Ποιήματα ηρωικά, για τους ανδρείους πολεμιστές και των θεών τους τις βουλές• κι άλλα για την τρικυμισμένη θάλασσα, τον θάνατο, τούτη την αναπότρεπτη μοίρα των θνητών, και μερικά ακόμη για τη χαρά της οινοποσίας, το βάλσαμο της μέθης. Καλαίσθητη έκδοση της Νεφέλης, με τη μετάφραση του Σωτήρη Κακίση πλάι στα πρωτότυπα ποιήματα του Αλκαίου και με εμβόλιμα δυο-τρία έγχρωμα σχέδια του Νίκου Χουλιαρά. Για τη χαρά της αντιγραφής, έπονται (σε μετάφραση, ασφαλώς) δύο ποιήματα (κι ένας μονάχος στίχος) του κορυφαίου αυτού εκπροσώπου της Αιολικής λυρικής ποίησης, από τα ανήκοντα στα λεγόμενα και "συμποσιακά", που, όπως διαβάζω, άδονταν στα φημισμένα συμπόσια της εποχής:
"όσοι γεννήθηκαν θνητοί, το Χάρο δεν ξεφεύγουν αν είσαι ξύπνιος, αν σκέφτεται λιγάκι το μυαλό σου• τρίχα δεν πέφτει, ανόητε, χωρίς να θέλει ο Δίας• μα ξέροντας πόσοι θα 'ρθούν καημοί μεγάλοι, φίλε, πιείτε κρασί, στο στρόβιλο του Αχέροντα πριν μπήτε."
"ας πιούμε• τι στεκόμαστε ν' ανάψουν τα λυχνάρια; η μέρα λίγο και περνά• φέρε, λοιπόν, λεβέντη, ποτήρια μεγάλα κι όμορφα• που 'δωσε το κρασάκι για να ξεχνιούνται οι καημοί ο Διόνυσος στον κόσμο• τη μια κρασί, τις δυο νερό, μέτρα κεφάλια, κέρνα• και το ποτήρι που 'ρχεται να σπρώχνει αυτό που φεύγει."
"Δεν είναι πάντα το κρασί καθρέφτης των ανθρώπων;"