Εδώ και λίγο καιρό υπάρχουν πράγματα που μου ξεφεύγουν, μπερδεύομαι, ξεχνάω. Πάντα υπάρχει αυτό το καταραμένο σπίτι που πρέπει να φέρνω βόλτα και που μου ροκανίζει τη ζωή μου. Σέρνεται στα πόδια μου... μου τα ναρκώνει. Νιώθω πάντα ένα βάρος στις γάμπες. Σέρνεται στα μπράτσα μου, στα κόκαλα, στα δάχτυλα. Μου τα τρώει τα δάχτυλά μου: κοίτα εδώ χέρια! Τι όμορφα χέρια που 'χα! Άσπρα και απαλά: δυο φτερά. Και τώρα είναι χαρακωμένα, κοίτα τα δάχτυλά μου πόσες χαρακιές, μοιάζουν με ρυτίδες, ρυτίδες του σπιτιού και το δέρμα, δε, είναι σκασμένο και κόκκινο.
Εγώ τα 'χω με τους ανθρώπους. Όχι με την κοινωνία, που κατά βάθος μου αρέσει. Με τους ανθρώπους. Ιδιαίτερα μ' εκείνους με το πούρο, υγρό ή αναμμένο -με τους άντρες δηλαδή, μ' αυτό το συρφετό των σερνικών.
Δύο γυναίκες, μια νοικοκυρά και μια σεξεργάτρια, λένε την ιστορία τους, λένε τις σκέψεις τους εξομολογούνται. Το βιβλίο της Ιταλίδας μαρξίστριας- φεμινίστριας Γκουιντούτσι είναι σαν να διαβάζεις κοινωνιολογία, απλά σε τόνο αφηγηματικό. Τυπικό βιβλίο πρόθεσης. Διαβάζεται ως επισήμανση πραγμάτων που ξέρουμε, χωρίς τίποτε το προσωπικό. Δεν είναι οικείο, είναι απλώς γνωστό, δεν είναι αληθινό και καθημερινό, είναι σχεδόν θεωρητικό. Σκέφτομαι ότι το αδιέξοδο του στην εποχή που γράφτηκε ήταν δράση, ωθούσε, ήταν έναυσμα. Σήμερα κοινωνικά, όσο κι αν θέτουμε αυτά τα ζητήματα από άλλη βάση πιο ανοιχτά στην κοινωνία, δεν έχουν λυθεί, παρόλα αυτά υπάρχει το κοινωνικό έδαφος για να ακουστούν καλύτερα. Και ακούγονται πιο βιωματικά και με περισσότερο φως, με πιο σύνθετη προσέγγιση χαρακτήρων και καταστάσεων. Δεν φτάνει η πρόθεση.
Λέει η νοικοκυρά:
"Τον χαΐδευα στο πρόσωπο και σκεφτόμουν: θεέ μου, τα χέρια μου θα βρωμάνε" 10 "Εκεινος βγαίνει, μπαίνει, πηγαίνει, γυρνάει, βλέπει κόσμο. Εγώ τον κόσμο που τον είδα; Τρέχω, τρέχω συνέχεια μέσα σ' αυτούς τους τέσσερις τοίχους" 13 "Ήταν όμως σκληρό. Μου ρουφηξαν τα πάντα, γάλα, κόκκαλα, μεδούλι, τα πάντα" 26
Δίνει έτσι τον εγκλωβισμό της γυναίκας στο σπίτι, την φυλακή της καθαριότητας και του μαγειρέματος για τον άντρα και τα παιδιά, δίπλα στη βρωμια των ιταλικών ποταμών (στο σημείο αυτό θυμίζει "τα παιδιά της ζωής" του Παζολίνι).
Λέει η σεξεργάτρια:
"Την πρώτη φορά που έφτασα μέχρι το τέλος, ήταν στο πίσω κάθισμα ενός από σαύρα. Εκείνος επέμενε- έξαλλου μου χε πληρώσει τέσσερις πίτσες, δύο κινηματογράφους και και συναυλία- κι εγώ, αν και το νιωθα πως με ξεπαρθένευε, καταλάβαινα μονάχα λίγο πόνο και φαγούρα. Δε θα ξεχάσω ποτέ μου εκείνη την ενοχλητική φαγούρα" 85
Τυπικά όλα λοιπόν, ο γάμος ως νόμιμη πορνεία, η πορνεία ως συναλλαγή στην καπιταλιστική πατριαρχική κοινωνία και μια γενική αίσθηση μιζέριας και ασφυξίας που δεν αναπτερώνει, δεν εμπνέει, δεν εξοικειώνει, ούτε συναισθάνεται. Απλώς βαρετοί κοινωνιολογικοι τύποι χαρακτήρων, φτιαγμένοι από άψυχα υλικά, παρμένα από συμπαγείς ιδέες. Όσο κι αν συμφωνείς με την πρόθεση αυτό δεν το κάνει ενδιαφέρον ανάγνωσμα.