραμβική κριτική. Θεωρώ τον Ελευθέριο Κεραμίδα ως τον καλύτερο συγγραφέα Έλληνα στο είδος και, ναι, έναν από τους καλύτερους παγκοσμίως, δίπλα σε τεράστια ονόματα όπως Tolkien, Martin, Jordan, Brooks, Sanderson, Rothfuss, Ambercrombie κλπ κλπ. Έχει καταφέρει να δημιουργήσει το απόλυτο έπος! Με μια διαφορά. Αγγίζει μια οπτική γωνία πρωτόγνωρη ίσως. Μία γωνία όμως η οποία απασχόλησε τον πλανήτη για χίλια χρόνια. Αυτόν της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Δεν έχουμε ένα ακόμα δυτικοαμερικάνικο έπικ φάνταζυ, αλλά ένα ολόφρεσκο, καινούριο πεδίο όπου οι αναγνώστες του είδους θα λατρέψουν. Και, το σημαντικότερο, το οποίο ίσως περνά απαρατήρητο. Η γλώσσα. Ο συγγραφέας όχι μόνο χειρίζεται τη γλώσσα μας, αλλά την απογειώνει. Θεωρώ ότι τμήματα από τα τρία βιβλία θα έπρεπε να διδάσκονται στα σχολεία, μόνο και μόνο για τον λεκτικό πλούτο που περιέχουν. Χώρια ότι σίγουρα θα είναι θελκτικότερα από αυτά που μαθαίναμε εμείς οι μεγαλύτεροι. Νέα ελληνικά κείμενα με «Γιους της Στάχτης»! Αμέ! Στο προκείμενο τώρα. Το τρίτο βιβλίο αποτελεί την κορύφωση της δημιουργίας του κόσμου του συγγραφέα. Φεύγει νερό. Για μένα, απλά είναι κάτι πρωτόγνωρο και συγκινητικό ταυτόχρονα. Και εδώ είναι και το μόνο αρνητικό. Και τα τρία βιβλία μπορούν να διαβαστούν σαν ένα. Και στο τέλος υπάρχει μια άνω τελεία. Αυτή κατά την οποία ο αναγνώστης ουρλιάζει: «Θέλω κι άλλο». Ναι, θέλω κι άλλο. Γιατί ναι μεν το τρίτο βιβλίο κλείνει τα περισσότερα θέματα, μα από την άλλη, αφήνει κάτι χαραμάδες, μικρές που η φαντασία τις κάνει πύλες για συνέχεια. Και τα τρία βιβλία πρέπει να διαβαστούν από όλους τους λάτρεις του είδους και όχι μόνο. Πρέπει να διαβαστούν από κάθε λόγιο, ακαδημαϊκό και ενασχολούμενο με τη λογοτεχνία και την ελληνική φιλολογία όσον αφορά την πεζογραφία. Καλός ο Ταχτσής, καλός ο Ιωάννου, πάρε και έναν Κεραμίδα να ισιώσεις.... Τα 5 άστρα είναι δεδομένα, όπως και το 16/17 στην προσωπική μου κλίμακα όπου 11/11 κατά πόσο μου άρεσε προσωπικά, 3/3 το value for money, η επαναναγνωσιμότητα και η γενική λογοτεχνική αξία και 2/3 η απήχειση στο ευρύτερο κοινό.
4,5/5 Αρχικά να ευχαριστήσω τις εκδόσεις mamaya που μου έστειλαν το βιβλίο για να γράψω την άποψή μου για αυτό.
Προσοχή: Υπάρχουν spoilers για τα δύο προηγούμενα βιβλία.
Καθώς ο πόλεμος είναι προ των πυλών, όσοι μπορούν να πολεμήσουν, ο καθένας με τον τρόπο του, οδεύουν προς την πρωτεύουσα της Κουβρατίας, τη Ναρδική. Και στα μετόπισθεν όμως τα πράγματα δεν είναι ευκολότερα, αφού υποβόσκουν εσωτερικές αλλά και εξωτερικές απειλές.
Για μένα το Δρυς με φύλλα σμαραγδιά αποτελεί το καλύτερο βιβλίο της τριλογίας. Οι χαρακτήρες έχουν πλέον αναπτυχθεί και οι εξελίξεις είναι ραγδαίες. Οι εξαιρετικές μάχες που μας υποσχέθηκαν στην παρουσίαση του βιβλίου ξεπέρασαν τις προσδοκίες μου. Δε θυμάμαι να έχω ξαναδιαβάσει μάχη 200 σελίδων γεμάτων τόση ένταση. Καθ' όλη τη διάρκεια του βιβλίου υπήρξαν πολλές αποκαλύψεις και λύθηκαν αρκετές απορίες, σίγουρα όμως υπάρχουν αρκετές ακόμα.
Κατά την γνώμη μου το καλύτερο από τα τρία βιβλία της σειράς! Το ενδιαφέρον κρατείται αμείωτο. Η μεγάλη μάχη έφτασε!
Η πλοκή κλιμακώνεται στο τρίτο βιβλίο. Τα προηγούμενα δύο είναι μεν αναγκαία για να φτάσουμε σε αυτό το σημείο, αλλά επισκιαζονται από αυτό. Οι περιγραφές των επιμέρους μαχών δεν επαναλαμβάνονται, αλλά τις βλέπουμε και από τις δύο μεριές των στρατών. Αυτό δημιουργεί συμπάθεια για μαχητές και από τις δύο μεριές. Εντάξει υποστηρίζουμε τους Αιγλωείς κατά βάση, αλλά και μερικοί ήρωες των Κουβρατών είναι επίσης συμπαθείς. Άλλωστε ποιος θα ήθελε να βρεθεί απέναντι από τον Φιλάρετο!
Το μόνο πρόβλημα του βιβλίου είναι πως δεν φαίνεται να ολοκληρώνεται η ιστορία. Ανοικτά μένουν τα θέματα με τον Αργυρό και το σκοπό της ζωής του, με τον Σεβαστιανο και την αυλή, με τις πριγκίπισσες, με τα μωρά που βρήκαν, με τον Υέτιο και τις εμπειρίες που απέκτησε, με το Σκιάχτρο ή πως το λένε. Τι έγινε ο Φαέθωντας; Και ό Σεβαστιανός δεν θα βρει ποιος τον κυνηγά; Οι πριγκίπισσες δεν θα μάθουν τα σχέδια του πατέρα τους; Και τι είναι τελικά αυτή η Μεταξία; Γιατί όλοι οι βασιλιάδες των τριών κρατών έχουν κοκκινομάλλες ερωμένες; Στην Διωτία επικράτησε ο πρώτος πρίγκιπας; Και οι άτιμοι οι Περατινοί; Πόσο μάλλον με την τελευταία σκηνή του όλου βιβλίου! Όχι μόνο ένα αλλά δύο ή τρία βιβλία απαιτούνται για να απαντηθούν όλα τα θέματα...
Συνεχίζω να μην συμπαθώ πολύ τον Προφήτη. Είναι λίγο αλλοπρόσαλλος ή μου φαίνεται; Αλλά δεν μπορεί να είναι όλοι αγαπητοί χαρακτήρες σωστά;
Τι να πω; Θα πω μονο οτι οταν το τελειωσα,ηθελα να το πεταξω απο το μπαλκονι κ ναι,αποκαλεσα το συγγραφεα με διαφορα ονοματα! Ενα αριστουργηματικο βιβλιο,που αν ειχε κυκλοφορησει στο εξωτερικο θα ειχε αλλη τυχη. Εξαιρετική χρηση της ελληνικης,με πλουσιο λεξιλογιο,ωραιοτατο χτίσιμο χαρακτηρων και μια μαχη που θυμιζει σκηνοθεσια Π. Τζακσον! Μια μαχη πολλων σελιδων,που πηδαει η καμερα απο τον εναν στον αλλο στο πιο αγωνιωδες σημειο.Πρωταγωνιστες πεθαινουν κι αλλους μας τους αφηνει μισοπεθαμενους! Αλλοι εχουν ακομα ανοιχτα μετωπα,στο παλατι γινεται της παλαβης,στα εξωτερικα επισης! Γι αυτο θελω να το πεταξω απο το μπαλκονι! Ολα εμειναν ανοιχτα...μονο αν συνεχιστει το βιβλιο ,το δικαιολογώ....Θα το εβαζα 5 αστερακια αλλα θα του βαλω 4 για να μαθει να μας αφηνει ετσι με την αγωνια!
This entire review has been hidden because of spoilers.
Δεν θα πω πολλά. Ότι μου άρεσε πολύ το βιβλίο αντικατοπτρίζεται από τα πέντε αστέρια που του έδωσα. Όμως σαν κάτι να μου λείπει από το τέλος. Ίσως ένα ακόμα βιβλίο ή μια άλλη τριλογία; Θα δείξει..
Επιτέλους, το πολυαναμενόμενο κλείσιμο της τριλογίας των Γιών της Στάχτης. Όλα όσα έκαναν τα προηγούμενα βιβλία σημεία αναφοράς στον χώρο, είναι εδώ: οι ζωντανοί, ρεαλιστικοί χαρακτήρες (τρισδιάστατοι, όχι μόνο με δυνάμεις, αλλά και με αδυναμίες και προσωπικούς στόχους), το χρώμα της εποχής και του κόσμου, η γρήγορη πλοκή, με τις αλλαγές στις οπτικές γωνίες που δε γίνονται ποτέ άσκοπα ούτε φουσκώνουν το κείμενο, αλλά ζωγραφίζουν μια πολύ ολοκληρωμένη εικόνα της εκστρατείας και κρατούν αμείωτο το σασπένς. Ακόμη, η ακρίβεια στην πρόζα κι η καθαρά ελληνική γλώσσα, απαλλαγμένη από αγγλισμούς και ξενόφερτες φράσεις και με μερικά διαμαντάκια ντοπιολαλιάς όπου είναι απαραίτητο. Κάτι που συνάντησα και στα προηγούμενα βιβλία, αλλά εδώ γίνεται ακόμα πιο έντονο, είναι η εμβάθυνση στον τρόπο που διεξάγεται η εκστρατεία, όχι μόνο στο μέτωπο, αλλά και πίσω από αυτό. Μεταφορές, οικονομική διαχείριση, τα μαθηματικά του πολέμου, δεν αποδίδονται με ξερές περιγραφές ούτε ως ένα διακοσμητικό κάδρο στις σκηνές, αλλά μέσα από δολοπλοκίες και συγκρούσεις, κεντρικές στην περιπέτεια. Προσωπικά δεν έχω ξαναδεί κάτι παρόμοιο να γίνεται τόσο ρεαλιστικά και με τρόπο που να ανεβάζει το σασπένς. Η τριλογία, φυσικά, κλείνει με μια μεγάλη, εντυπωσιακή μάχη, που επωφελείται από τις διαφορετικές οπτικές γωνίες κι ακολουθεί ένας άκρως συναισθηματικά φορτισμένος επίλογος. Να ομολογήσω πως είχα την τύχη να είμαι απ’ τους beta readers του βιβλίου και πως μέσα από αυτή τη διαδικασία έμαθα πάρα πολλά, ο ίδιος. Από την τριλογία των Γιων της Στάχτης θα μου μείνουν πολλά· μεταξύ αυτών ο Μελέτιος, η τελική μάχη, η σκηνή με τον… Δε θα σποϊλεριάσω. Θα πω μόνο πως ελπίζω να συνεχιστεί το ταξίδι στον κόσμο του Λευτέρη, με μερικές τριλογίες ακόμη. Εξάλλου, οι χαρακτήρες (και οι αναγνώστες) το απαιτούν!
Πολύ καλό και το τρίτο μέρος των Γιων της Στάχτης, κινείται στα υψηλά στάνταρ που έθεσαν τα δύο πρώτα, με ένα μεγάλο αλλά... Η βασική σύγκρουση, τουλάχιστον όπως είχε διαφανει στα δύο πρώτα βιβλία, αλλά και σε αυτό, η σύγκρουση πατέρα και γιου, όχι μόνο δεν κορυφώθηκε μα έμεινε σχεδόν στα σπάργανα. Γιατί μας το έκανε αυτό ο συγγραφέας; Πολλά θα μπορούσα να σκεφτώ, ας μην τα γράψω, γιατί μοιραία, θα θίξω πολλά θέματα της σύγχρονης ελληνικής εκδοτικής πραγματικότητας στον χώρο του φανταστικού. Και εκτός από την κεντρική σύγκρουση μου έμειναν και διάφορα αναπάντητα ερωτηματάκια, όπως και η απορία για κάποιες υποπλοκές που τελικά, ξεκίνησαν χωρίς να ολοκληρωθούν ή να φανεί η σχέση τους με την υπόλοιπη ιστορία. Προσωπικά, έμεινα με τη γλύκα... Πρέπει να δώσω συγχαρητήρια (παρά τη γκρίνια μου) στον Κεραμιδά για την προσπάθειά του και να του πω ότι περιμένω πολλά ακόμα, τόσο για τη βασιλεία Αιωγλέων, όσο και για τα υπόλοιπα που είμαι σίγουρος ότι επεξεργάζεται ο πολυμήχανος νους του. Και πάλι μπράβο.
Τώρα που έκατσε το βιβλίο μέσα μου, ήρθε η ώρα του σχολιασμού. Βιβλίο επικών διαστάσεων για τα ελληνικά δεδομένα. Ο αναγνώστης θα χαθεί στα καθημερινά προβλήματα μιας μεσαιωνικής εκστρατείας που ζωντανεύει μέσα από τις σελίδες. Τα στοιχεία της μαγείας είναι τόσο αρμονικά δεμένα με το υπόλοιπο κείμενο, δηλαδή με την γραφειοκρατία, την κατασκοπεία, τα προσωπικά πάθη και όλα όσα αντιμετωπίζουν οι ήρωες που εύκολα φτάνεις στο σημείο να πιστεύεις ότι διαβάζεις κάποιο ιστορικό ή βιβλικό γεγονός με υπερφυσικές/θεϊκές δυνάμεις. Ίσως οι γρήγορες εναλλαγές των χαρακτήρων κουράσουν κάποιους, αλλά αν ανήκετε σε όσους διαβάζουν τακτικά και βυθίζονται σε ένα βιβλίο, τότε θα το απολαύσετε.
Πολύ καλή προσπάθεια, και το καλύτερο βιβλίο της τριλογίας. Όταν όμως η τριλογία κλείνει τη στιγμή που άπλετα ερωτήματα (ακόμα και από το πρώτο βιβλίο) έχουν μείνει αναπάντητα, μένει μία πικρή γεύση. Κρίνοντας από τον τρόπο γραφής του συγγραφέα, για να κλείσει επαρκώς η ιστορία χρειάζονται άλλα 2 βιβλία, που μακάρι κάποτε να κυκλοφορήσουν.