Ένα ριβιού που έγραψα στα τέλη του 2018 και έμελλε να το ανεβάσω τρεις μήνες μετά.
Κυριάκος Αθανασιάδης, Βαγγέλης Γιαννίσης, Χίλντα Παπαδημητρίου και Δημήτρης Σίμος. Τέσσερις καταξιωμένοι Έλληνες συγγραφείς, τέσσερα πολύ δυνατά ονόματα από τον χώρο της αστυνομικής λογοτεχνίας, εμφανίζονται όλοι μαζί στο ίδιο βιβλίο. Κι αν ο νους πηγαίνει σε κάποια συλλογή διηγημάτων, έχετε πέσει ήδη έξω. Εδώ πέρα έχουμε να κάνουμε με μυθιστόρημα.
Έχοντας δουλέψει συνεργατικά με τον συγγραφέα Μάριο Δημητριάδη στο βιβλίο “στη γέφυρα των χαμένων ψυχών” το 2017 και έχοντας ολοκληρώσει ήδη κι άλλες συνεργατικές δουλειές που έπονται, μπορώ να σας διαβεβαιώσω με μεγάλη βεβαιότητα ότι ακόμα και η συγγραφή ενός συνεργατικού διηγήματος 2000 λέξεων μπορεί να αποτελέσει μεγάλο πονοκέφαλο και να οδηγήσει σε διαφωνίες, προσ��ριβές ή ακόμα και σε μη ολοκλήρωση του εγχειρήματος. Πρέπει να ενωθούν διαφορετικά μυαλά και σκέψεις, διαφορετικές τεχνικές συγγραφής, διαφορετική προσέγγιση γενικότερα. Για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο επιβάλλεται μεγάλη ευκινησία και κατανόηση από κάθε πλευρά. Και, προσέξτε, εγώ το έχω βιώσει αυτό μόνο σε δουλειές με ένα ακόμα άτομο. Εδώ πέρα έχουμε μια τετραπλή συνεργασία για την οποία ακόμα δυσκολεύομαι να συνειδητοποιήσω πώς περατώθηκε τόσο ομαλά.
Ήταν σαφώς πολύ σοφό το ότι στο βιβλίο υπάρχουν τέσσερις διαφορετικοί χαρακτήρες, οι οποίοι εναλλάσσονται με τη σειρά ανά κεφάλαιο, αφού έτσι οι συγγραφείς έπιασαν ο καθένας το «πόστο» του και το δούλεψε με τον τρόπο του. Πριν αναφερθώ στο συνολικό αποτέλεσμα αυτής της δομής, να σημειώσω αρχικά ότι και οι τέσσερις χαρακτήρες που παρουσίασαν ήταν πάρα πολύ καλά δουλεμένοι και τόσο ευδιάκριτοι που ήταν σαν να τους γνώρισα κι από κοντά. (Θα απέφευγα πάντως να γνωρίσω τον Ιππότη για ευνόητους λόγους!) Αναμφίβολα υπάρχουν «στιγμούλες» έντονης υπερβολής στη συμπεριφορά τους εδώ κι εκεί, αλλά κάτι τέτοιο προσωπικά δεν με ενοχλεί ποτέ όταν γίνεται με μέτρο. Το αντίθετο θα έλεγα.
Επιστρέφοντας στα περί ομοιομορφίας και κολλώντας τα στη γλώσσα του μυθιστορήματος, θα πω ότι είναι και αυτό που πραγματικά εντυπωσιάζει περισσότερο. Ο κάθε χαρακτήρας έχει τη δική του φωνή, αλλά θεωρώ ότι στο σύνολο οι συγγραφείς έχουν έρθει όλοι αρκετά κοντά μεταξύ τους και έχουν ανακαλύψει το σημείο της χρυσής τους τομής. Δεν νομίζω ότι θα το καταλάβαινα καν από μόνος μου αν δεν γνώριζα εξαρχής ότι το μυθιστόρημα είναι γραμμένο από τέσσερις διαφορετικούς ανθρώπους. Στον αντίποδα, γνωρίζοντάς το, κατάφερα να τους “ταυτοποιήσω” όλους, κυρίως όμως από μικρές λεξούλες που είναι σήμα κατατεθέν του καθενός τους!
Μιλώντας για πρωτοτυπία τώρα, από τη μία έχουμε να κάνουμε με μια “κλασική αστυνομική ιστορία” (αν και αναρωτιέμαι συχνά ποια ιστορία δεν θα μπορούσε να είναι “κλασική”), ενώ από την άλλη έχουμε και το συνεργατικό εγχείρημα στη μέση, το οποίο και τελικά κάνει το βιβλίο όσο πιο πρωτότυπο θα μπορούσε. Η πλοκή του λοιπόν είναι αναμενόμενα “κλασική του είδους”, αλλά έχει δοθεί εξαιρετικά. Μερικά “χολυγουντιανά” σημεία μπορεί να ξενίσουν λιγάκι μερικούς, αλλά και πάλι είναι τόσο λίγα που κατ’ εμέ στο τέλος λειτουργούν μόνο υπέρ του συνόλου. Τέλος, η ροή του κειμένου είναι τέτοια που νομίζω ότι οι φίλοι του είδους δεν θα σταματήσουν να διαβάζουν αν δεν το τελειώσουν. Εγώ αυτό έπαθα.
Κλείνοντας θα αναφέρω την πλέον εύλογη απορία (μιας και ήδη μου την έχουν κάνει δύο-τρεις): Θα ήταν ίδια τα λόγια μου για το βιβλίο αν ήταν γραμμένο από μία και μόνο πένα; Θα ήταν ίδια η βαθμολογία ή θα έπεφτα λίγο;
Νομίζω ότι την απάντηση δεν θα τη μάθουμε ποτέ καθότι υπάρχουν δύο ξεκάθαρα δεδομένα: 1).Θα ήταν προφανώς άλλο βιβλίο, με διαφορετική επίγευση και χρώμα, αφού κανένας δεν θα γύρευε “χρυσές τομές” αλλά θα το έγραφε με το προσωπικό του στυλ. 2).Είναι τόσο ωραίο έτσι όπως είναι, που είναι περιττές τέτοιες απορίες. Συγχαρητήρια σε όλους τους συγγραφείς!