Marie-Henri Beyle, better known by his pen name Stendhal, was a 19th-century French writer. Known for his acute analysis of his characters' psychology, he is considered one of the earliest and foremost practitioners of realism in his two novels Le Rouge et le Noir (The Red and the Black, 1830) and La Chartreuse de Parme (The Charterhouse of Parma, 1839).
Esta es una historia que Stendhal no logró terminar, qué lástima, el libro prometía y mucho. Cuenta la historia de Féder un hijo de alemán que vive en Marsella y luego se casa con una actriz de París en un rapto de amor apasionado concitando la verguenza de su padre, negociante próspero por aquel entonces. Poco a poco Féder va haciéndose un lugar en la cosmopolita París para lo cual Rosalinde, una hermosa bailarina lo ayuda en su tarea en adquirir las costumbres parisinas que lograrán que sea bien visto por esa sociedad. Basta decir que mucho de aquello tiene de hipocresía e impostación, pero aún así Féder logra hacerse un lugar importante y su fama va creciendo. A través de esta historia Stendhal cuenta de una manera muy entretenida todos los pormenores de la vida parisiense, los paseos, óperas, pintores, Etc. Utiliza buena cantidad de referencias actuales en su época lo que hace a la novela muy realista. Pero dentro de la vida tan simplista y metódica que llevaba Féder se opera un gran cambio cuando conoce a Valentine Boissaux, casada con un provinciano que trata de escalar en la capital francesa, muy ramplón y ambicioso aunque adinerado. Es una relación muy difícil a la que Féder no le tomará mucha importancia o trata de distanciarse aunque las circunstancias irán cambiando todo el asunto. No me llegó a encantar debido a los caracteres de los personajes tan lentos y poco emprendedores a diferencia de otras novelas de Stendhal, aunque no se sabe qué hubiera pasado si Stendhal hubiera seguido escribiendo. Valentine es muy tímida y a la vez un poco hipócrita, no encuentro aquella inocencia pintada como en la Sra. de Renal y Féder es un tipo que mide demasiado las cosas como para a veces parecer realmente apasionado. Considero sin embargo que el retrato de ambos personajes y las coyunturas es extraordinario y muy vivaz, típico de Stendhal.
Χαρακτηρίζει, ο συγγραφέας τα πορτρέτα που φτιάχνει ο κεντρικός χαρακτήρας του ‘’ απαίσιας ομοιότητας΄΄. Έχει άδικο; Η άριστη απεικόνιση, η με προσήλωση και δίχως φαντασία, απεικόνιση, χωρίς να ξεφεύγει καμιά λεπτομέρεια τι άλλο κρύβει αν όχι έναν άριστο αντιγραφέα, χωρίς φαντασία και χωρίς θέληση να πετύχει κάτι μοναδικό, ή να εκφράσει την ψυχή και τις σκέψεις του. Άλλωστε ο Φεντέρ δεν είναι παρά ένας κενόδοξος νεαρός, περήφανος κρυφά για την περιουσία που είχε απ’ τον πατέρα του, τέτοια που του εξασφάλισε τουλάχιστον ένα και μοναδικό ιδανικό σκεπτικό: να τον καίνε οι σκοτούρες που προκύπτουν απ’ τα πάθη και να μη δίνει καμιά σημασία σ’ εκείνες που προκαλούν τα χρήματα. Είναι άλλωστε αυτό κι ένα χαρακτηριστικό που συχνά συναντάμε σε ανθρώπους που μεγάλωσαν με άνεση, θα στενοχωρηθούν αλλά μόνο για την άμεση δυσκολία τους, όχι για την ουσία της απώλειας μιας μεγάλης περιουσίας. Μαθαίνει νωρίς πως για να μπορέσει να μείνει στο γοητευτικό Παρίσι και στην αίγλη του πρέπει να ελιχθεί και τι καλύτερος τρόπος απ’ το να βαυκαλίσει τη ματαιοδοξία των άλλων, καθιστώντας παράλληλα τον εαυτό του ένα νέο ρομαντικό για τις ψυχές των κυριών, μα ακίνδυνο για τους άντρες τους, δηλώνοντας μη διαθέσιμος.
Φεντέρ ή ο πλούσιος σύζυγος, θα δείτε να γράφετε πως δε σημαίνει ότι μια άλλη ονομασία του Φεντέρ είναι αυτή του πλούσιου συζύγου, αλλά πως είναι ή το ένα ή το άλλο, αλλά δε μπορεί να είναι και τα δυο μαζί. Μπορεί να είναι και η κόντρα που πάντα έχουμε για τους γονείς μας πως ο Φεντέρ δε μπορεί να είναι έτσι, γιατί έτσι ήταν ο πατέρας του κι εκείνος μπορεί μόνο κρυφά να δρέπει την περηφάνια για την ικανότητα του γονιού του και ηχηρά να τον αποστρέφεται κι ίσως αυτή τη δύναμη να του τη δίνει και το σχήμα του έρωτα που είναι καταλύτης στα υψηλόφρονα ιδανικά αντί του υλισμού, ακόμη κι αν κρατάνε για ελάχιστα. Και ποιος είναι ο πατέρας του Φεντέρ που φεύγει νωρίς απ’ τη σκηνή; Ένας Γερμανός που ζει στη Γαλλία και όσο ζει αποκομμένος, σωρεύοντας την περιουσία του επιτυγχάνει. Μόλις όμως ο γιος φεύγει ακολουθώντας τον έρωτα του αποφασίζει να κυνηγήσει ένα ματαιόδοξο και μονοπωλιακού χαρακτήρα προσωπικό σχέδιο: θα διώξει το γιο και παράλληλα θα φροντίσει να του γίνει από παντού γνωστός εισάγοντας το λογότυπο του στα υφάσματα. Μα όταν κάτι δεν το πιστεύουμε πραγματικά, όταν είναι έξω από μας και στην πραγματικότητα η λογική προσκρούει στον παραλογισμό που δε μπορούμε να ανεχτούμε, δεν το πιστεύουμε πραγματικά και προτιμάμε να δίνουμε τα εύκολα χρήματα παρά να πάσχουμε μέσα σ’ αυτό πραγματικά. Η κατηγορία ανθρώπων φτερού, πατέρας και γιος. Αυτό που βλέπεις, δεν υπάρχει τίποτα περισσότερο απ’ το αβαρές χνούδι και την υπόσταση που του προσδίδει το φτερό, κανένα βάθος, καμιά χρησιμότητα άπαξ κι αποκολληθεί, μόνο μια τάση ν’ ακολουθεί τον άνεμο που είναι κι αυτός δίβουλος και συχνά τοξικός.
Φεντέρ ή ο πλούσιος σύζυγος. Τι στερεί ο πλούτος απ’ τον άνθρωπο; Αν όχι την ευαισθησία ν’ ακούει τον εαυτό του, να γεύεται την ουσία της ομορφιάς παρά να κυνηγάει κάτι που αγοράζει τα πάντα και τίποτα απ’ αυτά που δεν έχει τιμή, σ’ ένα διαρκές κυνήγι για περισσότερα, που δεν έχει σταματημό, γιατί γίνεται τρόπος ζωής. Ο άνθρωπος φτερό μπορεί να αντιγράψει για λίγο αυτή τη ζωή, να την πλησιάσει, μα ποτέ δε θα μπορέσει να μείνει σ’ αυτή πραγματικά, θα τον προκαλέσουν πολύ περισσότερο εκείνοι οι στόχοι που δεν αγοράζονται κι οι συνειδήσεις που δεν πουλιούνται, οι εικόνες που δε χτίζονται με έξυπνους τρόπους.
Τι χρειάζεται σ’ ένα νέο που χιμαιρικά κυνηγάει στα πρόσωπα της υψηλής κοινωνίας με τα λευκά ξεκούραστα χέρια τον άξιο έρωτα, από το όχημα που θα του παρέχει ένας λογικός έρωτας; Κι ύστερα πρέπει ν’ αρχίσει η μεταμόρφωση για μια ιδανική επιτυχία: το σωστό ντύσιμο, η συνεπής στάση με το ‘’πλήγμα’’, η θρησκευτική προβολή και τι άλλο από το υπερτιμημένο έργο; Γιατί το ακριβό θα πρέπει να είναι και καλό. Συχνά όμως ακριβό σημαίνει ακριβό και τίποτα περισσότερο που να το ξεχωρίζει από κάτι εξ’ ίσου καλό αλλά όχι ακριβό, πέρα απ’ τη σωστή στιγμή, την λογική εικόνα και τους κατάλληλους ανθρώπους. Μα συχνά δε σκέφτεται κανείς πως κυνηγώντας κενοφανείς σκοπούς, φροντίζοντας ποτέ να μη γίνεται ανακόλουθος, ό,τι κι αν έχει μέσα του χάνεται, ο ίδιος αδειάζει και σαν φτάσει εκεί που νόμιζε, δεν υπάρχει τίποτα από ενοχλητική σιωπή και μονοσήμαντες υπάρξεις.
Και τι είναι αυτό το πλήγμα; Θα μπορούσε να είναι το οτιδήποτε, στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι ένα γεγονός απ’ τη ζωή του Φεντέρ κατά τι τραγικό στην αρχή του, μα εύκολα ξεπεράσιμο. Υπήρξε αυτό το πλήγμα, μα και να μην είχε υπάρξει, προβλέπει ο Στεντάλ κάτι που συχνά δε θέλουμε να παραδεχτούμε στον ίδιο μας τον εαυτό: όταν θέλουμε να επιτύχουμε ένα βλέμμα μιας κοπέλας που μας αρέσει, την εύνοια ενός καλού αφεντικού, την προσοχή του φίλου που μας παραμέλησε, αρκεί να δείξουμε θλιμμένοι. Γιατί η θλίψη είναι το όχημα και η θλίψη μπορεί να διδαχτεί, μπορείς ακόμη και να προσποιηθείς πως πάσχεις από κοιλόπονο αρκεί να είσαι λυπημένος. Αυτό φέρνει πολλά καλά κοντά σου, γιατί υποτίθεται πως δεν είσαι συναισθηματικά διαθέσιμος. Η θλίψη πουλάει, γιατί αγοράζει μια δικαιολογία για εύκολο, οίκτο που μας κάνει να αισθανόμαστε καλοί, φιλεύσπλαχνοι, αξιέπαινοι για τη συμπόνια μας κι ας μην είναι ο οίκτος ότι κι η συμπόνια. Και τότε που τελειώνει ο οίκτος κι αρχίζουν τα αληθινά συναισθήματα εκείνα που οφείλονται για τον πραγματικό έρωτα, για την αληθινή εκτίμηση και την αξιοκρατική εγκαθίδρυση; Η θλίψη αγοράζεται εύκολα γιατί προκαλεί την προσοχή, γιατί εφησυχάζει με τη σιωπή της κι εξεγείρει ταυτόχρονα τις ρομαντικές ψυχές. Η θλίψη τραβάει εκείνους που ψάχνουν να βρουν ένα βάθος στον εξωτερικό κόσμο και τους φαίνεται παράλογη η ύπαρξη τόσων ευχάριστων ανθρώπων. Αναρωτιέται η Βαλεντίν αν δεν είναι ευχάριστος ο Φεντέρ, τότε μήπως είναι βαρετός; Σκέφτεται, νιώθει, επεξεργάζεται, η ιδέα γεννιέται.
Μα πάντοτε χρειάζεται μια εξαέρωση σε όλα, κάτι που θα τονώνει το εγώ σου, θα του επιτρέπει να σου δίνει τη δύναμη για να συνεχίζεις να μην είσαι αυτός που είσαι. Έτσι ο θλιμμένος θα πρέπει να παριστάνει το χαρούμενο και ο χαρούμενος το λυπημένο και σ’ εκείνες τις στιγμές που πάντα θα πρέπει να κρύβει ακόμη και σε κοινή θέα θα μπορεί ξανά ο λυπημένος να παραδοθεί στη φυσική του λύπη κι ο πρόσχαρος στη φυσική του ανεμελιά, μα ακόμη και τότε θα επιδιώξει την υπερβολή, τόσο που το μέσα του να μην αντέχει άλλο τη φυσικότητα του και να θέλει να γυρίσει στην προσποιητή νωχέλεια, ή ελαφράδα. Ίσως γιατί συχνά αυτό που μαθαίνεται επιτυχώς αποκτά και τον αέρα κάθε επίτευξης, στα δύσκολα να γίνεται ένα αποκούμπι που αναζητούμε φυσικά, συχνά, προδίδοντας και την ίδια μας την κλίση. Και αυτή η ιδιαίτερη όμως ροπή μας δε μένει ανενόχλητη, δεν παραδίνεται αμαχητί. Είναι ο εσωτερικός εαυτός που θα ξεσπάσει χωρίς καμιά συστολή, θα κατακεραυνώσει, διότι εμείς οι ίδιοι ξέρουμε το βαθμό και το είδος του καμουφλάζ μας και μόνο όταν ερχόμαστε σε επαφή με το αληθινό, το απροσποίητο, γονατίζουμε, αμφιβάλουμε, βρίσκουμε μια κάποια αυθεντικότητα μέσα από τη σύγκριση και την υπερίσχυση του άλλου. Και ίσως τότε σαν αντίδραση στο εσωτερικό εγώ, ή επειδή μας το επιτρέπει, να ξυπνάει κάτι που κι αν δεν είναι αληθινό, έχει τη θέληση να γίνει. Κι ύστερα έρχεται ο λόγος στον κόσμο, κατά πόσο θα αποδεχτεί αυτή την ανακολουθία κι αν αυτό θα γίνει μια λάβα που θα κάψει μέσα μας κάθετί ψεύτικο, ή αν θα συμβιβαστούμε.
Κάποιες άτακτες σκέψεις κι ας μη μοιάζουν καθόλου με κριτική, άλλωστε η επαφή με τη μεγαλοφυϊα αυτού του ανθρώπου με κάνει να χάνω το μέτρο, δεν άλλαξα γνώμη με τα ολοκληρωμένα, ή τα ημιτελή έργα του, είναι ο μεγαλύτερος καλλιτέχνης που γεννήθηκε. Δε με απασχολεί ποιος το ασπάζεται και ποιος όχι, αδιαφορώ αν ξενίζει το να τον αποκαλώ Στεντάλ, σημασία έχει ο φόρος τιμής στον ίδιο, που ήθελε να το προφέρουν έτσι και που άλλωστε η ρίζα της λέξης είναι γερμανική και δικαιολογεί αυτή την επιλογή.
Φεντέρ ή ο πλούσιος σύζυγος, ή το ένα ή το άλλο, ποτέ και τα δυο μαζί. Ένας νέος που αναζητά την κλίση του περνώντας μέσα απ’ όλα τα στάδια της κενοδοξίας που πρόσταζε η εποχή του. Όλη του η ζωή είναι μίμηση, μίμηση της ζωής, αντιγραφή του εξωτερικού κόσμου και που οδηγεί αυτό αν όχι στην αποκτήνωση, ή στην τρέλα έναν άνθρωπο που έχει ήθος, που ψάχνει να βρει πραγματικά το δρόμο του; Τι μπορεί να σε σώσει αν όχι εκείνα τα πάθη που απαιτούν όλο σου το εγώ, σε αφήνουν απροετοίμαστο γιατί για πρώτη φορά πρέπει ν’ ακούσεις τον εαυτό σου, χειρότερα να δεχτείς βίαια μια άλλη φωνή να σου μιλάει με τα μάτια κι ας προστάζουν οι λέξεις διαφορετικά; Πώς να βιώσεις σ’ ένα κόσμο πλασμένο να εφησυχάζεται μέσα στη μετριότητα του και αχόρταγο να βρει το παραμικρό ψεγάδι ένα πάθος που ξεφεύγει απ’ τα καθιερωμένα; Όχι ο παράνομος έρωτας είναι καθιερωμένος, αυτός που διαφέρει, είναι ο έρωτας της άλαλης επικοινωνίας που γεννά επικινδυνότητα σε όλους εκείνους τους μετριαδούρες που δεν μπορούν να τον καταλάβουν και σκανδαλίζονται μέσα στην χοντροκοπιά των ήπιων παθών, των επιφανών απολαύσεων τους, φοβούνται πως τέτοια συναισθήματα αμοιβαία ικανά στην αυτεπίγνωση μέσα στην ευτυχία τους, θα κλυδωνίσουν τις υψηλόφρονες αξίες όπως αυτές απορρέουν από ζωές συνηθισμένες σε χρυσόδετα βιβλία σα στοιχεία διακόσμησης και κύρους, σε ακριβά δείπνα και επιδιώξεις να δείχνουν την υπέρτατη δυνατότητα για απολαύσεις σε ένα παράλογο αντιστάθμισμα της επικίνδυνης ημιάγνοιας που κι αν δεν υπήρξε επιλεκτική έγινε στη συνέχεια επιλογή ύπνωσης γιατί αν πρέπει να πεθάνεις απ’ το μαρασμό της πλήξης, ν’ αυτοκτονήσεις, να ξεσκιστείς να τελειώσουν όλα επειδή δεν έχουν κανένα νόημα, καλύτερα να πιθηκίζεις, να ακολουθείς, να ουρείς πάνω στο τραπέζι αν το κάνουν κι οι άλλοι να φοράς παράλογα ακριβά ρολόγια ή να οδηγείς αυτοκίνητα που με την αξία τους ζουν οικογένειες και μεγαλώνουν παιδιά, για να γίνεσαι αποδεκτός ως ένας μη εχθρός, προσφιλής, σε ένα παιχνίδι που δίνει μια αίσθηση ζωής απ’ τη φιλοδοξία που γεννιέται και συντηρείται απ’ τη ματαιοδοξία. Όχι τέτοια πάθη είναι επικίνδυνα. Δεν έχουν θέση σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης, σε φωτογραφίες, ή σε κάδρα. Δεν αποτυπώνονται. Ζούνε.
Τι κι αν έχει ατέλειες, τι κι αν είναι μισό, τι κι αν δεν έχει χτενιστεί, τι κι αν χαλάει τη διακοινώνηση του ωραίου αυτού έρωτα που γεννιέται και δεν πεθαίνει μες στην αντιξοότητα του. Σου αρκεί να ξέρεις πως αυτό τουλάχιστον το έχεις ζήσει. Μια φίλη, ένα φίλο, κάποτε θυμάσαι; Τα λόγια μπορούσαν να πουν το οτιδήποτε, τα χέρια μπορεί να έστεκαν αμήχανα ή να καναν τρελές κινήσεις στον αέρα, μα τα μάτια, τα έλεγαν όλα και περισσότερα. Σαν εκείνα τα κρεβάτια που θυμάσαι σαν ελάχιστες εξαιρέσεις μιας ονειροτόκας πραγματικότητας που δε χρειαζόντουσαν λόγια ή αγγίγματα και σε κάνουν στα χειρότερα μεθύσια του νου με την καρδιά να λες όλα ή τίποτα.
Ο έρωτας δεν έχει καμιά ηθική. Δε χωράει ηθική. Είναι ο μοναδικός αγώνας που επιτρέπεται κάθε σχεδιασμός γιατί δε διαρκεί, δεν εφαρμόζεται, κάθετί πέφτει νεκρό μπροστά στα μάτια. Η παραμικρή προσποίηση οδηγεί στο θάνατο. Αναγνωρίζει μόνο τη γεύση των παιχνιδιών πόνου που συντηρούν την ενότητα, αναβαθμίζουν το πάθος, ξυπνούν ό,τι πάει να κοιμηθεί, όπως τραγούδαγε ο Μπέκετ στον Πρώτο Έρωτα. Είναι η μόνη ατιμία που συγχωρείται κι ας μη δικαιολογείται ποτέ κι ας αφήνει ένα κατάλοιπο της ασταθούς φύσης, της μη τελειότητας. Γι’ αυτό δε χρειάζεται να ‘ναι ηθικός στα κοινά μέτρα, γιατί στο σύστημα των δύο, το αδιάρρηκτο δεν υπάρχει χώρος για καμία ατιμία. Είναι εκείνες οι ελάχιστες φορές που ο νους συμβουλεύεται την καρδιά, συνομιλούν, απαιτείται να γίνεται. Είναι οι φορές για τις οποίες αξίζει να ζεις. Κάθε φορά που αντιλαμβάνεσαι τον άλλο σου εαυτό μέσα σου, το μόνο που πραγματικά ξέρεις και σε ξέρει κι ας μη γνωρίζεστε καθόλου, το μόνο που αγάπησες χωρίς κανένα αξιοκρατικό λόγο και χαίρεσαι ακόμη κι έναν απλό διάλογο για το φαγητό, ή το σαμπουάν που θα αγοράσεις, τις σκέψεις για κάποια, ή για ένα βιβλίο, είναι οι φορές που οφείλεις να έχεις ζήσει.
Κι αν πρέπει κάτι να πούμε για το παιδί που έμεινε στον αέρα κι ας μην πρόλαβε να ολοκληρώσει τη νουβέλα του ο συγγραφέας ας πούμε πως το παιδί ενός έρωτα που δεν πρόλαβε ν’ ανθίσει σε αγάπη, μένει παραμελημένο, ξεχασμένο κι η ψυχή λησμονεί τις ευθύνες της από δίψα να γευτεί η ίδια για τον εαυτό της, να νιώσει ακόμη νέα, να ξεχάσει τις αποκοτιές χωρίς νόημα για τον λογικό που έπαψε να είναι ο ερωτευμένος. Ένα παιδί δε μπορεί να έρχεται έτσι, παρά μόνο ως αποτέλεσμα σεβασμού για τη ζωή που γεννιέται απ’ την αγάπη του μεταστοιχειωμένου έρωτα, για να ολοκληρώσει ένα κύκλο. Μιλάει ο συγγραφέας για όλα εκείνα τα παιδιά που αλόγιστα γεννήθηκαν, γεννιούνται και καταλήγουν σε ορφανοτροφεία, ή σε μια ζωή παράσιτου με ακριβά μπιχλιμπίδια κι αμήχανους γονείς και έχουν μικρότερες ευκαιρίες να βρουν τη θέση που τους αξίζει και συχνά αντιμετωπίζονται ως εμπόδια, σαν ο έρωτας τελειώσει κι ζωή ξαναρχίσει.
Στο Νανσί μιλάμε επαρχιώτικα, δε μιλάμε γαλλικά θα μας πει ο Στεντάλ στο Λισιέν Λεβέν, κι, εδώ θα πάρει τους επαρχιώτες, το Φεντέρ, τη Βαλεντίν, τον άντρα και τον αδερφό της και θα τους βάλει στο Παρίσι για να μάθουν γαλλικά. Ο καθένας ως εκεί που μπορεί και για τους λόγους που θα το κάνει. Για το κεφάλαιο, ή για την Τέχνη, για την Επιδίωξη ενός κυνηγιού επιτυχίας ως πλήρωμα για μια λησμονημένη πλήξη, ή για το Πάθος για ζωή. Πανταχού παρούσα αυτή η ιδέα των μεγάλων θυμάτων της πόλης: οι αποστερημένοι από αίγλη και λογοτεχνικά πάθη επαρχιώτες, ας τους φανταστούμε στις ηρωικότερες απεικονίσεις που έχουν υπάρξει, αυτές του Στάϊνμπεκ: άνυδροι, κουρασμένοι στα παιχνίδια μικρών κοινωνικών δεξαμενών, έτοιμοι να πιουν οτιδήποτε μπορούν να δρέψουν.
Μια ακόμη ιδέα αυτή που αποτυπώνει ρεαλιστικά ο Καμύ στον Επαναστατημένο Άνθρωπο, η ενασχόληση με το φαίνεσθαι, ο δανδισμός θα οδηγήσει ακόμη και το λιγότερο πεπεισμένο τελικά, στον ατομικισμό. Αυτό τον ατομικισμό που έχει ανάγκη ο Φεντέρ για να παραμείνει και να εξασκήσει κυνικά το πνεύμα του, να ακροβατήσει ανάμεσα στο παιχνίδι της νόησης και την εφαρμογή του για Μια Ιδέα: την ιδέα του μεγάλου πάθους, εκείνου που πονάει, που είναι αχόρταγο, ασταμάτητο, αιώνιο και τόσο μα τόσο λογοτεχνικό.
فکر کن به آخر رمان برسی ببینی همینجوری رها شده و زیر نویس صفحه هم اینه که دو صفحه دستنویس دیگه از نویسنده موجود بوده ولی ناخوانا. خلاصه که بعد از "یادداشتهای شیطان" این دومین کتاب ناتمامی هست که این ماه خوندم. رمانتیک و مربوط به دوران اشرافیت فرانسه بود که از نیمه کتاب به بعد به نظر من بهتر میشه. از بهترین بخشهای کتاب اونجاست که فدر آقای بوآسوا رو متقاعد میکنه به جای روشنفکر بازی و کتابخوانی فقط درست پول خرج مهمونیها و شامها کنه و پولش رو به رخ بقیه بکشه چون کسی در این زمینه نمیتونه باهاش رقابت کنه و جایی هم برای انتقاد نیست..
یک داستان نصفه و حتی کمتر از نصفه. داستان کامل نشده و علت چاپش رو نمیفهمم. تا اینجایی که استاندال نوشته فقط با یهسری ماجراهای پراکنده سروکار داریم و اتفاقات هنوز حتی به انسجام هم نرسیدن.
یه کتاب نیمه تموم... بیشتر میخواستم با قلم استاندال آشنا بشم. وگرنه موضوع رمان چندان برام جذاب نبود در عین حال بخشای مربوط به سیاست روابط و مقدمه چینی ها برای ورود به پستهای وزارتخونه ای و اینطور مباحث جالب و قابل توجه بودن توصیه نمیکنم کسی بخونه
Siempre me ha gustado mucho la prosa de Stendhal. Esta novela corta, seguramente, no puedo decir que sea la octava maravilla, pero no caería en el error de compararla con otras obras suyas como "Rojo y negro".
El caso es que, en vista de su corta extensión, se encuentra la sátira tan espectacular típica de su narrativa, y no deja de lado el drama y el romance. Muy interesante para pasar el rato.
A pesar de que es una historia no concluida por el autor, la Universidad Grenoble III fabricó uno muy convincente para darle un final.
My first experience with Stendhal (and should not be the last) is the unfortunately unfinished Féder (ou Le mari d'argent, that is, The Moneyed Husband), and the book maddeningly bills itself as a finished novel. Well, maybe it's a good thing, or else I might not have had my introduction not only to an excellent prosaist, but also a deft psychologist, bringing his characters to life through their inner world more so than their outer ones. That outer world is the French Belle Époque, in which the title painter navigates the complex mannerly labyrinth of loving another man's wife. The husband, in this case, is a marvelous comic caricature of the rich bourgeois who really knows nothing of the finer things, but would like others to think he does. So would I recommend Féder even if it grinds to a sudden halt? I would, with the appropriate caveats. A clever reader might even tease a cynical/ironic ending from the last legible paragraphs. Cynical? Well, there's something to Stendhal's notion that the painter only brings out ugliness in his subjects which could be translated to the book's portrait of high society as well...
اولین کتابی بود که استاندال خوندم به احتمال زیاد دیگه کتابی ازش نمیخونم چون کلا از این سبک خوشم نمیاد ولی حقیقتا بعد از ۸ فصل دلم میخواست بدونم که ته داستان چی میشه ای کاش که این کتاب کامل میبود یه سری مسائل خصوصا این حجم از پول دوستی اذیتم میکرد مثلا به جایی بود که میگفت برادرش حاضره که جونش رو برای خواهرش بده حتی از اون بالاتر تمام پول هاشو 🤨عموما برعکس نیست؟؟؟؟ ولی خب چه میشه کرد دیگه اینجوری بوده زندگی حتما
در خانه ی شما نباید حتی یک جلد کتاب باشد و گرنه گزک به دست تمسخرکنندگان خود خواهید داد. اگر شما کلی کتاب جلویتان ردیف کنید، تصور می کنند روحیه ی آدم های اهل مطالعه را دارید و مجبورید وانمود کنید کتاب خوانده اید بعد اشاراتی به مضامین کتاب ها خواهد شد و شما مجبورید مثل آدم های فهمیده رفتار کنید و خب چه چیزی خطرناکتر از این؟ باید علنا کتاب ها را تحقیر کنید و از این لحاظ کسی به شما خرده نخواهد گرفت. چند آدم گیج می آیند و با شما در مورد کتاب های ژاکوبنی روسو و ولتر حرف می زنند، و شما از موضع بالا که در خور مقامتان استاین طور جوابشان را می دهید: "من صبح پول در می آورم و شب این پول ها را صرف خوشگذرانی می کنم." لذت ها چیزهایی واقعی در زندگی هستند و در پاریس جلو چشم همه ردیف شده اند و تنها آدم های ثروتمند می توانند این لذت ها را از آن خود کنند. این نقطه ی افتراق مهم بین پاریس و بوردو است محل تلاقی تمام عوامل کنشگر و برجسته ی پاریسی بولوار است.
Segona novel·la inacabada de Stendhal que llegesc. Aquesta vegada, però, no m'ha convençut tant com amb 'El rosa i el verd' (podeu trobar la ressenya d'aquest altre llibre al perfil), ja que m'ha costat més connectar amb la història. No obstant això, he de reconèixer que m'hagués agradat saber quin destí els esperava a Féder i a Valentine.
L'obra té com a protagonista a Féder, un jove que just just frega la majoria d'edat i que, en un rampell d'amor, es casa amb una jove actriu. Això no agrada al seu pare, un empresari benestant, així que Féder i la seva esposa es traslladen a París, però poc temps després d'instal·lar-s'hi ella mor.
Féder decideix quedar-se a París i exerceix com a pintor de retrats en miniatura i gràcies a Rosalinde, una ballarina molt aclamada entre la societat parisenca, aconsegueix fer-se un nom. És gràcies a aquesta professió que coneix a Valentine, de qui el nostre protagonista s'enamora profundament, però ella està casada amb un home ambiciós que també intenta fer-se un lloc dins la societat benestant parisenca.
Stendhal no només se centra en la trama amorosa, sinó que també fa un retrat de la societat burgesa de l'època.
انتشار نوشتههای ناتمام نویسندهها به نظرم شمشیر دولبه است. از طرفی بخشی از قدرت نویسندگی این نویسندهها از خطر فراموش شدن در امان میمونه و از طرفی، خواننده وسط زمین و هوا ول میشه و این اتفاقی بود که در این کتاب برای من افتاد.
قسمتهایی از کتاب به نظر من زیادهگویی میومد و دائم منتظر بودم بودم ببینم آخرش میخواد به کجا برسه؟ انتهای کتاب، خوانشگر کتاب گفت که دوصفحهی دیگر با دستخط ناخوانا از این کتاب وجود داره که قابل بازیابی و فهم نبوده.
با خودم فکر کردم شاید چون نویسنده مجال برای بازخوانی و ویرایش متن تمامشدهی کتاب نداشته(یا نخواسته)...و یا حتی شاید وسطاش خودش به خودش گفته این دیگه چیه دارم مینویسم!؟ نه...خوشم نیومد...و ادامه نداده...به همین دلایله که من یه جاهایی از کتاب از خودم میپرسم: چرا داره اینا رو تعریف میکنه!؟ میخواد به چی برسه؟
Féder of de Vermogende Echtgenoot is een roman die Stendhal helaas nooit heeft afgemaakt en die na zijn dood is gepubliceerd. De eerste publicatie was onderdeel van een verzameld werk rond 1920, maar later is het verhaal ook los uitgegeven.
Na een wat hortende en stotende start die meer doet denken aan een kort verhaal of novelle, begint het verhaal steeds meer te leven. Heel voorzichtig bouwt Stendhal zijn personage op, waarbij Féder zich steeds verder in de nesten werkt als hij verliefd wordt op de vrouw van een rijke provinciaal. Hij gaat steeds meer onderdeel uitmaken van de familie als hij haar portret mag schilderen. Ik heb genoten van dit typische Stendhal-verhaal. Eenmaal bij de laatste pagina aanbeland, blijft het toch erg onbevredigend dat dit werk niet voltooid is. Erg benieuwd wat Stendhal hiermee van plan was...
Stendhal’in yarım kalmış bu son eseri "Feder Ya Da Paragöz Koca", taşralı genç bir ressamın toplumsal yükseliş, aşk ve çıkar çatışmaları arasında sıkışan hikâyesini anlatıyor. Alışıldık Stendhal ciddiyetinin yerini zaman zaman ince bir mizah alırken, taşra-şehir gerilimi ve bireyin içsel çatışmaları dikkatle işleniyor. Ancak yazarın ölümüyle yarım kalan metin, doğal olarak bir yere varmıyor; karakterler ve temalar ne kadar ilgi çekici olsa da bütünlüklü bir anlatıdan yoksun. Bu yüzden Féder, Stendhal’in külliyatını merak edenler için hoş bir keşif olabilir ama zorunlu bir okuma değil.
Ça ne m'a pas attiré autant, d'où la longue durée que j'ai pris pour le lire (relativement à sa longueur). Typiquement littérature française classique: les manigances, l'hypocrisie et l'esprit superficiel qui régissent la haute societé. Avec biensûr une histoire d'amour débile. Ce qui se distingue dans ce livre c'est les remarques/ descriptions intelligentes et sarcastiques du l'auteur qu'on retrouve du temps en temps.
Yarım kalmış bir roman. Hatta yarım bile değil, başında bırakılmış. Yalnız çok güzel. Özel bir ilgim yok ama okuduğum, bitirilmemiş/bitirilememiş romanlar genellikle güzeldi.