1955. Πέντε νέοι Βορειοηπειρώτες προσπαθούν να διαφύγουν στην Ελλάδα αλλά έρχονται αντιµέτωποι µε τις αλβανικές περιπόλους και το ηλεκτροφόρο συρµατόπλεγµα κατά µήκος της συνοριογραµµής. Μόνο ο Οδυσσέας καταφέρνει να γλιτώσει και να περάσει αντίκρυ… Καταλήγει στην Αµερική, τα χρόνια περνούν, αλλά δεν παύει να αγωνιά για τη µοίρα των δικών του και της Όλγας, του µεγάλου του έρωτα. Να ’ναι άραγε ζωντανοί ή άφησαν την τελευταία τους πνοή στις απάνθρωπες φυλακές του Σπατς;
1989. Η πτώση του τείχους του Βερολίνου αποτελεί έναυσµα για την κατάρρευση του σκληρού καθεστώτος του Ενβέρ Χότζα. Μετά από τριάντα τέσσερα χρόνια, το πέρασµα αντίκρυ έχει αρχίσει να ανοίγει και ο Οδυσσέας αποφασίζει να αφήσει την οικογένειά του πίσω στην Αµερική και να επιστρέψει στο χωριό του. Η καταβύθιση στα γεγονότα του παρελθόντος και η απρόσµενη συνάντηση µε αγαπηµένα πρόσωπα θα αλλάξουν την πορεία της ζωής του για πάντα…
Ένα συγκλονιστικό µυθιστόρηµα που βασίζεται σε µαρτυρίες και πραγµατικά γεγονότα.
Ο Θοδωρής Δεύτος γεννήθηκε στα Ιωάννινα το 1957. Σπούδασε Μαθηματικά στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών και υπηρέτησε στη δημόσια εκπαίδευση από το 1986-2015. Εκλέγεται δημοτικός σύμβουλος στον δήμο Ιλίου από το 2006. Έχει διατελέσει Πρόεδρος της Ένωσης Ηπειρωτών Ιλίου (2001-2011), Πρόεδρος του Αθλητικού Οργανισμού του δήμου Ιλίου την περίοδο 2008-2010 και Πρόεδρος του Δημοτικού Κέντρου Πολιτισμού και Άθλησης από το 2010-2014. Πρωτοεμφανίστηκε στα γράμματα το 2004.
Μεγιστη απογοτηευση το βιβλίο, αν και ανήκει σε μια απο τις αγαπημένες μου κατηγορίες (μυθοπλασία εν μέσω ιστορικων γεγονότων)
Το κεντρικό προσωπο της ιστοριας βριθει ρατσιστικων απόψεων (προς Αλβανους, Γερμανους και λοιπους μη-Ελληνες) με αποτελεσμα να προκαλεί έναν συνεχη εκνευρισμο. Στην αρχη μιλάει σαν Ελληνο-Αμερικάνος ("οου γιες" κλπ) αλλα απο καποιο σημειο και μετά αυτο ξεχνιεται παντελώς και γυρνάει σε διάλεκτο Β. Ηπειρου.
ΟΛΟΙ οι Ελληνες αντρες του βιβλιου ειναι ο ιδιος χαρακτηρας. Παλικαρι, δουλευταράς, οικογενειαρχης, κατατρεγμενος. ΟΛΟΙ ομως. Λες και βγηκαν απο καλουπι.
Η μιση οικογενεια απο καποιο σημειο και μετά αγνοειται εντελως απο τα τεκταινομενα χωρις προφανη λογο.
Το βιβλιο ειναι γραμμενο σε 3ο ενικο αλλα σε 2 φασεις που τουλαχιστον παρατηρησα εγω, ο συγγραφεας ξεχνιεται και μιλαει σε πρωτο προσωπο.
Η ιστορια (και το παρον) των Ελληνων της Β. Ηπειρου ειναι τραγική και αξιζει να μαθευτει περισσοτερο, αλλα αυτο το βιβλιο δεν ειναι ο ενδεδειγμενος τροπος.
Το 1989 την πτώση του τείχους του Βερολίνου ακολούθησε η κατάρρευση του σκληρού κομμουνιστικού καθεστώτος του Ενβέρ Χότζα στην Αλβανία. Άνοιξαν τα σύνορα και οι άνθρωποι, όμηροι της χώρας τους, πέρασαν αντίκρυ. Ο Οδυσσέας Ντάικος ζει στη Νέα Υόρκη, έχοντας αποκτήσει μια σημαντική περιουσία, εργαζόμενος σκληρά. Η αναπάντεχη είδηση τον γεμίζει χαρά και τον φέρνει πίσω στη χώρα από την οποία δραπέτευσε το 1955, αφήνοντας πίσω του συγγενείς και φίλους, όλοι μέλη της ελληνικής μειονότητας. Πόσα πράγματα έχουν αλλάξει από τότε; Θα βρει τους ανθρώπους που άφησε αιχμάλωτους στο αφιλόξενο κράτος; Τι συνέβη μέσα σε αυτά τα σαράντα χρόνια και τι συνέπειες δημιούργησαν στο σώμα, στην ψυχή, στην καρδιά; Γιατί η Ελλάδα κώφευε απέναντι στις μάταιες εκκλήσεις για βοήθεια των Βορειοηπειρωτών; Πόσο δύσκολο είναι να περνάς αντίκρυ και πόσο μεγάλο είναι το κόστος;
Ο κύριος Θοδωρής Δεύτος, μετά την παραστατική και πυκνή καταγραφή του όπου γης ελληνισμού μέσα από τα προηγούμενα μυθιστορήματά του (από την Κωνσταντινούπολη και την Κύπρο ως τον Πόντο και τη Σμύρνη), επέστρεψε με ένα θέμα που παραμένει πάντα επίκαιρο και δύσκολο: την ελληνική μειονότητα της Βορείου Ηπείρου. Σε ένα κείμενο-κόλαφος καταγράφει παραστατικά και χωρίς να κρύψει τίποτα όλες τις δύσκολες στιγμές του ελληνισμού που βρέθηκε στο κομμουνιστικό καθεστώς του Ενβέρ Χότζα και έζησε απάνθρωπα, εξευτελιστικά και σκληρά. Οι λέξεις ξεχύνονται στις σελίδες και σχηματίζουν περιστατικά και γεγονότα που μου έφεραν δάκρυα στα μάτια, μου γέννησαν αγωνία για τη συνέχεια των εξελίξεων και με πόνεσαν για τη βαναυσότητα και την αδικία των όσων υπέστησαν οι Βορειοηπειρώτες.
Βασανιστήρια, εκτελέσεις, εικονικές δίκες, χωρισμοί, εξαθλίωση, φτώχεια ήταν τα όσα τραβούσε ο υπόδουλος λαός σε ένα κατά τα άλλα σοσιαλιστικό κράτος, που διοικούσε ένας άπληστος, απάνθρωπος, αδίστακτος Ενβέρ Χότζα. Χωρίς να έχω γνώσεις επί του θέματος, από την πρώτη στιγμή τάχτηκα με το μέρος των κατατρεγμένων μελών της οικογένειας Ντάικου και μέσω αυτών με όλη την ομογένεια που είχε παγιδευτεί σε όμορο της Ελλάδας κράτος ενώ ταυτόχρονα ρουφούσα με αδημονία τις εγκυκλοπαιδικές και πραγματιστικές πληροφορίες που παρέθετε ο συγγραφέας μέσα από έξυπνα επινοημένα αφηγηματικά τεχνάσματα. Αποχωρισμοί μανάδων από παιδιά, αγωνία για το ανύπαρκτο αύριο, πνίξιμο ελπίδων εν τη γενέσει τους και τόσα άλλα καταγράφονται ανάγλυφα και παραστατικά.
Ο γεωγραφικός όρος «Βόρειος Ήπειρος» αναφέρεται στο τμήμα της ιστορικής περιοχής της Ηπείρου που ανήκει στην Αλβανία, στην οποία επιδικάστηκε με επίσημες συνθήκες. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο, η Αλβανία εντάχθηκε στη σφαίρα επιρροής της τότε Σοβιετικής Ένωσης, με αποτέλεσμα ο σταλινιστής ηγέτης της, Ενβέρ Χότζα, που ακολούθησε σκληρή, αιματηρή πολιτική εξαθλίωσης του λαού του, να λάβει και δρακόντεια μέτρα κατά του ελληνισμού της Βορείου Ηπείρου. Η Αλβανία απομονώθηκε από τον υπόλοιπο κόσμο κι όσοι αποπειρώνταν να δραπετεύσουν στην Ελλάδα τιμωρούνταν με θάνατο. Ο Χότζα πέθανε το 1985 και τον διαδέχτηκε ο Ραμίζ Αλία, του οποίου το κράτος ακολούθησε τη μοίρα των παρόμοιων κομμουνιστικών μετά την πτώση του Τείχους. Παρ’ όλ’ αυτά η στάση της Αλβανίας απέναντι στους Βορειοηπειρώτες εξακολουθούσε να είναι σκληρή και άδικη ακόμη και μετά την πτώση των καθεστώτων, με αποτέλεσμα να κορυφώνονται κατά καιρούς οι εντάσεις στις ελληνοαλβανικές διπλωματικές σχέσεις.
Για μισό αιώνα περίπου οικογένειες ξεκληρίζονταν, άντρες και γυναίκες φυλακίζονταν με ψευδείς και ανυπόστατες κατηγορίες και βασανίζονταν απάνθρωπα, ψωμί και κρέας ήταν ανύπαρκτα, τα ζώα και τα χωράφια σταδιακά αποδόθηκαν στο κράτος αφήνοντας τον λαό πεινασμένο ενώ οι καταστάσεις και οι συνθήκες στις φυλακές ήταν απάνθρωπες και ανεκδιήγητες. Στο μυθιστόρημα καταγράφονται γεγονότα και σκηνές που δεν αναφέρονται σε σχολικά ή ιστορικά βιβλία, κάνοντάς με να πονάω περισσότερο, αυτήν τη φορά για την επιλεκτική διδασκαλία στα ελληνικά σχολεία. Εμφανίζονται αληθινοί ήρωες της ελληνικής μειονότητας και πραγματικά κολαστήρια, όπως οι φυλακές Σπατς, όπου έγινε το 1973 η πρώτη εξέγερση φυλακισμένων για τις συνθήκες διαβίωσης και εργασίας, με αποτέλεσμα ακόμη περισσότερο ξύλο, ακόμη περισσότερους νεκρούς. Και το 1991 ανοίγουν τα σύνορα και ξεμυτάει ένας λαός αμήχανος, χαμένος, να κοιτάει γύρω του χωρίς να ξέρει πού να πάει.
Πόνος λοιπόν, αίμα, ωμότητες, με έναν συγγραφέα να αγωνίζεται να τιθασεύσει τα όσα έμαθε ή του αφηγήθηκαν, να προσπαθεί να γράφει άδακρυς και να μην το καταφέρνει, με τις λέξεις να σχηματίζουν παραγράφους και κεφάλαια βουτηγμένα στον ηρωισμό και τη φιλοπατρία τόσο ρευστά και ταυτόχρονα τόσο παραστατικά που να ξεφεύγουν κάποιες ελάχιστες ασύντακτες προτάσεις ή τυπογραφικά λάθη, λες και αγωνίζεται να δείξει στους αναγνώστες τα πάντα πριν φτάσει στην τελευταία σελίδα. Χειμαρρώδης, αντικειμενικός, χωρίς να κρύβει τίποτα, ο κύριος Δεύτος καταφέρνει να χειριστεί και από λογοτεχνικής άποψης άρτια το βιβλίο του. Χρησιμοποιεί στην αρχή το πρωθύστερο σχήμα αφήγησης, με τον πρωταγωνιστή, Οδυσσέα Ντάικο, να έρχεται στην Ελλάδα και μέσω της γνωριμίας του με τον Ηπειρώτη οδηγό που τον μεταφέρει στα σύνορα να εξιστορεί τη ζωή του πριν το κομμουνιστικό καθεστώς και το πώς έφτασε στην απόφαση να δραπετεύσει. Στα σύνορα βρίσκει όσους αγαπημένους είναι ακόμη ζωντανοί και μαθαίνει τι απέγιναν όσο καιρό ζούσαν χωριστά. Μόνο τότε η αφήγηση επιστρέφει στο χτες για να ξεδιπλωθούν τα όσα πέρασαν ο Οδυσσέας και οι φίλοι και συγγενείς που προσπάθησαν να το σκάσουν τότε κι από κει και πέρα έχουμε την εξιστόρηση του παρελθόντος μέσα από τα λόγια των χαρακτήρων που συναναστρέφονται τον Οδυσσέα.
Δεν έχουμε λοιπόν μόνο ένα παρηγορητικό χάδι για τα βασανιστήρια και τα δεινά που υπέστησαν οι Βορειοηπειρώτες αλλά κι ένα ευρηματικό κείμενο που με τις εναλλακτικές μορφές αφήγησης, κάποιες εκ των οποίων εκτυλίσσονται παράλληλα, μου κράτησε αμείωτο το ενδιαφέρον ως το τέλος. Κεφάλαιο το κεφάλαιο εμφανίζονται κι άλλοι άνθρωποι από το παρελθόν του Οδυσσέα που βάζουν το δικό τους λιθαράκι στην αφήγηση είτε μέσω φιλικής κουβέντας με τον πρωταγωνιστή είτε μέσω συνεδριών με έναν ψυχολόγο (αξιοσημείωτα τα λόγια του γιατρού αυτού όταν άκουσε και έμαθε τα όσα συνέβαιναν στο διπλανό μας κράτος και η Ελλάδα δεν ύψωσε πουθενά τη φωνή της για τις ωμότητες στην ομογένεια της Αλβανίας). Κι αν κάποια στιγμή σταμάτησαν τα δάκρυα αφού το πρώτο σοκ των δυσκολιών πέρασε, νέα έρχονται να ξεχυθούν στις παραστατικές σκηνές ξανασμιξίματος ή στις θρηνητικές κραυγές απόγνωσης: «Μαζεύω σιωπές για να φτιάξω μια κραυγή, γιε μου» (σελ. 129) ή στις κατάρες προς την Ελλάδα: «Εμείς την έχουμε μάνα αλλά εκείνη μας φέρθηκε σαν μητριά» (σελ. 67).
Ο κύριος Δεύτος πραγματικά δεν αφήνει τίποτα στην τύχη, μιας και τον απασχολεί και το μέλλον εκτός από το παρελθόν κι έτσι η εξιστόρηση δυναμώνει ακόμη περισσότερο με τις τύχες που περιμένουν τους ήρωες στη νέα, μετα-κομμουνιστική κατάσταση είτε φυσιοθεραπείες είναι αυτές είτε νέοι έρωτες και γάμοι είτε οριστικοί αποχαιρετισμοί πεσόντων ηρώων. Οι τελευταίες απρόσμενες περιπέτειες που ζει μάλιστα ο Οδυσσέας Ντάικος από τη μια δείχνουν πως δεν αλλάζει τίποτα σε ένα καθεστώς που αναφανδόν είναι κατά της ελληνικής μειονότητας κι από την άλλη πληγώνουν ανεπανόρθωτα έναν άνθρωπο που ήταν γεμάτος ελπίδες και αισιοδοξία. Ναι, πρέπει ν’ αφήσουμε πίσω το παρελθόν, να αφήσουμε την Ιστορία να αποφασίσει μόνη της για την τύχη των όσων συμμετείχαν σε αυτήν την παρωδία κράτους και να στρέψουμε το βλέμμα μπροστά, χωρίς να προσκολλάμε στο άδικα χυμένο αίμα του χτες.
«Το πέρασμα αντίκρυ» είναι ένα συγκινητικό, λυτρωτικό και άκρως ρεαλιστικό μυθιστόρημα, αφιερωμένο και αφοσιωμένο στα δεινά της ελληνικής μειονότητας που ζούσε κάτω από το καθεστώς του Ενβέρ Χότζα, γεμάτο σελίδες ηρωισμού και ανδρείας, δοσμένο απόλυτα στη�� πασιφιστική ιδέα για σεβασμό των ανθρώπινων δικαιωμάτων όπου κι αν αυτά καταδυναστεύονται και διώκονται.
Μετά την απελευθέρωση των Ιωαννίνων (21 Φεβρουαρίου 1913) από τον τουρκικό ζυγό, ο ελληνικός στρατός συνεχίζει ελευθερώνοντας μία-μία και τις πόλεις της Βορείου Ηπείρου μέχρι έξω από τον Αυλώνα. Μερικές μάλιστα πόλεις της Βορείου Ηπείρου ανέκτησαν νωρίτερα την ελευθερία τους (π.χ. Χειμάρρα με τον Σπ. Σπυρομήλιο 5/10/1912 , Κορυτσά με τον Παν. Δαγκλή 7/12/1912).
Στις 17 Δεκεμβρίου 1913 η Ιταλία και η Αυστροουγγαρία, δυστυχώς, εξυπηρετώντας δικά τους συμφέροντα, με το Πρωτόκολλο της Φλωρεντίας δημιουργούν για πρώτη φορά το Αλβανικό κράτος, περιέχοντας στα όριά του προς ενίσχυση της νεοϊδρυθείσης Αλβανίας και τη Βόρειο Ήπειρο. Από τότε το βόρειο τμήμα της Ηπείρου πέρασε στην ιστορία ως «Βόρειος Ήπειρος». Μάλιστα εκβιάζουν την Ελληνική κυβέρνηση να διαλέξει μεταξύ νησιών ανατολικού Αιγαίου και Βορείου Ηπείρου
Το γεγονός αυτό ανάγκασε τον Βορειοηπειρωτικό Ελληνισμό να ξεσηκωθεί προχωρώντας σε ένοπλη εξέγερση με αποκορύφωμα την ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ της Βορείου Ηπείρου στις 17 Φεβρουαρίου 1914. Σχηματίσθηκε Κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον Γεώργιο Χρηστάκη Ζωγράφο και μέλη τους ηρωικούς Μητροπολίτες Δρυϊνουπόλεως Βασίλειο, Βελλάς & Κονίτσης Σπυρίδωνα και Κορυτσάς Γερμανό. Υψώνεται η σημαία της Αυτονόμου Ηπείρου και ενταγμένος ο Βορειοηπειρωτικός Ελληνισμός σε εθελοντικά αυτονομιακά σώματα & «ιερούς λόχους» ελευθερώνει τη Βόρειο Ήπειρο υποχρεώνοντας τους Αλβανούς να υπογράψουν στις 17 Μαΐου 1914 ( δηλαδή σε 3 μήνες) το Πρωτόκολλο της Κερκύρας. Σύμφωνα με αυτό, αναγνωρίζονταν αυτονομία και αυτοδιοίκητο της Βορείου Ηπείρου, ελευθερία σχολείων, γλώσσας, θρησκείας, επί πλέον δε το δικαίωμα να έχουν οι Βορειοηπειρώτες δικό τους στρατό και δική τους χωροφυλακή. Ονομάζεται η περιοχή «Ήπειρος» περιλαμβανομένων και της Χειμάρρας, Αργυροκάστρου, Αγ. Σαράντα, Κολώνιας, Λεσκοβικίου, Πρεμετής, Κορυτσάς κ.α. και οι κάτοικοι της ονομάζονται «Ηπειρώτες» και όχι «Αλβανοί».
Η έναρξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και η έκρυθμη κατάσταση στην Αλβανία αναγκάζει τους Ευρωπαίους να επιτρέψουν την είσοδο του ελληνικού στρατού για την αποκατάσταση της τάξης στη Βόρειο Ήπειρο. Έτσι, στις 14 Οκτωβρίου 1914 ο ελληνικός στρατός ελευθερώνει για δεύτερη φορά τη Βόρειο Ήπειρο. Η αυτονομιακή κυβέρνηση παραδίδει ευχαρίστως την εξουσία της στον ελευθερωτή στρατό. Η ένωση της Βορείου Ηπείρου με την Ελλάδα ακολουθήθηκε από τη συμμετοχή δεκαέξι αντιπροσώπων της στη βουλή των Ελλήνων στις ελληνικές εκλογές που πραγματοποιήθηκαν ενα χρόνο αργότερα.
Ο διχασμός, όμως, και η έλλειψη ομοψυχίας στην Ελλάδα (Βενιζέλου - βασ. Κωνσταντίνου), που είχε ως συνέπεια και την Μικρασιατική καταστροφή (1922), έδωσαν την ευκαιρία στους Ευρωπαίους προστάτες των Αλβανών να αποσπάσουν και πάλι τη Βόρειο Ήπειρο από τον εθνικό κορμό.
Στη δεκαετία του 1920 ο αλβανικός εθνικισμός απέκοψε πραξικοπηματικά την Αλβανική Εκκλησία από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Προσπάθησε μάλιστα να επιβάλει ως λειτουργική γλώσσα παντού την Αλβανική. (Κύριος εκπρόσωπος ο Αλβανός ψευδεπίσκοπος από την Αμερική Φαν Νόλι).
Στη δεκαετία του 1930 ο βασιλιάς Ζιώγου επιτέθηκε εναντίον της Ελληνικής παιδείας. Οι Βορειοηπειρώτες προσφεύγουν στο δικαστήριο της Χάγης και δικαιώνονται (1935).
Στις 28 Οκτωβρίου 1940 στο πλευρό των Ιταλικών μεραρχιών εισέβαλαν και δύο Αλβανικές εναντίον της Ελλάδος. Ο γενναίος, όμως, ελληνικός στρατός προήλασε και πάλι νικηφόρα στη Βόρειο Ήπειρο και έγινε δεκτός από τους Βορειοηπειρώτες ως ελευθερωτής. Για τρίτη φορά ελευθερώθηκε η Βόρειος Ήπειρος.
Η ελευθερία αυτή κράτησε μέχρι τον Απρίλιο του 1941, οπότε με την εισβολή των Γερμανών στην Ελλάδα, ο ελληνικός στρατός εγκατέλειψε και τη Βόρειο Ήπειρο.
Μετά τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και την ήττα του Άξονα, η Ελληνική Κυβέρνηση ζήτησε στη Διεθνή Διάσκεψη Ειρήνης των 21 Εθνών στο Παρίσι (30/08/1946) την ένωση της Βορείου Ηπείρου με την Ελλάδα. Το ζήτημα παραπέμφθηκε - ύστερα από αντιδράσεις του Σοβιετικού Υπουργού Εξωτερικών Μολότωφ και άλλων κομμουνιστικών κρατών - στο Συμβούλιο Υπουργών των Εξωτερικών των Μεγάλων Δυνάμεων (Γαλλία, ΗΠΑ, Μεγ.Βρετανία, Ρωσία) που έγινε στη Νέα Υόρκη (4 Νοεμβρίου έως 12 Δεκεμβρίου 1946),. Το Συμβούλιο ανέβαλε τη λήψη αποφάσεων ως προς το Βορειοηπειρωτικό για μετά την υπογραφή της Συνθήκης Ειρήνης με την Αυστρία και τη Γερμανία. Η συνθήκη ειρήνης με την Αυστρία υπογράφηκε στις 15 Μαΐου 1955 στην Βιέννη. Με την Γερμανία στις 12 Σεπτεμβρίου 1990 στην Μόσχα. Το Βορειοηπειρωτικό ζήτημα εκκρεμεί και περιμένει τή λύση του.
Ο Θοδωρής Δεύτος μας μεταφέρει στο 1955, λοιπόν, όπου πέντε νέοι Βορειοηπειρώτες προσπαθούν να διαφύγουν στην Ελλάδα, αλλά δυστυχώς, οι αλβανικές περίπολοι και το ηλεκτροφόρο συρματόπλεγμα κατά μήκος της συνοριακής γραμμής, τους σταματούν. Ο κεντρικός ήρωας, ο Οδυσσέας, καταφέρνει και περνάει αντίκρυ! Αμερικανός πολίτης, πλέον, επιστρέφει πίσω μετά από τριάντα τέσσερα χρόνια, θέλοντας να μάθει τι απέγιναν οι δικοί του άνθρωποι. Για ακόμη μια φορά, η ζωή όλων θα αλλάξει.... Το ζήτημα της Βορείου Ηπείρου είναι το πιο άγνωστο ζήτημα σε μας τους Έλληνες. Με την πτώση του τείχους του Βερολίνου και την εισροή χιλιάδων Βορειοηπειρωτών αλλά και Αλβανών στην Ελλάδα, έμαθε η νέα γενιά λίγα πράγματα για τον ρόλο των τότε πολιτικών σε εθνικό αλλά και σε παγκόσμιο επίπεδο. Σήμερα, ο συγγραφέας, με αληθινές μαρτυρίες μάς παρουσιάζει την σκληρή πολιτική στάση της Αλβανίας προς στην ελληνική μειονότητα. Οι Έλληνες Βορειοηπειρώτες γέμισαν τις πιο απάνθρωπες φυλακές της χώρας αφήνοντας το αίμα τους και πολλοί από αυτούς, την ίδια τους τη ζωή. Με ψεύτικες κατηγορίες και δίκες αλλά και με τον τίτλο του "θιγμένου" ο κάθε Έλληνας μαρτύρησε το λιγότερο για δεκαπέντε χρόνια. Μερικοί τα κατάφεραν και γύρισαν στις οικογένειές τους δίχως βέβαια, σώμα και ψυχή. Κάποιοι άλλοι, όμως, άφησαν την τελευταία τους πνοή, και την τελευταία ρανίδα του αίματός τους. Τα βασανιστήρια πολλά και φρικιαστικά. Κάθε μέρα το ξύλο ήταν το λιγότερο "κέρασμα". Χωρίς τροφή και με ανυπόφορο κρύο, βίωναν καθημερινά τα μαρτύρια της κόλασης. Η λευτεριά ήταν για αυτούς το όνειρο που τους κρατούσε ζωντανούς. Οι γείτονές μας, οι Αλβανοί, κάψανε εκκλησίες, γκρέμισαν σπίτια και στήσανε στα τρία μέτρα κάθε Έλληνα της μειονότητας. Σκότωσαν με ευκολία κάθε ψυχή ελληνική, καθετί ελληνικό. Το άδικο σε όλα αυτά είναι ότι η συμμετοχή της Ελλάδας ήταν μηδαμινή. Σφαγιάστηκαν χιλιάδες άνθρωποι στο όνομα της ελευθερίας, στο όνομα της χώρας μας. Η ιστορία δεν την δικαιώνει γιατί δεν της αξίζει. Δεν όρθωσε, όπως έπρεπε, το ανάστημά της απέναντι στους δολοφόνους των παιδιών της. Στο σημείο αυτό θέλω να αναφέρω ότι ο παππούς μου μπήκε στην Ελλάδα το 1922 με την μισή οικογένεια του. Παιδάκι τότε, γύρω στα δώδεκα, ήρθε στη Θεσσαλονίκη με τα δύο αδέρφια του, αφήνοντας πίσω γονείς, αδέρφια, συγγενείς και φίλους. Ο ένας αδερφός έφυγε για την Αμερική, όπως και ο Οδυσσέας. Δεν βρεθήκανε ποτέ ξανά! Με κανένα μέλος της οικογένειάς του. Χάθηκαν μέσα στο πέρασμα των χρόνων σε καινούριες πατρίδες. Η Σίνιτσα ήταν, πλέον, παρελθόν.
Πρόκειται για ένα βιβλίο που λέει την αλήθεια, που λέει τα πράγματα με το όνομά τους. Χωρίς περιττές αμπελοφιλοσοφίες, αλλά με γνώση, στρέφει το δάχτυλο προς εκείνη την πλευρά. Σε μια ακόμη χαμένη πατρίδα! Ένιωσα μέσα μου να σκιρτά, παρόλο που γεννήθηκα εδώ, όπως και ο πατέρας μου, μια λύπη μεγαλύτερη, αν μπορούμε να τη μετρήσουμε. Ένα "γιατί" θέριεψε μαζί με ένα ακόμη μεγαλύτερο "κατηγορώ". Για ακόμη μια φορά η Ελλάδα αφανής!
Κύριε Δεύτο, με συγκινήσατε βαθιά, ανεξάρτητα από την καταγωγή μου. Το βιβλίο σας, με την ακόμη πιο ώριμη γραφή σας, λυγάει και σίδερα . Οι ανθρώπινες φωνές βγαίνουν αβίαστα μέσα από κάθε σελίδα του. Φωνές σπαρακτικές, γεμάτες λυγμό και πόνο. Κατατρεγμένοι Ελληνες με φωνή "βοώντος εν τη ερήμω". Ένα μεγάλο ευχαριστώ από εμένα και τον πατέρα μου γιατί μας μαθαίνετε ιστορία κάτι που δεν πρόκειται ποτέ να κάνει το κράτος μας μέσα από τα βιβλία του. Συγχαρητήρια!
Νιώθω την ανάγκη να πω από την αρχή πως ο κ. Δεύτος σε αυτό το βιβλίο, για μένα τουλάχιστον, ήταν και πάλι εκπαιδευτικός. Μου δίδαξε ιστορία, ένα κομμάτι της που μέχρι σήμερα δεν ήξερα, που μόνο αόριστες και επιγραμματικές αναφορές είχαν γίνει ακόμα και στα σχολικά μου χρονιά, μα και αργότερα, πάνω σε αυτό. Η Βόρεια Ήπειρος, άλλη μια αλησμόνητη πατρίδα, μόνο που σε αυτήν την περίπτωση το στερητ��κό “α” στην λέξη αλησμόνητη, είναι εντελώς λάθος και ψέμα, εδώ η αλήθεια είναι πως η Βόρεια Ήπειρος, ήταν και είναι για την Ελλάδα, ένα εντελώς ξεχασμένο και παρατημένο κομμάτι της. Το γιατί προφανές και σύνηθες πια για μας, γιατί για άλλη μια φορά, ο βωμός των πολίτικων συμφερόντων ζητούσε αίμα και χώμα ελληνικό. Το γιατί αποσιωπήθηκε εσκεμμένα η αλήθεια, είναι και πάλι γνωστό. Κάθε μεγάλη αλήθεια πονάει και αυτή προκάλεσε και προκαλεί ακόμα και στις μέρες μας μεγάλο πόνο. Μα ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.. Μετά την λήξη του Β΄ Παγκόσμιου πόλεμου, η Αλβανία ήταν υπό την προστασία της τότε Σοβιετικής Ένωσης. Στο τιμόνι της κυβερνήσεως ήταν τότε ο σταλινιστής ηγέτης της Αλβανίας Ενβέρ Χότζα που για να μπορέσει να επιβάλλει την ηγεμονία του, εφάρμοσε πολύ σκληρά μέτρα και οδήγησε τον λαό της Αλβανίας σε πλήρη εξαθλίωση. Ένας αιμοσταγής ηγέτης που κυβέρνησε με όπλα του την βία, τον χαφιεδισμό, τον φόβο, το ψέμα και την στοχευμένη προπαγάνδα. Κάπου 400.000 Έλληνες ζούσαν τότε σε εδάφη ελληνικά που με συνοπτικές διαδικασίες, εντάχθηκαν στα νέα σύνορα της Αλβανίας. Για αυτούς τα μέτρα αυτά ήταν ακόμα πιο σκληρά και τις περισσότερες φορές βαμμένα με το αίμα των Βορειοηπειρωτών και άλλες πάλι πληρωμένα με την ίδια την ζωή τους. Η Αλβανία απομονώθηκε από τον υπόλοιπο κόσμο, δεν έπρεπε κανένας εξωτερικός παράγοντας να διαταράξει την ησυχία και την τάξη, αυτού του “επίγειου παράδεισου”. Όσοι από τους εγκλωβισμένους Έλληνες, επιχειρούσαν να δραπετεύσουν προς στην Ελλάδα τιμωρούνταν με θάνατο. Το 1955 πέντε νέοι αποπειράθηκαν να δραπετεύσουν από τον παράδεισο του Ενβέρ Χότζα, αλλά η μοίρα τους έπαιξε παράξενο παιχνίδι. Ο Οδυσσέας κατάφερε να διαφύγει και να καταλήξει στην Αμερική. Το 1989 την πτώση του τείχους του Βερολίνου, σηματοδότησε την κατάρρευση του σκληρού κομμουνιστικού καθεστώτος του Ενβέρ Χότζα στην Αλβανία. Άνοιξαν τα σύνορα και οι άνθρωποι, όμηροι της χώρας τους, πέρασαν αντίκρυ…και εδώ αρχίζει επιτελούς η ιστορία, να μιλά και αυτά που λέει καθηλώνουν, εξοργίζουν, συγκινούν, συγκλονίζουν. Ο Οδυσσέας γυρίζει πίσω να βρει ότι απόμεινε από την φαμίλια του. Θα το βρει; Οι συγγενείς και η αγαπημένη του η Όλγα, είναι ζωντανοί; Με την εξαίρετη πέννα του βουτηγμένη στον σεβασμό για τα δεινά των Ελλήνων της Βόρειας Ηπείρου, οδηγημένη με αίσθημα ευθύνης και υπό το βάρος του καθήκοντος που του ορίζει η συνείδηση του και η Ηπειρώτικη καταγωγή του, ο Θοδωρής Δεύτος καταθέτει την αλήθεια και τον πόνο, την πίκρα και το παράπονο και τα χιλιάδες γιατί των Βορειοηπειρωτών. Δεν το κάνει για να προκαλέσει την λύπη μας, το κάνει για να δικαιωθούν τα δάκρυα και το αίμα τους, το κάνει γιατί δικαιούμαστε να ξέρουμε την αλήθεια, γιατί νιώθει υποχρεωμένος να την πει μα και περήφανος που το πράττει. Το κάνει για δικαίωση, για αναγνώριση, για εκείνη την μεγάλη υπόκλιση γεμάτη δέος μπροστά σε όσα πέρασαν και για ένα ακόμα μεγαλύτερο συγνώμη, που τους χρωστάει η μάνα(;) Ελλάδα, που τους ξεπούλησε σαν νόθα παιδιά της. Οι λέξεις τόσο περίτεχνα τοποθετημένες σχηματίζουν εικόνες τόσο αληθινές που σε παρασύρουν, σε κρατάνε δέσμιο, σε κάνουν να νιώθεις, να συνειδητοποιείς, να θυμώνεις, να δακρύζεις. Η αφήγηση τρέχει αβίαστα, χωρίς να κουράζει και αποκαλύπτει συνεχώς νέα στοιχεία, γεγονότα που συνταράσσουν. Ποθείς να μάθεις κι άλλα, διψάς για την γνώση, απαιτείς την αλήθεια. Δεν ξέρω σε πιο σημείο συγκινήθηκα περισσότερο. Ξέρω όμως πως ένιωσα τον πόνο της μάνας, της αδερφής, της συζύγου, της γυναίκας. Ξέρω πως με συγκινούσε η περηφάνια μου σαν Ελληνίδα, μια περηφάνια που αυτοί οι άνθρωποι την θέριεψαν με τον πατριωτισμό, τον αγώνα και τις θυσίες τους, την αγάπη για τη χώρα τους. Ξέρω πως με λύγισε η ντροπή, για τον τρόπο που τους αντιμετώπισε η πατρίδα μας, η οργή γιατί μου το έκρυψαν, η αγανάκτηση του γιατί, του δικού τους γιατί, που έγινε και δικό μου πια. Έχοντας διαβάσει άλλα δυο βιβλία του κ. Δεύτου, θέλω να πω πως εδώ τον είδα. Τον ένιωσα. Είναι δύσκολο να γράφεις για όλα αυτά και να μένεις αμέτοχος, ειδικά αν έχεις και προσωπικά βιώματα. Τον άκουγα όταν θύμωνε, όταν αγανακτούσε, όταν λύγιζε, όταν μου περνούσε μηνύματα. Αυτό έκανε το κείμενο πιο άμεσο, πιο αληθινό, πιο δυνατό. “Το πέρασμα αντίκρυ” φίλοι μου δεν είναι ένα ιστορικό μυθιστόρημα. Δεν είναι ένα πολιτικό κείμενο. Είναι μια κραυγή…μια κραυγή που μάζεψαν τόσα χρόνια σιωπής, πόνου, θυσίας, υπομονής και υποταγής. Μιας κραυγής που πιστέψτε με σε ξεκουφαίνει, μέσα από τις σελίδες αυτού του βιβλίου. “Το πέρασμα αντίκρυ”, είναι ένα μεγάλο μάθημα ιστορίας. Μιας ιστορίας που έρχεται από τα βάθη του χρόνου, μα είναι τόσο επίκαιρη ακόμα και στις μέρες μας. Μια ιστορία δυνατή σαν γροθιά στο στομάχι γιατί σε κάνει να παραδέχεσαι, πως από τότε μέχρι τώρα ακόμα, τίποτα επί της ουσίας δεν άλλαξε για την ελληνική μειονότητα της Βόρειας Ηπείρου. Η χώρα μας δεν βρήκε ακόμα εκείνο το ανδρειωμένο πολιτικό σύστημα που θα φωνάξει “Φθάνει πια!! Ως εδώ η εξοντωτική συμπεριφορά απέναντι σε αυτούς τους ανθρώπους. Ως εδώ και η αδικία. Τώρα θα αναλάβω εγώ..να υπερασπιστώ τα δικαιώματα τους”. Πονάει στα αλήθεια σαν γροθιά, να συνειδητοποιείς, καθημερινά με τον έναν ή άλλο τρόπο πως η χώρα μας, δεν βρήκε ακόμα εκείνη την κυβέρνηση που θα αγαπά την Ελλάδα, που θα βάζει πρώτα από όλα τους Έλληνες, τους απανταχού Έλληνες. Ναι λοιπόν, “Το πέρασμα αντίκρυ” είναι ένα μάθημα που όλοι μας πρέπει να πάρουμε, μόνο όταν το διαβάσετε θα δείτε πως έχω δίκιο. Πως όσα σας έγραψα ήταν πολύ λίγα μπροστά σε αυτά που θα πάρετε. Αυτό το βιβλίο πρέπει να είναι ένα δώρο από σας για σας!!! Ευχαριστώ πολύ τον συγγραφέα Θοδωρή Δεύτο για την αντικειμενική μεταφορά αυτού του μαθήματος, για τη έρευνα που έκανε, για την αλήθεια που κατέθεσε. Ευχαριστώ πολύ και τον εκπαιδευτικό Θοδωρή Δεύτο, για την παράδοση του, ευχαριστώ για την γνώση…υπόσχομαι να μην ξεχάσω!!
Ο συγγραφέας Θοδωρής Δεύτος συνεχίζοντας το οδοιπορικό, που αφορά πολύπαθα κομμάτια του Ελληνισμού, αυτή την φορά καταπιάνεται με την περίπτωση της Βορείου Ηπείρου. Και είναι εξαιρετική η επιλογή του, αν αναλογιστεί κανείς πόσο λίγα πράγματα γνωρίζουμε για τον Ελληνισμό της περιοχής αυτής, που απελευθερώθηκε τρεις φορές, αλλά ποτέ δεν ευλογήθηκε να ενωθεί με την υπόλοιπη Ελλάδα.
Στο ξεκίνημα του βιβλίου συναντάμε τον κεντρικό ήρωα Οδυσσέα Ντάικο να φτάνει ασθμαίνοντας στο αεροδρόμιο Τζων Κένεντι της Νέας Υόρκης. Γεμάτος πόθο, αγωνία και συσσωρευμένα ανάμικτα, συναισθήματα είναι έτοιμος για το ταξίδι της επιστροφής στην πατρίδα. Για το ταξίδι που θα τον οδηγήσει στην μέχρι πρότινος απαγορευμένη συνοριακή γραμμή που πριν τριάντα πέντε χρόνια χώρισε τα όνειρα του και τις ελπίδες του στα δυό εγκλωβίζοντας τον σε μια πορεία επιτυχίας μεν, αλλά στερημένη και αποκομμένη από τον τόπο που τον γέννησε και τους δικούς του ανθρώπους, Το τείχος του Βερολίνου έχει πέσει και τα κλεισμένα σύνορα μεταξύ Ελλάδας και Αλβανίας έχουν επιτέλους ανοίξει. Μαζί τους ανοίγει μια νέα σελίδα στην ζωή του που θα τον φέρει μπροστά σε σημαντικές αποκαλύψεις και αναπάντεχες ανατροπές.
Η πορεία της επιστροφής του Οδυσσέα Ντάικου, συγκλονιστική. Ξυπνάει μέσα από τις αναμνήσεις του, τα μαραζωμένα και καταπιεσμένα ένστικτα της ψυχής. Τα αισθήματα της νοσταλγίας και μιας όψιμης αδικίας και αγανάκτησης για τις συνθήκες που χώρισαν και απομόνωσαν ανθρώπους. Που περιόρισαν την σκέψη και καταπάτησαν κάθε ίχνος της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Η εσωτερική βουβή επανάσταση του ήρωα δίνει την θέση της στον ξέφρενο ενθουσιασμό για την αντάμωση του με τα αδέρφια του, τους φίλους του, την πατρίδα του. Με απλές και λιτές περιγραφές που σε τραβάνε κατευθείαν στον ψυχισμό του ήρωα. Αισθάνεσαι το κενό του ακόμα και στις στιγμές της ευτυχίας του. Το καρφί που μπήγεται στην ψυχή του όταν για τριάντα πέντε ολόκληρα χρόνια δεν έχει το παραμικρό νέο για την οικογένεια του. Νιώθεις την λάβα των συναισθημάτων που ξεχύνονται μέσα του, όταν τελικά σιγά σιγά έρχεται αντιμέτωπος με το παρελθόν και συναντά κάποιους από αυτούς που άφησε πίσω. Η αγωνία στην φωνή του, η αδημονία στα μάτια του, οι τύψεις στην ψυχή του σε γεμίζουν με μια πηγαία συγκίνηση που δεν μπορείς να την προσπεράσεις. Καθώς και ο ίδιος, αναμετράτε ψυχολογικά με τις στιγμές που έμειναν ερμητικά κλεισμένες σε μια χώρα με κλειστά σύνορα και κλειστά μάτια υπό το καθεστώς ενός δυνάστη τυράννου του Ενβερ Χότζα.
Η επανένωση μας φέρνει μπροστά στις συνταρακτικές εικόνες χωρισμού και απομόνωσης που έζησε ο Ελληνισμός της Βορείου Ηπείρου, όλα αυτά τα χρόνια. Μας οδηγεί σε μια στυγνή πραγματικότητα που αγνοούσαμε παντελώς. Ο χρόνος μας γυρίζει πίσω, τότε που: Η επικράτηση του Ενβέρ Χότζα στην Αλβανία με τον Κομουνισμό, καταλύει κάθε ελευθερία. Ελέγχει κάθε κίνηση και θεωρητικά κάθε συνείδηση. Η Ελληνική μειονότητα ζει με τον φόβο της φυλακής και της εξορίας. Όποιος αντιδράσει ή όποιος στοχοποιηθεί για τον οποιοδήποτε λόγο, φοράει την ταμπέλα του Εχθρού του λαού και ζεί με την οικογένεια του σαν "θιγμένος ". Η Κολεκτιβοποίηση, η απαγόρευση του δικαιώματος του θρησκεύεσαι, οι προβοκάτσιες, οι ρουφιανιές, τα στημένα σκηνικά ενοχοποίησης. Ο ψυχολογικός πόλεμος.
Ένα σκηνικό βίας και εξαναγκασμού εντός της χώρας. Προς τα έξω η εικόνα που προπαγανδίζει το καθεστώς μιλά για Μυθικούς Παραδείσους. Εκτός κανείς δεν ξέρει, κανείς δεν ενδιαφέρεται. Οι λέξεις παίρνουν ειρωνική υπόσταση για να περιγράψουν την δεδομένη κατάσταση ή να γελοιοποιήσουν την υποκρισία της πολιτικής και της διπλωματίας, όταν όλοι οι διεθνείς κανονισμοί παραβιάζονται.
Μέσα σε αυτό το καθεστώς του φόβου η μόνη λύση και η μόνη προσδοκία για τους Έλληνες της Βορείου Ηπείρου είναι το πέρασμα στην Ελλάδα. Η διαφυγή προς την ελευθερία. Μια ελευθερία που χωρίζεται από ηλεκτροφόρα συρματοπλέγματα. Το πέρασμα αντίκρυ συνώνυμο της ελευθερίας, αλλά και συνώνυμο του αποχωρισμού από τα αγαπημένα πρόσωπα, Συνυφασμένο με τον κίνδυνο, αλλά μοναδικό εναλλακτικό βή��α προς την ζωή και την αξιοπρέπεια. Όταν ο Οδυσσέας Ντάικος το 1955 θα καταφέρει να περάσει απέναντι στην Ελεύθερη Ελλάδα θα αφήσει πίσω του, την τραγικότητα των στιγμών και των ανθρώπων που έμειναν πίσω ή δεν κατάφεραν να πετύχουν στο δικό τους εγχείρημα για ελευθερία. Θα αφήσει πίσω του τον μεγάλο του έρωτα την Όλγα, που θα χαθεί δραματικά. Τον αδερφό του Ανέστη που δεν θα σταθεί τυχερός και θα τον δέσει ενοχικά για πολλά πολλά χρόνια.
Και είναι αυτός ο τρόπος που ο ρεαλισμός των γεγονότων χαράζει βαθιά την ψυχή του αναγνώστη. Μέσα στα παράξενα και τραγικά γεγονότα η Ψυχοσύνθεση λυγίζει. Γιατί όλα αυτά τα χρόνια ο Οδυσσέας Ντάικος δεν ήταν απλά απομονωμένος από την ροή των γεγονότων της πατρίδας του και των αγαπημένων του προσώπων. Ήταν απομονωμένος από τον ίδιο του τον εαυτό χαμένος στις έντονα ενοχικές τύψεις που λειτουργούσαν μέσα του σαν ερινύες.
Το βράδυ της απόδρασης τον στιγμάτισε για πάντα. Τριάντα πέντε χρόνια μετά η άγνοια του και ο συγκλονιστικός απολογισμός των όσων μεσολάβησαν έρχεται να βάλει στην σωστή τους θέση τα χαμένα κομμάτια, λυτρώνοντας τις ενοχές και δίνοντας πίσω τις χαμένες ευκαιρίες έστω και ετεροχρονισμένα. Έστω και με μια άλλη μορφή εξιλέωσης της μοίρας.
Οι συναντήσεις με τους ανθρώπους που αλληλοστερήθηκαν όλα αυτά τα χρόνια αποδίδει όλο εκείνο το σκηνικό της βίας και της καταπίεσης, μέσα από την κάθε ξεχωριστή ιστορία που αρχίζει σαν αφήγηση και καταλήγει σε έναν χείμαρρο ηχηρών αποκαλύψεων και σημαντικών παραδοχών. Μπορείς να διαβάσεις μέσα από τα βιώματα και τις σκέψεις των ηρώων το πως επιδρούν μέσα τους οι αναμνήσεις, αλλά και η αποδοχή των στιγμών που έζησαν. Έμαθαν να ζουν με αυτές τις στιγμές προσπαθώντας πια να ξορκίσουν τους εφιάλτες τους και να χαρούν τις νέες ελπιδοφόρες στιγμές τους ενωμένοι πια με τα αγαπημένα τους πρόσωπα.
Με έναν εξαιρετικό τρόπο φανερώνεται η σκληροτράχηλη πάστα των Βορειοηπειρωτών, που υποφέρουν στωικά και υπερήφανα, τα πάνδεινα μαρτύρια. Αντέχουν και παλεύουν. Γιατί σημασία δεν έχει τι πέρασαν, αλλά τι άντεξαν. Ζωντανοί χωρισμοί, αδικία και πολιτική σκοπιμότητα. Άνθρωποι μπλεγμένοι στα γρανάζια μιας απάνθρωπης μηχανής που συνθλίβει κάθε ατομική ελευθερία και κάθε ανθρώπινη υπόσταση. Ο συγγραφέας επιλέγει να ακολουθήσει τα βήματα των πρωταγωνιστών ξεχωριστά. Έτσι παρακολουθούμε τις αφηγήσεις τους εναλλάξ με σκοπό να αναδειχθούν τα διαφορετικά σημάδια που άφησαν στην ψυχή όλων τα βασανιστήρια και οι εξευτελισμοί. Άλλοι λυγίζουν και σπάνε. Αλλάζουν όμως απλά την στάση τους απέναντι στα γεγονότα. Άλλοι ορθώνουν πεισματικά το ανάστημα τους και αντιστέκονται. Το πατριωτικό καθήκον και οι πατροπαράδοτες αρχές δοκιμάζονται. Η λογική προσποιείται απέναντι στο συναίσθημα. Προκειμένου να αντισταθεί υπόγεια και σθεναρά απέναντι στο προκλητικό καθεστώς που δεν σταματά να στήνει εικονικές εκτελέσεις και ψευδεπίγραφες κατηγορίες για να κλείνει στην φυλακή τους φανερούς ή κατασκευασμένους αντιφρονούντες.
Μέσα στο βιβλίο παρουσιάζονται εξαιρετικά πολλά αληθινά γεγονότα που έλαβαν χώρα στα πέτρινα χρόνια του εγκλεισμού και της απομόνωσης στην Αλβανία του Ενβερ Χότζα. Θα αναφέρω ενδεικτικά την συγκλονιστική ιστορία του χωριού Κοσσοβίτσα, που χωρίστηκε στα δύο απο την συνοριακή γραμμή. Μια γραμμή που χώρισε όχι μόνο την γη, αλλά χώρισε οικογένειες, χώρισε ψυχές, χώρισε τον πολιτισμό και την εξέλιξη.Οι περιγραφές της ζωής στις απάνθρωπες φυλακές της Αλβανίας. Τα καταναγκαστικά έργα στις γαλαρίες μέσα σε σκληρές και απάνθρωπες συνθήκες. Οι εξεγέρσεις που πνίγονται, αλλά ξυπνούν την ελπίδα. Έχουμε μια δυνατή αναφορά μέσα στο βιβλίο, για την εξέγερση των κρατουμένων στις φυλακές του Σπάτς το 1973. Αλλά κυρίως έχουμε μέσα απο τις ζωές των πρωταγωνιστών μια δυνατή κραυγή για την αδικία και την εγκατάλειψη που έχει υποστεί η μειονότητα των Ελλήνων της Βορείου Ηπείρου. Γιατί οι Βορειοηπειρώτες κατάφερναν πάντα να κερδίσουν με αγώνες και αίμα στα πεδία των μαχών την ελευθερία τους. Και να παραχωρούν πάντα αυτούς τους αγώνες, σαν αντάλλαγμα για άλλες συμφωνίες ή για άλλα κομμάτια της ίδιας της πατρίδας, Θύματα ωμών εκβιασμών στον βωμό μιας αισχρής διπλωματίας που όριζαν και ορίζουν το μέλλον των λαών.
Η συγκίνηση, οι ανατροπές, η άγνοια. Το μεγαλείο των στιγμών. Τα βασανιστήρια. Ο ψυχολογικός πόλεμος. Τα λάθη της πολιτικής. Η αγνωμοσύνη της Πατρίδας Πόσο δύσκολο όλα αυτά να μπουν σε λέξεις για να σχηματίσουν την απόλυτη ειλικρίνεια μιας σκληρής εικόνας; Να αποδώσουν το δράμα των ανθρώπων που μετατράπηκαν σε ανθρώπινα κουρέλια. Αλλά δεν άφησαν από μέσα τους να φύγει, ούτε η ανάμνηση, ούτε η ελπίδα, ούτε το πάθος για την Ελλάδα και τον Ελληνισμό; Ένα συγκλονιστικό προσκύνημα που αποτίει ευλαβικά φόρο τιμής σε όλους αυτούς που κράτησαν την ψυχή τους ζωντανή και το ανάστημα τους όρθιο απέναντι σε ένα καθεστώς που καταπάτησε κάθε ανθρώπινη ελευθερία και ποδοπάτησε την ίδια την ανθρώπινη υπόσταση. Ένα οδοιπορικό στην Βόρεια Ήπειρο και τον Ελληνισμό της στα πέτρινα χρόνια του Ενβέρ Χότζα που δεν διδαχτήκατε σε κανένα σχολικό βιβλίο. Ένα κομμάτι της Ελλάδος που ζει ξεχασμένο, αλλά πρέπει πάση θυσία να διατηρηθεί μέσα μας ζωντανό. Και αυτό το βιβλίο πραγματικά αποτελεί ένα εγχειρίδιο μνήμης για το παρελθόν και το μέλλον της πατρίδας μας.
2,5/5. Κρίμα και πάλι κρίμα. Ένα θέμα ταμπού για την ελληνική λογοτεχνία, το βορειοηπειρωτικό, θαμμένο από συγγραφείς και εκδοτικούς οίκους, να αποτελεί τον πυρήνα ενός μυθιστορήματος που εξέδωσε ένας όχι μικρός οίκος και να έχει τόσα ψεγάδια στην εκτέλεση. Όσοι γεννήθηκαν μετά το '80 ίσως να μην γνωρίζουν παρά ελάχιστα για την ελληνικότατη Β. Ήπειρο και να έμαθαν ό,τι έμαθαν από τους μετανάστες που κατέκλυσαν τη χώρα μας πριν 35 περίπου χρόνια. Για αυτούς το βιβλίο του Δεύτου μπορεί να είναι μια αποκάλυψη και από αυτή την άποψη, καλώς γράφτηκε. Καλώς ανέδειξε τα αίσχη του καθεστώτος Χότζα και πάλι, λίγα έγραψε, κυρίως όσον αφορά τους από εδώ απολογητές του. Όμως οι λογοτεχνικές αρετές του έργου είναι ελάχιστες. Υπάρχουν ανακρίβειες και ασυνέπειες, τεχνικές ατέλειες και σφάλματα, χοντροκομμένο διάλογοι, αφήγηση που κολλάει και ύφος που κουράζει. Δεν θα μπω σε λεπτομέρειες, αν κάποιος θέλει, μπορώ να του αναλύσω όλα όσα γράφω. Και πάλι κρίμα.
Ένα βιβλίο φόρος τιμής για τους Έλληνες της Βόρειας Ηπείρου. Ένα βιβλίο που η ιστορία του θα συγκινήσει και θα προβληματίσει με τις αλήθειες που ειπώνονται και τα ιστορικά γεγονότα που δεν γράφτηκαν στα βιβλία της Ελληνικής Ιστορίας. Η ιστορία για το έγκλημα που συντελέστηκε στην Αλβανία εναντίον της ελληνικής μειονότητας με την ανοχή όλων, ακόμα και της Ελλάδας.
O Θοδωρής Δεύτος με την αφηγηματική του ικανότητα σε μεταφέρει στις σκοτεινές ημέρες που έζησαν οι Βορειοηπειρώτες στα δύσκολα χρόνια του Χότζα στην Αλβανία. Ένα βιβλίο ιστορικής μνήμης για τα όσα διαδραματίστηκαν λίγα χιλιόμετρα από την Ελλάδα. Σε κάθε σελίδα του υπάρχει πάντα το ερώτημα: Που ήταν η μητέρα-πατρίδα, η Ελλάδα;