Νεανικοί έρωτες, ποδόσφαιρο στις αλάνες, τσιγάρα στα κρυφά, φάρσες σε καθηγητές και συµµαθητές, πολιτικές ανησυχίες, σχέδια και όνειρα για το µέλλον είναι οι καθηµερινές έγνοιες µιας παρέας εφήβων που µεγαλώνουν εσώκλειστοι σ’ ένα εκκλησιαστικό οικοτροφείο του Βόλου της δεκαετίας του ’70. Σε µια πόλη που καθρεφτίζεται στα νερά του παρελθόντος, σε µια χώρα που προσπαθεί σιγά σιγά να συνέλθει από τα σκοτάδια της δικτατορίας, ο κάθε άλλο παρά µεγαλόσωµος Αχιλλάκος, ο ψαροµούρης Μπράσκας, ο σωσίας του τραγουδιστή των Rolling Stones Μικ και ο αριστεροπόδαρος Ζερβής είναι έτοιµοι να ανοίξουν φτερά για τα ωραία χρόνια που έπονται, ώσπου ένα τραγικό περιστατικό έρχεται να σηµαδέψει τη ζωή τους. Χρόνια αργότερα, οι ήρωες εξακολουθούν να βασανίζονται από αγωνιώδη ερωτήµατα σχετικά µ’ αυτό: Τι πραγµατικά συνέβη; Έγιναν όλα έτσι όπως τα θυµούνται ή µήπως η µνήµη του καθενός άλλα γεγονότα τα εξωράισε και άλλα τα αλλοίωσε προς το χειρότερο; Μπορούµε να εµπιστευτούµε αποκλειστικά και µόνο τη δική µας µνήµη ή χρειαζόµαστε και τις µνήµες των φίλων µας για να µάθουµε την αλήθεια, ακόµα κι αν αυτή πονάει;
Δεν µπορούσε να ξεχάσει. Το µυαλό του όλα αυτά τα χρόνια ήταν καρφωµένο εκεί. Τις νύχτες έβλεπε εφιάλτες και τη µέρα είχε συνέχεια τη σκηνή µπρος στα µάτια του. Άκουγε φωνές. Γύριζε την πλάτη και πίσω του νόµιζε ότι φωνάζουν «Βοήθεια!». Στη µνήµη του δεν είχε ξεθωριάσει ούτε το πρόσωπο ούτε οι κινήσεις του. Τόσα χρόνια δεν είχαν σταθεί ικανά να νικήσουν µία και µόνο µέρα, τη Δευτέρα 9 Ιουνίου 1975. Το βλέµµα του, έτσι όπως σήκωσε τα µάτια, είχε µια σκοτεινιά που µε πάγωσε. Όµως βιάστηκα, τα χειρότερα δεν τα είχα ακόµη ακούσει. Την ώρα που σηκώθηκε είπε εκείνο που έµελλε να φέρει τούµπα το παρελθόν µου: «Κι αν θες να ξέρεις, εσύ φταις που πνίγηκε!»
Το μοναδικό γάλα μαγνησίας που γνωρίζαμε μέχρι πρόσφατα ήταν ένα αντιόξινο διάλυμα υδροξειδίου του μαγνησίου (Philips Milk of Magnesia), που απαντάται στα φαρμακεία σε ένα (μάλλον ακαλαίσθητο) μπλε μπουκάλι, και χορηγείται για την αντιμετώπιση της δυσκοιλιότητας και της δυσπεψίας. Μέχρι που ο Κώστας Ακρίβος, παίζοντας με τις λέξεις, αποφάσισε να τιτλοφορήσει έτσι το τελευταίο (δέκατο πέμπτο κατά σειρά) αφηγηματικό του βιβλίο. Στο μυθιστόρημα του Ακρίβου, το ‘Γάλα’ αναφέρεται, υποθέτω, στην εφηβική ηλικία των πρωταγωνιστών του (το γάλα αποτελεί, ως γνωστόν, απαραίτητο συστατικό του καθημερινού διαιτολογίου ενός οποιουδήποτε εφήβου), και η ‘Μαγνησία’ (αναφέρεται όχι στο μαγνήσιο εν προκειμένω, αλλά) στον ομώνυμο νομό της Θεσσαλίας. Άρα, ο γεννημένος στις Γλαφυρές Μαγνησίας συγγραφέας ‘παίζει’ εντός έδρας. Και, ομολογουμένως, ‘παίζει’ καλά, εξαιρετικά καλά!
Κατά το κοινώς λεγόμενο, οι ζωές μας δεν είναι τίποτε άλλο από το άθροισμα των στιγμών που βιώνουμε. Αλλά, όλες οι στιγμές δεν είναι ίδιες. Κάποιες από αυτές, μάλιστα, συμβαίνει ν’ αφήνουν ανεξίτηλο το σημάδι τους και σαν ίσκιος βαρύς να επιδρούν δυσμενώς στην καθημερινότητά μας. Η εφηβεία, ούσα μια απολύτως διακριτή αναπτυξιακή φάση στη ζωή ενός ανθρώπου λόγω, κυρίως, των ραγδαίων ψυχοσωματικών αλλαγών που συντελούνται κατά τη διάρκειά της, είναι ο κατεξοχήν ‘τόπος’ όπου τέτοιες στιγμές, αυτές που ενδέχεται να σε στοιχειώσουν για πάντα, μπορεί να συμβούν.
Στο Γάλα Μαγνησίας οι τέσσερις έφηβοι πρωταγωνιστές (ο Ζερβής, ο Μικ, ο Αχιλλάκος κι ο Μπράσκας) είναι εσώκλειστοι σ’ ένα εκκλησιαστικό οικοτροφείο. Βρισκόμαστε στον Βόλο, στο σωτήριο έτος 1975, όταν η δημοκρατία έχει επιτέλους αποκατασταθεί, ο βασιλιάς έχει για τα καλά μπει στο χρονοντούλαπο της ιστορίας, κι ο λαός δείχνει έτοιμος να ξεφύγει από το σκοταδιστικό παρελθόν του. Τα πράγματα όμως δεν είναι το ίδιο εύκολα κι αισιόδοξα σ’ ένα εκκλησιαστικό οικοτροφείο της επαρχίας, το οποίο συνδιευθύνει ένας διάκος, κι όπου κάθε παράπτωμα μαθητή συνήθως συνεπάγεται την τιμωρία της στέρησης εξόδου στην πόλη του Βόλου.
Στο αποπνικτικό περιβάλλον του εκκλησιαστικού οικοτροφείου, όπου το διάβασμα διαδέχεται την προσευχή κι η προσευχή το διάβασμα, οι τέσσερις έφηβοι της ιστορίας μας, έναν μόλις χρόνο πριν την αποφοίτησή τους, αναζητούν το δικό τους παράθυρο στο φως∙ τη δική τους περπατησιά στον κόσμο. Ονειρεύονται, οργίζονται, ερωτεύονται, προβληματίζονται και διασκεδάζουν, Όλα σε βαθμό υπερθετικό, με την ένταση που βιώνουν τα πράγματα οι έφηβοι. Τους ενδιαφέρουν όλα όσα συμβαίνουν έξω από τον μικρόκοσμο του οικοτροφείου και του Βόλου. Το ποδόσφαιρο, η ροκ μουσική, λιγότερο η πολιτική. Παραβαίνουν τους κανόνες, γιατί τι άλλο είναι η ζωή; Μόνο που, την πορεία για την ενηλικίωσή τους, θα σημαδέψει ένα τραγικό ατύχημα, το οποίο μπορεί να μην το προκάλεσαν, αλλά δεν το απέτρεψαν κιόλας.
Γλυκόπικρη ιστορία δοσμένη με εξαιρετική μαεστρία από έναν συγγραφέα που (οπωσδήποτε) ξέρει να διηγείται καλά (btw, αυτό το cameo του μακαριστού Χριστόδουλου ως νεότατου Μητροπολίτη Δημητριάδος και Αλμυρού ήταν όλα τα λεφτά!)
5 αστέρια (κι ένα ακόμη, γιατί άλλοι λιγότερο κι άλλοι περισσότερο απαντάμε τις δικές μας μνήμες σε τέτοια βιβλία).
Πολλοί άνθρωποι γυρίζουν πίσω στο παρελθόν και εξωραΐζουν τα γεγονότα. Η νοσταλγία δεν τους αφήνει να θυμηθούν τα πράγματα όπως έγιναν, αλλά τα πασπαλίζει όλα, πρόσωπα και καταστάσεις, με την άχνη της αθωότητας και τα κάνει να φαίνονται όμορφα. Αυτοί είναι οι περισσότεροι. Υπάρχουν όμως και άλλοι που κάνουν ακριβώς το αντίθετο. Υποβιβάζουν την όποια καλή στιγμή και κάθε μικρό ή μεγάλο σφάλμα η ενοχή τους το διογκώνει μέχρι εκεί που δεν λέγεται. Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν οι νορμάλ άνθρωποι, οι φυσιολογικοί. Στη δεύτερη εκείνοι που πάνε από ψυχολόγο σε ψυχίατρο, μάλλον και όσοι πιάνουν μολύβι στα χέρια τους. Αυτή ήταν η θεωρία του.
Γάλα μαγνησίας. Ένα βιβλίο που είχα ακούσει γι αυτό το γυρόφερνα αρκετο καιρό και επιτέλους το διάβασα. Για να μια απολύτως ειλικρινής τα ευχολόγια των περισσοτέρων και οι κριτικές σας μου είχαν δημιουργήσει αρκετά υψηλές προσδοκίες οι οποίες δεν ευοδώθηκαν στο βαθμό που θα περίμενα. Σε κάθε περίπτωση είναι ένα βιβλίο με στρωτή θα λέγαμε γραφή που διαβάζετε αρκετά εύκολα πράγμα που από μόνο του του δίνει μια πρώτη ώθηση. Το γάλα μαγνησίας είναι ένα βιβλίο για την απότομη ενηλικίωση. Πρωταγωνιστές οι μαθητές ενός εκκλησιαστικού οικοτροφείου στη δεκαετία του 70. Σε μια εποχή αθωότητας, ξεγνοιασιάς μια παρέα νέων καλούνται τελικά παράλληλα με την εξαφάνιση ενός συμμαθητή τους από την εποχή αυτή να περάσουν σε μια πλήρη εσωτερική ενδοσκόπηση, αναζήτησης ευθυνών και μνήμης. Ένα συμβάν που αλλάζει τις ζωές των ηρώων. Μια μικρή στιγμή που θα σου αλλάξει τη ζωή για πάντα και θα ορίσει το μέλλον. Η ζωή συνεχίζεται όμως η μνήμη μένει και ο δρόμος της λύτρωσης φαντάζει δύσβατος και μακρινός. Aξιόλογο με νοσταλγική ματιά που ρέει σαν γάργαρο νερό που όμως δεν κατάφερε σε κανένα σημείο να με συμπαρασύρει σε τέτοιο βαθμό ώστε να το αγαπήσω στο βαθμό που περίμενα και μου έλειψαν κάποιες απαντήσεις που θα έκανα το φινάλε πιο πειστικό.
«Ήταν τα χρόνια που είχαμε όλη τη ζωή μπροστά μας, τα χρόνια που νομίζαμε πως ο κόσμος όλος μπορούσε να γίνει δικός μας»
4 έφηβοι, εσώκλειστοι σε ένα εκκλησιαστικό οικοτροφείο στο Βόλο το 1975. Σε μια περίοδο δύσκολη για την Ελλάδα, μας αφηγούνται την καθημερινότητα, την υπέρ του δέοντος αυστηρότητα σε κάποια πράγματα, τα ενδιαφέροντα και τις σκανδαλιές τους.
Ένα βιβλίο γεμάτο γλυκοπικρες μνήμες μέσα από τις οποίες κάποιοι από εμάς ενδεχομένως να αναπολούμε ή και να ανακαλουμε τις δικές μας.
Το γάλα Μαγνησίας του Κώστα Ακρίβου είναι ένα συντριπτικό μυθιστόρημα γλυκόπικρων αναμνήσεων. Εθίζει, ξελογιάζει, επαναστατεί..
Γραμμένο για μια άλλη δεκαετία ενός άλλου αιώνα και γεμάτο από ανάσες νιότης και εφηβικά σκιρτήματα διαδραματίζεται σε ένα εκκλησιαστικό οικοτροφείο. Οι μαθητές, έφηβοι μιας άλλης εποχής βιώνουν τους πρώτους τους έρωτες, καπνίζουν στα κρυφά τα πρώτα τους τσιγάρα επιδεικνύοντας τη δική τους επανάσταση στη μεταδικτατορική Ελλάδα του 1970. Οι πολιτικές τους πεποιθήσεις αποκτούν υπόσταση στις νεοσυγκροτημένες τους συνειδήσεις. Όλα αυτά υπό το πρίσμα των πεποιθήσεων μιας άλλης γενιάς.
Μια παρέα εφήβων, λοιπόν, λίγο πριν το άνοιγμα των φτερών της προς το μέλλον, στιγματίζεται από ένα τραγικό συμβάν. Η καρδιά και η ψυχή τους σημαδεύονται για πάντα. Έπειτα από χρόνια οι ήρωες της ιστορίας ακόμη αναζητούν την αλήθεια. Τι πραγματικά συνέβη; Πόσο τελικά επηρεάζει η αποδοχή του λάθους την πεπραγμένη ζωή τους;
Ο Ζερβής, ο Μικ, ο Αχιλλάκος και ο Μπράσκας ταλανίζονται μεταξύ μνήμης και λήθης. Η ζωή όλων κυλά, μα υποσυνείδητα πάντα ανατρέχουν σε κείνη τη μέρα πριν χρόνια που τους άλλαξε τη ζωή.
Ο τρόπος γραφής του Κώστα Ακρίβου είναι αξιόλογος και γεμάτος δεξιοτεχνία. Η εποχή της ιστορίας του αναπαρίσταται με ρεαλιστικές λεπτομέρειες που κρατάν τον αναγνώστη σε εκγρήγορση. Η ειλικρινής απλότητα προσδίδει ένα αίσθημα ασφάλειας ως προς την τελική αναγνωστική ικανοποίηση.
Και τελικά γίνεται αντιληπτό πως όπως το γάλα Μαγνησίας τονώνει τον ανθρώπινο οργανισμό, έτσι και η συγχώρεση είναι απαραίτητη για τον πολυπόθητο ερχομό της λύτρωσης και της εξιλέωσης.
Έκλεισα το 19 και άνοιξα το 20 διαβάζοντας το. Καθαρή απόλαυση. 250 σελίδες γεμάτες ενέργεια, χωρίς ίχνος φλυαρίας. Ο Χριστόδουλος νεαρός δεσπότης, μάρκες παγωτου, οδοντόκρεμας, μπάλα και ξύλο στις αλάνες, ονειρώξεις και τέσσερις πιτσιρικάδες που αναγνωρίζεις κομμάτια του εαυτού σου σε τραβάνε σε μια εποχή που οι λίγο μεγαλύτεροι τη διαβάζουμε με ένα καρφωμένο χαμόγελο. Φορές φορές πολύ αστείο φροντίζοντας να σε προσγειώνει με την τεχνική του μπρος πίσω στο χρόνο και την γνώση εξαρχής του τραγικού περιστατικού. Το πρώτο βιβλίο του Ακριβου που διαβάζω αλλά όχι το τελευταίο σιγουρα.
Προφανώς είναι υποκειμενική η άποψη,απλά σε μένα φάνηκε αριστούργημα.Μετά από την πρώτη φορά που διάβασα Ζουργό με μάγεψε πάλι η γραφή ενός Έλληνα συγγραφέα.Το στυλ βέβαια είναι τελείως διαφορετικό,αλλά προφανώς δεν έχει καμία σημασία.
"Γάλα μαγνησίας": ένα βιβλίο που μου άρεσε πολύ και μου άρεσε πολύ και ο τίτλος του, με το διττό νόημά του. Και για το γάλα μαγνησίας ως φαρμακευτικό σκεύασμα, αλλά και για τη Μαγνησία ως νομό όπου διαδραματίζονται τα γεγονότα.
Το βιβλίο επικεντρώνεται στη ζωή μιας παρέας τεσσάρων εφήβων που ζουν σε εκκλησιαστικό οικοτροφείο στα χρόνια μετά τη χούντα. Περιγράφονται οι ζωές τους, από την καθημερινή προσευχή και κατήχηση που τους επιβάλλεται λόγω του οικοτροφείου, μέχρι τις ζαβολιές και την "επαναστατική" συμπεριφορά που έχουν. Ερωτεύονται, γελάνε, προβληματίζονται για την κοινωνία και την πολιτική και πάνω από όλα ζουν, όπως ζει κάθε νέο παιδί. Βέβαια, παράλληλα με την καθημερινότητά τους, παρουσιάζεται και ένα τραγικό γεγονός το οποίο τους σημαδεύει για την υπόλοιπη ζωή τους.
Το έργο επικεντρώνεται σε δύο άξονες κυρίως: αφενός σε γεγονότα που μας συμβαίνουν και μας αλλάζουν για πάντα και στο πώς κανείς τα ξεπερνάει και βρίσκει εν τέλει τη λύτρωση. Αφετέρου, με την περιγραφή των ζωών των ηρώων, ο αναγνώστης γυρνάει στα δικά του εφηβικά χρόνια, συνδέει τους χαρακτήρες του έργου με πρόσωπα της δικής του ζωής, συμμαθητές τους, φίλους ή και τον ίδιο του τον εαυτό. Το βιβλίο σε κάνει αναπολείς τα δικά σου σχολικά χρόνια με έναν γλυκόπικρο τρόπο.
Ο Ακρίβος γράφει πολύ ωραία, το κείμενο ρέει. Επίσης, περιγράφεται με πολύ ωραίο τρόπο και ο τόπος που διαδραματίζονται τα γεγονότα -ο Βόλος- χωρίς να υπάρχουν επιτηδευμένες περιγραφές. Οι τοποθεσίες, δηλαδή, δεν παρουσιάζονται με μακροσκελείς περιγραφές, αλλά μέσα από την ίδια τη δράση των ηρώων, έτσι ώστε νομίζει κανείς ότι κι ο ίδιος κινείται και ζει στα ίδια μέρη με αυτούς.
Σε γενικές γραμμές με έχουν καλύψει οι κριτικές των υπολοίπων αναγνωστών και είναι δύσκολο να προσθέσεις κάτι παραπάνω.
Πραγματικά ένα βιβλίο που δεν θέλω να δώσω λεπτομέρειες διότι θα είναι μεγάλο spoiler για την εξέλιξη της ιστορίας.Ο συγγραφέας μπλέκει μια πολύ όμορφη και συγκινητική ιστορία γύρω από τέσσερις φίλους (στα συν η επιλογή των ονομάτων των) και οι καλά δοσμένες και ακριβής περιγραφές στιγμιότυπων της καθημερινότητας τους,καθώς και οι σκέψεις-αμφιβολίες που γυρίζουν στο κεφάλι τους.
Αυτό που θα ήθελα να τονίσω μόνο με τη συγκεκριμένη ιστορία,είναι η αντίθεση ανάμεσα στη νεότητα και το «γήρας»,ανάμεσα στη βιαιότητα και την ανάγκη του καινούργιου να αποκαθηλώσει το παλιό.
Οι φιγούρα του Παπά,του Μπουλντόκ,του διάκου που αντιπροσωπεύουν το κατεστημένο και τις κοινωνικές νόρμες σε αντιπαράθεση με τη παιδική αφέλεια και αθωότητα που συμβολίζει αλλά και συμβολίζεται από τη φύση ...
Εκεί που θέλω να καταλήξω λοιπόν χωρίς να μακρηγορώ,είναι ότι απέναντι στον ορμητικό χείμαρρο που ονομάζεται νεότητα,δεν μπορεί να αντισταθεί τίποτα,πολύ περισσότερο δε,οι ηθικοί κανόνες που έχουν επιβληθεί με τρόπο καταπιεστικό και που τελικά ούτε εκείνοι που τους πρεσβεύουν δεν έχουν τη δύναμη να τους ακολουθήσουν.
Δεν είναι λάθος μερικές φορές αυτά που λέγονται αλλά ο τρόπος που λέγονται τα κάνει.
Ο ακριβος είναι μοναδικός...Εκεί που το βιβλίο είναι φωτεινό....Το ρίχνει στο βαθύ σκοτάδι και σε αγχώνει.... Εξαιρετικό και αυτο παντως...νοσταλγία για άλλες εποχές...τόσο όμορφη περιγραφή...Ένα βιωματικό στοιχείο τόσο γλυκό....και στο τέλος σκοτάδι...μοναδικο
Πέντε αγόρια σπουδάζουν σ’ ένα εκκλησιαστικό οικοτροφείο του Βόλου τη δεκαετία του 1970. Σχολικές πλάκες, μαθήματα, πειθαρχία, προσευχές, ηθική διαπαιδαγώγηση, όλα θα μπορούσαν να είναι μια ευχάριστη ανάμνηση αν δεν τους κατηγορούσαν εκείνο το καλοκαίρι του 1975 πως δολοφόνησαν τον συμμαθητή τους που είχε ξεβραστεί νεκρός κοντά στην παραλία όπου πήγαιναν για μπάνιο. Τι συνέβη εκείνη τη μέρα; Ποιος ήθελε να σκοτώσει ένα παιδί που στην τελική κανένας δεν ήθελε να συναναστραφεί; Γιατί αυτά τα δραματικά γεγονότα στοιχειώνουν ακόμη τα παιδιά σήμερα, που είναι πλέον μεσήλικες;
Ο Μπράσκας ή Εμμανουήλ Λαρυγγάκης, με πεταχτά μάτια και φουσκωτά χείλη σαν το ομώνυμο ψάρι, ο κοντούλης Αχιλλάκος Μαραϊδώνης, ο Μικ ή Γιάννης Μόσιος που τραυλίζει κι έχει για ίνδαλμά του τον Μικ Τζάγκερ κι ο Ζερβής ή Θανάσης Κουτσόπουλος, αριστερόχειρας και αριστεροπόδαρος στα σουτ, είναι μια παρέα παιδιών σχετικά παράταιρων με τα υπόλοιπα: «Τα πιο πολλά ήταν τύπος και υπογραμμός… πήγαιναν στο κατηχητικό, κοπάνα και σκασιαρχείο δεν ήξεραν τι θα πει. Ενώ εμείς… Καμιά σχέση μ’ αυτό που λένε καλά παιδιά. Αν είχαμε γεννηθεί έτσι, ή αν γίναμε αυτά τα χρόνια που ήμασταν στο οικοτροφείο, δεν το ξέραμε. Το μόνο που ξέραμε ήταν πως κάθε τόσο κάτι μας έπιανε και λέγαμε ή κάναμε το αντίθετο απ’ ό,τι οι άλλοι» (σελ. 15). Από τις πρώτες τάξεις του γυμνασίου σταδιακά είδαν πως ταιριάζουν τα χνότα τους κι έτσι τώρα, στην πέμπτη, έγιναν μια γροθιά κι αν έκανε ένας κάποιο αδίκημα τιμωρούνταν όλοι κι ένιωθαν μάλιστα περηφάνια γι΄ αυτό. Δεν ήταν από κακή πάστα, δε θα τους έλεγε κάποιος αληταράδες, απλώς ήταν περισσότερο ζωηροί απ’ ό,τι θα έπρεπε, με τις αγωνίες τους, τα χόμπι τους, τα ακούσματά τους και τις φυσιολογικές ατασθαλίες της ηλικίας τους. Τα πραγματικά ονόματα των παιδιών και οι ιστορίες των οικογενειών τους βγαίνουν σταδιακά στην επιφάνεια, σχεδιάζοντας έτσι τμηματικά τις προσωπικότητές τους και τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται τα γεγονότα της εποχής. Μέσα από αυτές τις συναναστροφές βγαίνει μια κοινωνική τοιχογραφία της εποχής και του τόπου, η οποία αποτελείται από αρχιτέκτονες και ιεράρχες μέχρι εργάτες σε εργοστάσια και νοικοκυρές. Όλοι τους ένιωσαν την ανάγκη να σπουδάσουν τα παιδιά τους κι ένα εκκλησιαστικό οικοτροφείο ήταν η ιδανική λύση.
Στρώσιμο κρεβατιών, πειθαρχία, φιλομάθεια, ποδόσφαιρο, πλάκες, προσευχή, δισκάκια μουσικής, τσιγάρα, βερμούτ, Πελόμα Μποκιού, τα πρώτα βήματα της τηλεόρασης, «Τα χριστιανόπουλα θα πάμε με φτερά» (στα συν η γκεστ εμφάνιση του Αρχιεπίσκοπου Χριστόδουλου ως Μητροπολίτου Δημητριάδος), κινηματογράφος («Εξορκιστής», «Υπολοχαγός Νατάσα», Γκουσγκούνης και Αγγελόπουλος), άφιλτρα τσιγάρα, κλίμα «Μακριά από πούστηδες και κουκουέδες γιατί θα σου κόψω τα ποδάρια»! Μέσα από τα περιστατικά βιώνουμε την ανοργανωσιά της επιστράτευσης με την εισβολή της Τουρκίας στην Κύπρο το 1974, την αγανάκτηση των αγροτών που καλλιεργούσαν τα χωράφια που προέκυψαν από την αποξήρανση της λίμνης Κάρλας ως προς τη ληστρική φορολογική συμπεριφορά του κράτους απέναντί τους, τη θρυλική συναυλία του Μίκη Θεοδωράκη μετά την επάνοδο της Δημοκρατίας, το δημοψήφισμα για το πολίτευμα της χώρας και πάρα πολλά άλλα γεγονότα που δεν παρατίθενται με κουραστικό τρόπο και πολλές λεπτομέρειες, απλώς καθρεφτίζονται σε κινήσεις και πράξεις των ανθρώπων που συναναστρέφονται τ�� παιδιά, που δοκιμάζουν έτσι κι αυτά τις γνώσεις τους και την παρατηρητικότητά τους.
Διαβάστε τη συνέχεια στο νέο μου site και σας περιμένω για σχόλια και συμβουλές!
Η καθημερινότητα τεσσάρων εσώκλειστων οικότροφων που φοιτούσαν στο Α' Γυμνάσιο Αρρένων Βόλου το 1975. Η ωμή γραφή του συγγραφέα και η τόσο ρεαλιστική περιγραφή του τόπου όπου διαδραματίζεται η πλοκή (όσοι έχετε ζήσει στο Βόλο θα καταλάβετε τι εννοώ) σε συνδυασμό με το μυστήριο γύρω από το θάνατο ενός συμμαθητή τους (αναφέρεται ήδη στο πρώτο κεφάλαιο, οπότε δεν αποκαλύπτω υπερβολικά πολλά) κράτησαν το ενδιαφέρον μου μέχρι το τέλος. Το γεγονός ότι η ματιά των παιδιών, και κυρίως του Ζερβή, από τον οποίο βιώνουμε την ιστορία, και οι υπαινιγμοί για τις σκοτεινές αποκαλύψεις που βγαίνουν στο φως ήταν αριστοτεχνικά δομημένες και με κρατούσαν σε αγωνία και φόβο παράλληλα για αυτό που θα μάθαινα. Ως επί το πλείστον, όμως, το μυθιστόρημα προξενεί ευχάριστα συναισθήματα στον αναγνώστη, νοσταλγία και γέλιο. Η ισορροπία της εναλλαγής των συναισθημάτων ήταν ακόμη ένα από τα στοιχεία που θαύμασα στον συγγραφέα. Το πιο ενδιαφέρον για μένα ήταν ότι ο Ακρίβος δεν περιορίστηκε στην αποκάλυψη του μυστηρίου, αλλά προχώρησε και στον αντίκτυπο που είχε στις ζωές των πρωταγωνιστών, δημιουργώντας μία νέα πραγματικότητα την οποία επέλεξαν να διαχειριστούν με διαφορετικό τρόπο, αναζητώντας σε κάποιο βαθμό την πολυπόθητη λύτρωση και εσωτερική κάθαρση.
Υπήρχαν, βέβαια, και κάποια μικροπράγματα που με ξένισαν κατά την ανάγνωση, όπως οι συχνές επαναλήψεις κάποιων λέξεων ή φράσεων (δεν μπορώ να μετρήσω πόσες φορές επαναλήφθηκε η λέξη ζοχάδα ή η φράση «είπα να ρωτήσω τι έγινε, αλλά εκείνη την ώρα κάτι με διέκοψε». Θεωρώ ότι θα μπορούσε να βρεθεί καλύτερος τρόπος να κρατηθεί ο αναγνώστης σε άγνοια και αγωνία εξαιτίας αυτής της άγνοιας. Επίσης οι αναφορές σε όλες αυτές τις επωνυμίες της εποχής από ένα σημείο και μετά έχασαν το μανδύα της νοσταλγίας και καταντούσαν κουραστικές και σχεδόν γραφικές.
4.5!Εξαιρετικό!!Είχε καιρό να με ταξιδέψει ένα βιβλίο σε μια παλαιότερη εποχή με τόσο ωραίο τρόπο.Παραστατική γραφή που μετέδιδε των ψυχισμό των ηρώων και ένα βιβλίο γεμάτο εικόνες απ' άκρη σ' άκρη.Ενισχύει τον χαρακτήρα του βιβλίου η παράλληλη διήγηση της καθημερινότητας των ηρώων με την κλιμακούμενη αποκάλυψη του μυστικού.Με το τέλος του βιβλίου έπιασα τον εαυτό μου να ανασκαλίζει πράγματα και καταστάσεις απο το παρελθόν με μια άλλη ματια,πιστεύω αυτό ήταν η βασική επιδίωξη του συγγραφέα όσον αφορά τον αναγνώστη και τα κατάφερε πολύ καλά.Βιβλίο που πρέπει να διαβάστει απ' όλους,μετάνιωσα που δεν το διάβασα νωρίτερα.
https://diavazontas.blogspot.com/2019... Πρωτογνώρισα τη γραφή του Κώστα Ακρίβου με το "Αλλάζει πουκάμισο το φίδι", το οποίο ομολογουμένως δεν είχε καταφέρει να με συγκινήσει. Μέσα από αυτό το βιβλίο όμως, συνάντησα τον συγγραφέα, έναν άνθρωπο γλυκύτατο και ευγενή, και για αυτό, αν και με κάποια καθυστέρηση, διάβασα και το νέο μυθιστόρημά του. Και τούτη τη φορά, το βιβλίο του μου άρεσε- πολύ. Το "Γάλα Μαγνησίας" είναι μεστό, καλογραμμένο, αγγίζει θέματα που καίνε όπως η θρησκεία, η πολιτική κι η εκπαίδευση και σίγουρα αξίζει να διαβαστεί.
Στο μυθιστόρημα πρωταγωνιστούν τέσσερα αγόρια από φτωχές οικογένειες, ο Ζερβής, ο Μικ, ο Μπράσκας και ο Αχιλλάκος. Για για να μπορέσουν να πάνε στο σχολείο, ζουν στο εκκλησιαστικό οικοτροφείο του Βόλου τη δεκαετία του '70. Οι τέσσερίς τους είναι ζωηροί και ταραξίες σε ένα περιβάλλον υπερσυντηρητικό. Έρχονται σε ρήξη τόσο με τον διευθυντή του σχολείου, όσο και με τον νεαρό διάκο που έχει την ευθύνη του οικοτροφείου, και κρατά τα αγόρια με συνεχείς νηστείες και απαγορεύσεις. Η παρέα ενοχλείται κυρίως από τον Σώτο, ένα μαθητή χαφιέ, το τσιράκι του διάκου ο οποίος τους εκφοβίζει.
Ο συγγραφέας αντλεί από τις δικές του μνήμες ως μαθητή και γράφει ένα μυθιστόρημα ενηλικίωσης. Στην αρχή μοιάζει με πολλά άλλα, παρέες, πλάκες, δυσκολίες στα μαθήματα, εφηβικές φιλίες, αλλά σιγά σιγά επικρατεί ένα πιο νοσηρό κλίμα και στο τέλος επιβεβαιώνονται οι υποψίες σου, στη ζωή δεν έχει άσπρο και μαύρο, ξεκάθαρους θύτες και ξεκάθαρα θύματα. Τα βάσανα της εφηβείας στην Ελλάδα της Χούντας και μετά της Μεταπολίτευσης, η πανταχού παρούσα εκκλησιαστική καταπίεση και η φτώχεια κάνουν τη ζωή των ηρώων δύσκολη. Ο Ζερβής- είναι και ο αφηγητής- φαίνεται να αθωώνει τον εαυτό του και τους φίλους του, να νοσταλγεί και να δικαιώνει. Όσο η ιστορία ξεδιπλώνεται όμως, γίνεται φανερό πως κάποια πράγματα δεν συγχωρούνται, πως υπάρχουν στιγμές στη ζωή των ανθρώπων καθοριστικές για τη συνέχεια.
Το μυθιστόρημα έχει μια εσάνς αστυνομικού, χωρίς βέβαια να ανήκει στο είδος. Αυτό το εύρημα δίνει την αναγκαία ώθηση στον αναγνώστη να γυρίσει την επόμενη σελίδα, και κάνει το βιβλίο εξαιρετικά ευκολοδιάβαστο, σε στιγμές συναρπαστικό. Χωρίς πολλά αφηγηματικά τρικ- αν εξαιρέσει κανείς τις πρώτες σελίδες, η αφήγηση ακολουθεί γραμμικά τον χρόνο-, χωρίς τερτίπια, με γλώσσα λιτή και κατανοητή, δίνει μια τοιχογραφία και της εποχής και της πόλης, και πολύ περισσότερο του μικρόκοσμου ενός οικοτροφείου αρρένων.
Το "Γάλα μαγνησίας" είναι έξυπνο μυθιστόρημα, όπως ακριβώς ο τίτλος του, ο οποίος παίζει με το γνωστό καθαρτικό, την περιοχή αλλά και το γάλα που πίνουν τα αγόρια στο εξώφυλλο. Ένα βιβλίο που αναμετράται με την ελληνική πραγματικότητα χωρίς φόβο και διαλύει τις βεβαιότητες. Δεν καταφέρνει φυσικά να δώσει απαντήσεις για αυτό που ζούμε- κάτι τέτοιο θα ήταν αδύνατο. Όμως βάζει μικρές φωτιές για να σκεφτούμε και να διαλέξουμε.
Ένα μυθιστόρημα διαφορετικό από τα άλλα……εμφατικό ως προς την διαχρονική διαχείριση της μνήμης και της λήθης, της ενδοσκόπησης και της αποδοχής…..Με αφετηρία, την ζωή τεσσάρων εφήβων, τροφίμων εκκλησιαστικού οικοτροφείου, ελάχιστα πριν και μετά την μεταπολίτευση, ο Κ. Ακρίβος, με γραφή άμεση, ρεαλιστική, κινούμενη μέσα στο ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο της εποχής, και τοποθετημένη στον Βόλο εκείνης της περιόδου και στην ευρύτερη περιοχή της Μαγνησίας, αναπαριστά με ενάργεια, διεισδυτικότητα, ευαισθησία και σαφή γνώση των συντηρητικών συνθηκών που κυριαρχούσαν σε μία περιφερειακή πόλη, το χωροχρονικό περίγραμμα, εντός του οποίου εκτυλίσσεται η πολύ ενδιαφέρουσα πλοκή. Μας παραδίδει ένα έργο, με πρωτότυπη σύλληψη, γραμμένο με δεξιοτεχνία, και εστιασμένο αρχικά στη φιλία και στην αλληλεγγύη των νεαρών ηρώων του, στις προσωπικότητες και στους χαρακτήρες εκάστου εξ αυτών, στις σκέψεις τους, τα όνειρά τους, τις φιλοδοξίες τους, στην (δύσκολη και βεβαρυμένη από καθημερινούς μικρούς και μεγάλους εκφοβισμούς, πολύ καιρό πριν ο όρος του “bullying” καταστεί συχνό φαινόμενο) συνύπαρξή τους με συνομήλικους τους, έως του κατακερματισμού αυτών από ένα τραγικό περιστατικό. Η απώλεια ενός εφήβου συμμαθητή τους, λίγο πριν από την αποφοίτηση τους, υπό συνθήκες, κατά κάποιον τρόπο, αδιευκρίνιστες και οι συνέπειές του στη ζωή των τριών εξ αυτών, θα προκαλέσει ένα ρήγμα, αγεφύρωτο και θα τους στιγματίσει και στην ενήλικη ζωή τους, είτε άμεσα είτε έμμεσα. Η απώλεια θα τους διασπάσει, έως τη στιγμή που μία τυχαία συνάντηση των δύο εξ αυτών, θα τους φέρει έστω και ελάχιστα πιο κοντά, θα ανασύρει μνήμες από το παρελθόν, ενοχές, επιφυλάξεις, αμφιβολίες, και θα προκαλέσει την αναζήτηση της αλήθειας, όσο σκληρή, ή επώδυνη και αν είναι. Το αποτύπωμα της πεπερασμένης αλήθειας, διαχρονικώς, είτε συνειδητά είτε ασυνείδητα, ποτέ ίσως δεν είναι ακριβές ή αντίστοιχο της πραγματικότητας και των βιωματικών εμπειριών του παρελθόντος, και αυτό που απεκόμισα από το «Γάλα Μαγνησίας» είναι πόση ψυχική δύναμη απαιτείται πολλές φορές για να αντιμετωπίσουμε όσα συμβαίνουν και καθορίζουν την ενήλικη ζωή μας, υποβοηθούμενοι από τη δική μας ενσυναίσθηση αλλά και από τις αναμνήσεις των ανθρώπων που υπήρξαν συνοδοιπόροι μας.
Υπάρχουν ήδη πολύ ενδιαφέρουσες κριτικές για το βιβλίο οπότε δεν έχω πολλά να πω. Θα προσθέσω μόνο ότι με ξεγέλασε αρχικά η ιστορία γιατί ήταν ευχάριστη, χαλαρή και απολάμβανα κάθε σελίδα. Μέχρι τα τελευταία κεφάλαια που η ατμόσφαιρα αλλάζει τελείως, σκοτεινιάζει για όλους, και για τους χαρακτήρες και για τον αναγνώστη. Ένας νεκρός, μια επιλογή, πολλά μηνύματα.
Έχοντας ζήσει παλιότερα στον Βόλο, είδα μέσα στο βιβλίο γνώριμες φιγούρες και μπορώ να πω πως η εξιστόρηση του συγγραφέα με ταξίδεψε ξανά στην πόλη του Βόλου μέσα από όμορφες περιγραφές του. Η ιστορία δυνατή και δυστυχώς αληθινή ακόμα και στις μέρες μας. Νομίζω τα ονόματα των ηρώων δεν δόθηκαν τυχαία.
Ενα βιβλίο για την ενηλικίωση 4 αγοριών που μεγαλώνουν σε εκκλησιαστικό οικοτροφείο την δεκαετία του 70 και πως οι ζωές τους επιρρεάζονται από ένα τραγικό γεγονός. Πέρα από τις περιγραφές της εποχής, της καταπίεσης που βιώνουν, της δίψας να γευτούν πρώτες εμπειρίες, να κάνουν πλάκες αλλά και να προστατεύουν ό ένας τον άλλον, ο Ακρίβος μας δείχνει ότι οι μνήμες μας παίζουν παιχνίδια και θυμώμαστε γεγονότα όπως μας βολεύουν. Ενδιαφέρουσα ιστορία.
Οι παιδικές αναμνήσεις του συγγραφέα συνυφαίνονται με τη Λογοτεχνία τον καιρό της Χούντας και της Μεταπολίτευσης. Ο Εκφοβισμός, η εκκλησία, το περιβάλλον του οικοτροφείου και η επαρχιώτικη ηθική της δεκαετίας του '70 και πως επηρέασαν όλα αυτά τα παιδιά, αλλά και τους ενήλικους στους οποίους αργότερα μεταμορφώθηκαν
Ωραία στρωτή γραφή,με πολλές αναμνήσεις για όσους έχουν γεννηθεί τέλος του '50,αρχές του '60. Η ένστασή μου είναι για το φινάλε της ιστορίας,το οποίο ούτε ξεκάθαρο είναι,ούτε με έπεισε.
Τη δεκαετία του 70, μία περίοδο όπου η δικτατορία έχει παρέλθει σ’ ένα εκκλησιαστικό οικοτροφείο του Βόλου συναντάμε μία παρέα τεσσάρων παιδιών. Ο Αχιλλάκος, ο Μπράσκας, ο Μίκ και ο Ζερβής προσπαθούν να ανταπεξέλθουν στο καταπιεστικό περιβάλλον του σχολείου όπου οι παρατηρήσεις και οι απαγορεύσεις είναι σε καθημερινή βάση. Δε δέχονται να συμμορφωθούν στους κανόνες και είναι αμελής στα σχολικά τους καθήκοντα.
Αποφασίζουν να βρουν το νόημα της ζωής εκτός της μαθητικής κοινότητας. Λατρεύουν το ποδόσφαιρο και τη ροκ μουσική. Αυτό όμως που συνδέει και τους τέσσερις είναι ο ξαφνικός θάνατος ενός συμμαθητή τους. Ποιοι παράγοντες οδήγησαν στο ξαφνικό χαμό του; Αυτό το ερώτημα αρχίζει να βρίσκει την απάντηση του όσο προχωράει η αφήγηση και οδηγείται ο αναγνώστης στο γλυκόπικρο τέλος της ιστορίας.
Ο Κώστας Ακρίβος καταπιάνεται με πολλά θέματα όπως είναι η εφηβεία, τα κατάλοιπα της δικτατορίας αλλά και οι συνθήκες που επικρατούν σ’ ένα κλειστό περιβάλλον. Παρουσιάζει τους ήρωες στην εφηβεία αλλά και στην ενήλικη ζωή τους. Οι διαφορετικές χρονικές περίοδοι είναι καταλυτικές καθώς βλέπουμε το πόσο αλλάζουν οι αντιλήψεις και ο τρόπος που διαχειρίζονται το γεγονός που τους στιγμάτισε τη ζωή. Κατάφεραν να βγουν αλώβητοι από αυτή την ιστορία;
Ένα εκπληκτικό κοινωνικό- ηθογραφικό μυθιστόρημα που αξίζει να διαβαστεί. Καλή ανάγνωση