Η Ελίζαμπεθ Μπανκς είναι δεκαεφτά χρονών και δεν πρόκειται να συμβιβαστεί στη ζωή που της έχουν ετοιμάσει: κολλέγιο, σπουδές, δουλειά, γάμος, παιδιά, θάνατος.
Αντιστέκεται.
Θέλει μουσική, βόλτες, ελευθερία. Προπάντων ελευθερία -είναι το οξυγόνο της. Έτσι, μόλις βρίσκει την ευκαιρία, η Ελίζαμπεθ την αρπάζει από τα μαλλιά. Καβαλάει τη μηχανή ενός αγνώστου και χάνεται, σε μια εποχή που τα πάντα ήταν πιο απλά και πιο πιθανά.
Η Ελίζαμπεθ Μπανκς δεν υπάρχει πια. Πλέον είναι η Μαντ Ντα Σίλβα, και το όνομα δεν το έχει επιλέξει τυχαία. Φτιάχνει τη δική της πραγματικότητα, γνωρίζει ανθρώπους που θα την φέρουν αντιμέτωπη με το σκοτάδι μέσα της, ξεπερνάει τα όρια του εαυτού της...
Ένα μυθιστόρημα δρόμου στην Αμερική της δεκαετίας του '90, γεμάτο τρέλα και ελευθερία.
* Πέντε αστεράκια και πραγματικά λυπάμαι που αυτή τη φορά δεν έχω τη δυνατότητα για παραπάνω. Άποψη για ένα βιβλίο που βρέθηκε με συνοπτικές διαδικασίες στο top5 μου. *
Πάντα όταν διαβάζω ένα βιβλίο που με έχει αγγίξει βαθιά, όπως έχω μοιραστεί κι άλλη φορά, δυσκολεύομαι να γράψω άποψη για αυτό. Μπορεί να κλωθογυρίζει για μέρες στο μυαλό μου, αλλά όταν έρχεται η ώρα να βάλω τις σκέψεις μου σε μία σειρά και να βρω τις σωστές λέξεις για να το περιγράψω και να βγάζουν νόημα, αποφεύγοντας παράλληλα να φανώ υπερβολική, διστάζω. Είναι τόσα πολλά τα συναισθήματά μου, που αισθάνομαι πως ό,τι και να πω θα είναι λίγο και δεν θα περιγράφει επακριβώς τα όσα ένιωσα κατά τη διάρκεια, αλλά και μετά το πέρας της ανάγνωσης.
Μία τέτοια περίπτωση είναι και το νέο μυθιστόρημα της Λίλλυς Σπαντιδάκη, Entropy, που κυκλοφόρησε πριν από λίγες μόνο ημέρες από τις εκδόσεις Κλειδάριθμος έχοντας ένα καταπληκτικό εξώφυλλο και μία δυνατή κι ενδιαφέρουσα περίληψη.
Έχοντας διαβάσει και τα δύο προηγούμενα βιβλία της συγγραφέως κι έχοντας ενθουσιαστεί με το Χωρίς Σκηνή και ιδιαίτερα με το Ο Διάβολος Τραγουδούσε τα Μπλουζ και την ξεχωριστή ηρωίδα του, τη Ζόλα Μάιλς, ανυπομονούσα και ταυτόχρονα αγωνιούσα για το επόμενο συγγραφικό βήμα της συγγραφέως, καθώς ο πήχης είχε ανέβει πολύ ψηλά.
Κι έρχεται η ώρα που διαβάζω την ιστορία της Ελίζαμπεθ Μπανκς ή αλλιώς Μαντ Ντα Σίλβα, κι ενθουσιάζομαι, δεν μπορώ να σταματήσω λεπτό την ανάγνωση και παρά το γεγονός ότι η ηρωίδα με ζόρισε σε κάποια σημεία, καθώς δεν είναι από τις πιο εύκολες και συνηθισμένες περιπτώσεις, κατάφερα να νιώσω στο έπακρο τα συναισθήματά της και να την κατανοήσω σε όλα της, ακόμα και στις πλέον δύσκολες φάσεις, στις ακραίες συμπεριφορές κι αντιδράσεις, στις αυτοκαταστροφικές τάσεις της.
Είναι από τις φορές που δεν μπορείς να πεις κάτι για ένα βιβλίο. Η ανάγνωση του κάπως με διέλυσε θα έλεγα. Γιατί κάποια βιβλία σε διαβάζουν, δεν τα διαβάζεις. Σου ρουφάνε την ψυχή. Ένα τέτοιο βιβλίο είναι και το συγκεκριμένο. Καταλήγω πως μία τέτοια συγγραφέας είναι η Λίλλυ Σπαντιδάκη. Δεν είναι απλώς η πένα της, οι ιστορίες της, η γραφή της -που για ακόμη μια φορά είναι εξαιρετική- αλλά είναι ο τρόπος που χρησιμοποιεί τις λέξεις. Νομίζω πως συνδέει το ψυχογράφημα των ηρώων της με το χωροχρόνο στον οποίο τοποθετεί την ιστορία της και την ιστορικοκοινωνική στιγμή που επιλέγει να διαχειριστεί. Δε ξέρω πως το κάνει, ξέρω όμως ότι ένιωσα κάθε λέξη της. Ξέρω πως όταν τελείωσα το βιβλίο και έχοντας διαβάσει τα δύο προηγούμενα βιβλία της, όλα μπήκαν σε μια σειρά. Όλα είχαν εξήγηση.
Τη δεκαετία του 1990 ένα κορίτσι θα ξεφύγει από την οικογένειά της στο Μιλγουόκι για να πάψουν να την αποκαλούν πριγκίπισσα, μόνο που ο δρόμος που θα διαλέξει θα τη μεγαλώσει απότομα και μια σειρά αναπάντεχων γεγονότων θα την ανακηρύξουν βασίλισσα όχι γιατί ωρίμασε αλλά γιατί μεγάλωσε. Κι όλα αυτά μέσα σε μόλις έναν χρόνο! Από τι φεύγει μακριά η Λιζ και πόση σχέση έχει με τη Μαντ; Είναι έτοιμη να πληρώσει την αυτοδιάθεσή της και την ελευθερία της με κάθε τίμημα που θα της ζητηθεί; Πότε θα πάψει να φωνάζει το όνομά της ο δρόμος; Είναι δυνατόν να περιοριστεί για πολύ κάπου, ακόμη κι αν αυτό λέγεται έρωτας;
Το νέο μυθιστόρημα της Λίλυς Σπαντιδάκη είναι αντισυμβατικό σαν την πρωταγωνίστριά του, ανατρεπτικό σαν τις επιλογές που κάνει η Λιζ και κραυγαλέο σαν τη συμπεριφορά της Μαντ. Πρόκειται για μια ιστορία που ποτέ δεν ξέρεις πού θα σε οδηγήσει, ρέει αβίαστα, δεν μπορείς να μαντέψεις την επόμενη ανατροπή της και μέσα σε αυτόν τον κυκεώνα μεγαλώνει ένα κορίτσι που δεν συμβιβάζεται μπροστά στην ελευθερία της και το δικαίωμα της επιλογής της. Είναι ένα συναρπαστικό road trip που διασχίζει τις μισές Ηνωμένες Πολιτείες και συστήνει μεγάλες και μικρές πόλεις με τη λάμψη τους και τα μυστικά τους. Ο τρόπος ζωής των μηχανόβιων και των κλειστών κλαμπ τους εναλλάσσεται με τη λάμψη του Λος Άντζελες, τον υπόκοσμο του Σαν Φρανσίσκο, τη λαχτάρα για τρυφερότητα και αποδοχή. Μόνο που όταν βρίσκεις τα τελευταία, ο δρόμος σε καλεί και πάλι. Ενδιαφέροντες χαρακτήρες, γκρίζοι και πολυδιάστατοι, συναντούν τη Μαντ και αλλάζουν για πάντα. Περιπέτειες, λαθρεμπόριο, δίκυκλα, ημιτελείς οικογένειες, μυστικά, διάσημοι τραγουδιστές, βίτσια, ναρκωτικά, τραγούδι είναι οι προβολείς που τυφλώνουν εναλλάξ τη Μαντ κι εκείνη τα ακολουθεί για να καεί και ύστερα να ψάξει τσουρουφλισμένη για νέα πηγή φωτός.
Η Λιζ (Ελίζαμπεθ Μπανκς) είναι 17 ετών, μεγαλώνει σε μια οικογένεια όπου τον πατέρα τον αγαπάει και τον σέβεται περισσότερο, η αγκαλιά του είναι το καταφύγιό της. Προτιμά τα μαύρα ρούχα και γενικότερα την γκραντζ εμφάνιση. Η Λιζ είναι «ένα κορίτσι χωρίς άξονα» όπως έλεγε η γιαγιά της: «Αντί για προσωπικότητα, μέσα μου υπάρχει μια δύναμη, μια αέναη κίνηση που είναι σχεδόν αδύνατο να σταματήσει, δεν μπορεί να σταθεί ήσυχη. Πρέπει πάντα να προχωράω. Πέρα μακριά… Η μουσική και η ποίηση είναι μες στο κεφάλι μου. Όσο γράφω στίχους και σκιτσάρω τις εικόνες μου, το βιώνω» (σελ. 14-15). Κι όχι μόνο αυτό: «Ήξερα τους ανθρώπους και τις συμπεριφορές τους. Ήξερα να τους διαβάζω και τι να περιμένω από αυτούς. Κατά συνέπεια, ήξερα και πώς να τους χειριστώ, όταν ήθελα» (σελ. 26). Ή αλλιώς, με μία πρόταση: «Το μικροαστικό περιβάλλον στο οποίο είχα μεγαλώσει ήταν καταλυτικό για να διαμορφώσει τη συγκρουσιακή ιδιοσυγκρασία μου» (σελ. 405).
Αγαπάς άραγε έναν τέτοιο άνθρωπο, τον λυπάσαι, τον συμπονάς, τι; «Θέλω να γίνομαι ο τόπος κάθε φορά, μέχρι να ενσωματωθώ τόσο, που να μην είμαι η ξένη. Τότε είναι που πρέπει να φύγω, μακριά, σε άγνωστα μέρη, να κάνω καινούριες ανακαλύψεις, να βρω άλλα στοιχεία του εαυτού μου που δεν μπορώ να τα βρω αλλιώς. Θέλω να ζω» (σελ. 449). Δεν αντέχει όλη αυτήν την ευταξία στη ζωή της και τα προειλημμένα σχέδια της μητέρας της (κυρίως) για εκείνη κι έτσι αποφασίζει να το σκάσει: «-Ό,τι τακτοποιείται μπαίνει σε ράφι ή συρτάρι, Μίκα κι εγώ, ξέρεις, δεν γουστάρω να βάλω τη ζωή μου σε κανένα απ’ αυτά τα δύο» (σελ. 23). Κι έτσι φεύγει με τον πρώτο άγνωστο μηχανόβιο που βρίσκει. Αργότερα θα παραδεχτεί: «Αντιπροσώπευε ακριβώς το αντίθετο: την απόλυτη ελευθερία. Την ελευθερία που έψαχνα. Τη ζωή χωρίς κανόνες, χωρίς πρέπει, χωρίς κοινωνικούς περιορισμούς» (σελ. 243). Κανείς όμως δεν περιμένει την ασύλληπτη εξέλιξη της πλοκής που φτάνει σε υψηλά επίπεδα ευρηματικότητας και φαντασίας. Οι Riots δεν είναι ένα απλό κλαμπ χαρλεάδων κι η Μαντ το δέχεται, μόνο που όσο πιο βαθιά μπαίνει στους κύκλους του τόσο περισσότερα μαθαίνει, γνωρίσματα που όχι μόνο δεν την απωθούν αλλά την κάνουν να γλείφει όλο και περισσότερο τη γλώσσα της στο μαχαίρι!
Ταυτόχρονα ο έρωτας εισέρχεται σε λάθος στιγμές με λάθος ανθρώπους (κι αυτό δε γίνεται ταυτόχρονα). Γιατί το χειρότερο είναι πως αυτό είναι το άκρως αντίθετο απ’ ό,τι αναζητά: «Καμία ελευθερία δεν επιβιώνει μπροστά στον έρωτα. Κανένας έρωτας δεν επιβιώνει μπροστά στη δέσμευση» (σελ. 263). Και η αγάπη; «Για μένα, η αγάπη καθοδηγεί τα ζώα, τη φύση, τα δέντρα. Γιατί, λοιπόν, ήθελαν να της δώσουν πρόσωπο και ιδιότητα και όνομα και νόμους; Η αγάπη δεν έχει τίποτε απ’ όλα αυτά. Απλώς είναι. Η αγάπη ήταν αυτή τη στιγμή που προκαλούσε ρήξη ανάμεσα σε πατέρα και γιο και η αγάπη μπορούσε να οδηγήσει στη διάλυση. Η αγάπη ήταν αυτή που με οδήγησε μακριά από το σπίτι. Η αγάπη που με έπνιγε» (σελ. 194-195). Έρωτας, αγάπη, οικογένεια, μέλλον. Για πάντα; «Τη μισώ αυτή τη λέξη. Την τρέμω. Εγώ ταιριάζω στο «πάντα», στο «όλα». Το ποτέ είναι σαν εφιάλτης ή μάλλον το προμήνυμα ενός εφιάλτη. Δεν μπορώ να δεχτώ τα γεγονότα που συνοδεύονται από το «ποτέ». Με δυσκολεύουν. Με φέρνουν αντιμέτωπη με την άβυσσο μέσα μου κι αυτό είναι τρομακτικό» (σελ. 249).
Οι λεκτικές φράσεις-σήματα κατατεθέν της Μαντ είναι λεπίδες: «Ήθελε μια παιδιάστικη τόλμη για να μην πέσεις στην παγίδα της κοινωνικής συνήθειας» (σελ. 351). Το ίδιο κορίτσι που δε διστάζει να τ’ αφήσει όλα πίσω της και να σκαρφαλώσει σε μια ξένη μηχανή, έχει ταυτόχρονα το νου της και στο πεπρωμένο, χωρίς όμως να γίνεται μοιρολάτρης. Θέλει την ελευθερία της και κυνηγάει τα πιστεύω της ενώ την ίδια στιγμή έχει τις διαισθητικές κεραίες της ανοιχτές: «Κάτι, κάπως, κάπου αποφάσισε ότι θα γεννηθούμε εδώ, θα συναντήσουμε αυτούς, θα πάμε εκεί που θα συναντήσουμε κάποιους άλλους και ο μικρόκοσμός μας θα σχηματιστεί βάσει αυτού. Αλλά πώς παιρνόταν η απόφαση» (σελ. 352); Η συγγραφέας μέσα από τα μάτια της Λιζ που παρατηρεί και καταγράφει τα πάντα διατυπώνει ερωτήσεις και συναισθήματα που όλοι μας νιώθουμε αλλά ίσως δεν ξέρουμε πώς να τα εκφράσουμε: «Πάντα αναρωτιόμουν πώς γίνεται ένας άνθρωπος να μείνει άστεγος. Τι μπορεί να του έχει φέρει η ζωή που να τον οδηγήσει χωρίς επιλογή στον δρόμο; Τι κάνουν οι γονείς του; Η οικογένειά του; Πώς είναι δυνατόν να είναι απόλυτα μόνος στη ζωή, ώστε να φτάσει στο σημείο να ζει μέσα σε μια κούτα, χωρίς την παραμικρή ρανίδα αξιοπρέπειας. Όχι γιατί δεν έχει ο ίδιος, αλλά γιατί η κοινωνία τού τη στέρησε» (σελ. 350). Το καλύτερο επιμύθιο: «Να μαθαίνεις να ακούς το μέσα σου, γιατί τα ξέρει, τα έχει ξαναζήσει. Να ζεις τη ζωή σου ξανά και ξανά. Εφιάλτης ή δώρο; Θα έλεγα δώρο. Αρκεί να το κοιτάξεις κατάματα -σαν τον φόβο-, για να το καταλάβεις» (σελ. 450-451).
Ο Ντιμίτρι, ο Νας και ο Μάικ δεν την καλοδέχονται στο κλαμπ τους παρά τις εντολές του Έλιοτ, στη μηχανή του οποίου σκαρφάλωσε. Η Μαντ μπαίνει στην ομάδα κι αρχίζουν οι τριγμοί. Η κοινοκτημοσύνη και τα παραισθησιογόνα εναλλάσσονται με την αμοιβαία εμπιστοσύνη και την ειλικρίνεια. Η Μαντ όμως είναι γυναίκα κι αυτό δεν αρέσει, όχι μόνο στους Riots αλλά και γενικότερα στον κύκλο τους. Όσο πιο βαθιά μπαίνει τόσο περισσότερο απολαμβάνει την ελευθερία που της παρέχεται και ονειρευόταν, αρχίζει όμως να έρχεται αντιμέτωπη με άλλες μορφές «σκλαβιάς» από την οποία προσπαθούσε να ξεφύγει ενώ ταυτόχρονα αγωνίζεται να μείνει ο εαυτός της και να υπακούει στις δικές της επιθυμίες και όνειρα. Είναι όμως εύκολο αυτό όταν γνωρίζει τους πραγματικούς χαρακτήρες των μελών; Κι όταν αρχίζει να υποφώσκει κάτι σαν έρωτας, πώς θα αντιδράσει; Τι θα συμβεί στην ισορροπία των σχέσεων μεταξύ των μηχανόβιων εξαιτίας της αλλά και λόγω των αποφάσεων που άρχισε να παίρνει ο αρχηγός χωρίς να υπολογίζει και χωρίς να ρωτά; Πώς θα αντιδράσει η Μαντ όταν μάθει τι πραγματικά συμβαίνει; Πικρή η διαπίστωση: «Γάτα. Μια γάτα με εννιά ζωές στο χέρι μου. Ζωές που έκαιγα μία μία… Εφτά μου είχαν απομείνει και αυτή που ζούσα τώρα είχα πρόθεση να τη ζήσω στο έπακρο, να μην αφήσω τίποτα να μου ξεγλιστρήσει. Ό,τι και να σήμαινε αυτό» (σελ. 316).
Η πλοκή είναι αξιοθαύμαστη, είναι ένα road trip που δεν μπορείς να ξέρεις ούτε σε προετοιμάζει για το τι θα συναντήσεις στο επόμενο βήμα. Έτσι η Λιζ «από το στόμα του λύκου είχα βρεθεί πιασμένη στα νύχια της τίγρης» όταν συνεχίζει να κάνει του κεφαλιού της γεμάτη λαχτάρα για την ατομική της ελευθερία. Από τη μια κατάσταση πηδάει στην επόμενη κι από κει στην επόμενη, με αποτέλεσμα κάθε επιλογή της να τη φέρνει σε νέο προσκήνιο, με νέες γνωριμίες και ανθρώπους, που δυστυχώς θα την τραβήξουν όλο και πιο κάτω. Ειδικά από το σημείο καμπής και τις επιτηδευμένα τοποθετημένες γκρίζες σελίδες, η κατρακύλα είναι άνευ επιστροφής, με το παρελθόν να μη σταματά να την κυνηγά και τις δεύτερες ευκαιρίες να της γυρνούν την πλάτη επιδεικτικά στη μέση σχεδόν της θετικής αλλαγής. Την αγάπησα τη Μαντ που έφυγε από το μικροαστικό περιβάλλον για να βγει στον δρόμο, βιώνοντας έτσι καταστάσεις ασύλληπτες και με υπερβολικούς κινδύνους, την αγάπησα γιατί θυσίασε πολλά ώστε να μην παγιδευτεί ξανά, ειδικά όταν έφτασε η στιγμή να δώσει κάτι που δεν περίμενα, όχι από εγωισμό ώστε να παραμείνει ελεύθερη αλλά γιατί νοιαζόταν πραγματικά.
Δεν είναι μόνο τα ψυχογραφήματα των χαρακτήρων πραγματικά κεντίδια αλλά και η αφήγηση. Εκτός από τη Μαντ αναπτύσσονται εξίσου σχεδόν όλοι οι συμπρωταγωνιστές και η διεισδυτικότητα της συγγραφέως είναι αξιοθαύμαστη ως προς το ποιες λέξεις διαλέγει για να μας τους παρουσιάσει, εξισορροπώντας ανάμεσα στη λογοτεχνικότητα και τον ρεαλισμό: «Η μοίρα της την είχε ράψει από νωρίς πάνω σε έναν άλλον άνθρωπο κι ήξερε ότι του ανήκε. Ήθελε να ανήκει. Σε άνθρωπο, σε δουλειά, σε πόλη και ζωή» (σελ. 262). Και οι πόλεις δέχονται τη ματιά της, όπως το Λος Άντζελες: «Πριν από λίγο ήμουν σε γειτονιές όπου τα παραπήγματα αποτελούσαν το γύρω τοπίο. Υπήρχαν κι εδώ. Απλώς ήξεραν να κρύβονται καλά στα στενά. Αυτή η πόλη ήξερε να ζει τον μύθο της. Όλοι της οι κάτοικοι συμμετείχαν σε αυτόν, συνειδητά και μη. Η πλάνη πάντως αιωρούνταν στην ατμόσφαιρα σαν το καυσαέριο» (σελ. 302). Ή το Σαν Φρανσίσκο: «Πόλη που απαιτούσε όλες σου τις δυνάμεις, τις ρουφούσε» (σελ. 343). Κι όλα αυτά υπό τους ήχους των Manowar, Nirvana, Kurt Cobain, Helloween κ. ά.
Οι τίτλοι των κεφαλαίων είναι οι μέρες της μετά τα 17α γενέθλιά της, ημέρα που θα έπρεπε να είχε πεθάνει όπως ισχυρίζεται («159 και σήμερα», «160 και σήμερα» κ. ο. κ.) αλλά στη συνέχεια αρχίζει να μετράει: «Θάνατος 1 και σήμερα» γιατί πλέον ήρθε η ωρίμανση που με τόσο εφηβικό τρόπο αποζητούσε. Η πρωτοπρόσωπη γραφή είναι νευρώδης, γεμάτη ένταση και ρεαλισμό, οι διάλογοι είναι σα να πηγάζουν όντως αυθόρμητα από στόματα κι όχι επεξεργασμένα από λογοτεχνική πένα. Σκληρότητα, ειλικρίνεια, ένας δυνατός ρεαλισμός και μια αντισυμβατική προσωπικότητα είναι μερικά μόνο από τα θετικά γνωρίσματα που με παρέσυραν ως το τέλος, χωρίς να μπορώ να σταματήσω ούτε σε ένα σημείο είτε γιατί αγωνιούσα είτε γιατί ξαφνιαζόμουν είτε γιατί έμενα άφωνος. Το μυθιστόρημα είναι ένας αγώνας δρόμου απέναντι στα «πρέπει» από ένα κορίτσι που δεν πρόλαβε καλά καλά να γνωρίσει τα «θέλω» του. Η αφηγήτρια μεταμορφώθηκε εν μια νυκτί από καταπιεσμένη, άφυλη κι υπάκουη Λίζι σε μια επαναστάτρια, προκλητική, αυθάδη, ελεύθερη Μαντ (Μάντελιν ντα Σίλβα). Κάνει συνέχεια λάθη που όμως την ωριμάζουν, οι αποφάσεις της είναι αποφάσεις ζωής, είναι στυγνή, δείχνει να είναι υπάκουή ή συμβατή ανάλογα ποιος θα την εμπνεύσει αλλά δεν ξεγελιέται, δεν κρύβεται από τον εαυτό της: «Ένιωσα ότι ήρθε η ώρα να κάνω άλλη μια μαλακία. Γιατί αυτό έκανα, και το έκανα μεγαλειωδώς. Μαλακίες. Ευχαριστιόμουν κάθε στιγμή από αυτές και δεν μπορούσε να με κρίνει κανείς» (σελ. 484).
Entropy (εντροπία) στη θερμοδυναμική είναι η έννοια μέσω της οποίας μετράται η αταξία, της οποίας η μέγιστη τιμή αντικατοπτρίζει την πλήρη αποδιοργάνωση και ισοδυναμεί με την παύση της ζωής. Από το ανωτέρω κείμενο καταλαβαίνει κανείς πόση ταύτιση υπάρχει με την πορεία της Μαντ και ταυτόχρονα πόσο αληθινό και ρεαλιστικό είναι το εξώφυλλο. Αυτή είναι η Μαντ, ένας λύκος που βρυχάται στις εθνικές οδούς της Αμερικής ψάχνοντας την ελευθερία του ενώ οδηγείται στην αποχαλίνωση. «Στις εθνικές των μηχανών με τα ηχεία, το μαύρο λάδι απ’ την ψυχή δεν καίει για κάτι που να μοιάζει μ’ εντροπία», αν θέλετε να παραφράσουμε το γνωστό τραγούδι.
Η δεκαεφτάχρονη Ελίζαμπεθ Μπάνκς ζει στην Αμερική των '90ς,συγκεκριμένα στο Μιλγουόκι, μαζί με τους γονείς και τη γιαγιά της,πιστεύει ότι θα πεθάνει στα δεκαταεβδομα γενέθλια της, αγαπά-αναζητά την ελευθερία και δεν θέλει να συμβιβαστεί με τη ζωή που της ετοιμάζει η οικογένεια της:σπουδές,δουλειά,γάμος,παιδιά,θάνατος. Διαφέρει από τους συνομήλικους έφηβους της εποχής,ντύνεται στα μαύρα,αγαπά τη hard rock μουσική και λατρεύει τον Κέρτ Κομπέιν. Δεν θέλει να πάει στον χορό αποφοίτησης και να εμφανιστεί με το dress code που ισχύει και αποφασίζει να κάνει την ανατροπή.Θα εμφανιστεί όπως αυτή αισθάνεται άνετα,προκαλώντας σχόλια και θα τολμήσει να ανέβει στη μηχανή ενός άγνωστου και να αναζητήσει την ελευθερία που τόσο ποθεί. Η Ελίζαμπεθ-Λιζ θα αναγεννηθεί, θα μεταμορφωθεί,θα αλλάξει ακόμα και το όνομα της και ως Μαντ Ντα Σίλβα θα ακολουθήσει τον Έλιοτ και την ομάδα του, τους Riots Machine.Θα ταξιδέψει μαζί τους σε διάφορες πολιτείες όπως Σικάγο,Κάνσας,Κολοράντο,Λος Άντζελες κ.α. ,θα γνωρίσει και άλλες ομάδες μοτοσυκλετιστών,τη ζωή που ζουν,και τους άτυπους κανόνες που διέπουν τη ζωή και τη σχέση των μελών τους.Θα ζήσει επιτέλους την ελεύθερη ζωή που τόσο ποθούσε,θα πιει,θα καπνίσει,κι όχι μόνο τσιγάρα,θα αναμετρηθεί με τα όρια της κι ενίοτε θα τα ξεπεράσει!!!! Η συγγραφέας με γλώσσα λιτή,απλή ενίοτε ωμή,έχοντας γράψει το έργο της σε πρώτο πρόσωπο μου δημιούργησε την αίσθηση πως τα πάντα διαδραματιζόταν μπροστά στα μάτια μου,το ζούσα κι εγώ έντονα,στιγμές-στιγμές νιώθοντας πως ήμουν η Λιζ-Μαντ!!!Μου θύμισε αναζητήσεις,απορίες της εφηβείας μου και ταυτόχρονα την υπέροχη αίσθηση του ταξιδιού με μηχανή(είναι ξεχωριστή εμπειρία που ευτύχησα να τη ζήσω με τον σύζυγο μου,πιστεύω όσοι έχουν ταξιδέψει με μηχανή το καταλαβαίνουν απόλυτα!! 😃). Ένα μυθιστόρημα δρόμου στην Αμερική της δεκαετίας του '90 γεμάτο τρέλα και ελευθερία(όπως αναφέρεται στο οπισθόφυλλο),το οποίο προτείνω ανεπιφύλακτα να το διαβάσετε-ζήσετε έχοντας μουσική υπόκρουση τα υπέροχα τραγούδια που αναφέρονται στο βιβλίο!!!Προσωπικά το λάτρεψα!!!!
Και όπως συνηθίζω στις απόψεις μου παραθέτω ένα (από τα πολλά😉) αγαπημένο απόσπασμα: "Πάντα κυνηγούσα αυτό που δεν ήξερα τι είναι.Δεν ήξερα πως να το πιάσω.Μερικές φορές ήμουν σίγουρη ότι,αντί να είμαι θύτης,ήμουν θύμα.Θύμα του ίδιου μου του εαυτού.Ήταν η φύση μου τέτοια,που δεν μπορούσα να στεριώσω.Δεν ξέρω από που προερχόμαστε ή που πηγαίνουμε.Δεν πιστεύω σε έναν θεό αλλά σε πολλούς και σε κανέναν.Η αγάπη είναι για μένα η κινητήριος ενέργεια.Μπορεί να κινήσει βουνά και να καταστρέψει το σύμπαν..... Θυμάμαι ότι ο μπαμπάς μου ήταν πρώτος αυτός που μου είπε να πιστεύω στην αγάπη.Εν αγνοία του,με οδήγησε στο να αντιληφθώ τα πάντα διαφορετικά:η αγάπη είναι η δύναμη που ενώνει αλλά και χωρίζει ,η αγάπη ήταν αυτή που οδηγούσε σε πόλεμο,σε θρησκείες και σε αφορισμούς.Για μένα,η αγάπη καθοδηγεί τα ζώα,τη φύση,τα δέντρα.Γιατί, λοιπόν ήθελαν να της δώσουν πρόσωπο και ιδιότητα και όνομα και νόμους;Απλώς είναι."(σελ.194)
Ένα ταξίδι σε πολιτείες της Αμερικής. Ένα ταξίδι γεμάτο ελευθερία, τρέλα, έρωτες, μουσική και πολλά συναισθήματα. Μια ιστορία που εξελίσσεται στους δρόμους της Αμερικής τη δεκαετία του ΄90. Μην φοβηθείτε τις 575 σελίδες του, είναι ένα βιβλίο που σίγουρα όλοι θα το αγαπήσετε.