Η Βέρα και ο Γιάννης ερωτεύονται κεραυνοβόλα και παντρεύονται ύστερα από μια σύντομη σχέση. Μετά τη γέννηση του παιδιού τους η ζωή τους εκτρέπεται προς μια νέα, δραματική τροχιά. Ο γάμος τους κλυδωνίζεται· τα συναισθήματα συμπιέζονται· κι εκείνοι ασφυκτιούν.
Το χρονικό μιας σχέσης: από το πρώτο φιλί μέχρι την τελική, σπαρακτική, αναμέτρηση δύο κουρασμένων εραστών.
Μια κατάδυση στη σκοτεινιά του έρωτα, μια ελεγεία για τη μητρική αγάπη.
Η ζωη γράφει σενάρια. Πόσα ζευγάρια απεναντι μας καβγαδιζουν? Ποσες αλήθειες λέγονται πίσω από τις κλειστές πόρτες? Η Βερα και ο Γιάννης είναι δύο ανθρωποι που μπήκαν ο ενας στη ζωη του άλλου απροσμενα. Εκείνη υπάλληλος βιβλιοπωλειου με παρελθόν και οικογενειακή κατάσταση που την στιγματισαν αλλα με ελπίδες για μια καλύτερη ζωη στο εξής. Εκείνος γοητευτικος, πετυχημενος, αλλα και λάτρης του γυναικείου φυλου και της απόλαυσης. Φαίνονται σαν απο διαφορετικούς κοσμους μα οταν σμίγουν τα κορμιά δεν υπάρχει τίποτα αλλο. Μονο ποθος, μόνο θέλω, λαίμαργα και αδυσώπητα, διεκδικώντας με λύσσα ο ενας τα κομμάτια του αλλου. Τι γίνεται όμως όταν πριν προλάβει να σβήσει η φλόγα και να καταλαγιάσει ο ποθος, τους προλαβαίνουν γεγονότα που φέρνουν τούμπα την καθημερινότητα? Που τους εγκλωβιζουν με τη θέληση τους ή χωρίς αυτήν σε καταστάσεις ενδεχομένως μη αναστρεψιμες? Ο ποθος πάει περίπατο και τη θέση του παίρνουν φαρμακερες λέξεις που πληγώνουν καρδιές και ταΐζουν εγωισμους. Η γλώσσα που χρησιμοποιεί η συγγραφεας είναι κοφτερή. Φράσεις χαστούκια ξεπηδουν απο τις σελίδες και μεσα τους αναγνωρίζεις καταστασεις που εχεις περάσει κάποτε και ο ίδιος. Νιωθεις τσιμπηματα στην καρδια και αναρωτιέσαι πως έχει πέσει τόσο μεσα στην περιγραφή της ψυχοσύνθεσης των ηρωων. Οταν συγκρουονται τα θελω η καυλα παει περιπατο και το μονο που μένει να πηγαινοερχεται στον αερα είναι βελάκια που ψάχνουν να χτυπήσουν στόχο. Η Βέρα οδηγείται στην παρανοια και ο Γιάννης στην απελπισία. Προσπαθεί να σωσει οτι σωζεται με τον δικό του τροπο. Είναι ξεκάθαρο πως απο ενα σημειο και μετα ο Γιάννης παραδόθηκε σε μια μοίρα που ισως δεν του αξιζε. Δεν είμαι καθόλου σίγουρη αν τελικά αυτοι οι δυο αγαπήθηκαν. Αν ναι τότε αγαπησαν ο ένας την εικόνα που είχε στο μυαλο του για τον αλλον και οχι τον αλλον οπως είναι στην πραγματικότητα. Στο δικό μου μυαλο η αγάπη είναι ξεκάθαρα καπως αλλιως. Το συμφέρον δεν χωράει μέσα της. Η αυτοθυσία που γίνεται μπούμερανγκ και επιστρέφει πισω για να κομματιασει και τους δυο δεν μπορεί να βαφτιστει αγάπη. Το βιβλιο ειναι σπαρακτικα αληθινό. Η γραφη καθηλωτική. Φτάνοντας στο τέλος ανεβηκε ένας κομπος στο λαιμο και μια στυφη γευση στο στόμα. Θύμωσα με τη Βερα. Απελπίστηκα με την ξεροκεφαλια της. Εφτασαν στιγμές που την συμπονεσα αλλα δεν λυτρωθηκα με το τέλος. Αυτος ο αντρας ηταν ξεκάθαρος εξαρχής ως προς το τι επιθυμουσε. Η ηρωίδα ήξερε που μπλεκει. Αυτό το μωρο θα ήταν η σωτηρία της. Και βαθιά μεσα της το ήξερε. Ομως η ζωη αποφάσισε αλλιώς. Η σωτηρία έγινε τιμωρία. Και κανεις δεν θα έβγαινε αλώβητος.
9Το ζευγάρι απέναντι δεν καβγαδιζει πια.! . Οι ανθρώπινες σχέσεις όσο όμορφα γεννιούνται αλλό τόσο όμορφα και σκληρά καίγονται. Οικογένειάκες, φιλικές, ερωτικές. Ανθίζουν σε μικρές στιγμές και χάνονται σε λίγα δευτερόλεπτα.
Πρώτα έρχεται ο έρωτας σαν πρώτο πιατο στο τραπέζι της ζωής. Δοκιμάζεις και σου αρέσει, σου αρέσει τόσο που δε σε ενοχλεί η ρουτίνα μέχρι... Μέχρι να σκάσει εκείνη η μικρή μπομπίτσα που λέγετε πρόβλημα. Και τι είναι το πρόβλημα; Πρόβλημα ίσως είναι ο γάμος και η εγκυμοσύνη. Πρόβλημα ίσως είναι οι προτεραιότητες μας. Πρόβλημα ίσως είναι τα θέλω και τα πρέπει.
Και κάπως έτσι ότι ανθίζει καταστρέφεται. Σβήνει κάθε ημέρα και από λίγο. Υπάρχουν όμως και εκείνες οι σχέσεις που όσο και αν έχουν καεί συνεχίζουν να ενώνονται από την φωτιά της ελπίδας και ας έχει σβήσει, ας γίνει ολοκαύτωμα. Εκείνες τις σχέσεις τις έχουμε ανάγκη. Είτε για την ματαιοδοξία μας είτε από το φόβο του• και μετά τι; Είτε από εκείνο το συναίσθημα που όλοι φοβόμαστε μα και λατρεύουμε συνάμα, την μοναξιά.
Όταν κάνουμε βήματα και προχωράμε σαν άνθρωποι είναι λένε πάντα για καλο. Αν Δε προχωρήσεις, δεν ανανεωθείς οι άλλοι βρίσκουν ότι κάποιο κουσούρι έχεις. Κακά τα ψέματα ίσως η ζωή μας θα ήταν καλύτερη αν δέ αφήναμε τα ψυθιρισμάτα των άλλων να γίνουν βουίτα στα αυτιά μας.!
Όταν έρχεται μια σχέση στη πορεία ίσως υπάρξει και ο γάμος. Και ο γάμος ολοκληρώνεται με ένα η περισσότερα παιδιά. Αλλά έτσι στήνεται μια ευτυχία η μετατρέπετε σε τρενάκι του τρόμου;
Το βιβλίο: Το ζευγάρι απέναντι δεν καβγαδιζει πια έρχεται για να ταράξει την σκέψη μας. Να μας δώσει τροφή για σκέψη. Η Βέρα και ο Γιάννης οι ήρωες μα η κάθε Βέρα και ο κάθε Γιάννης στην ζωή είναι οι ήρωες του βιβλίου της ζωής. Με γραφή που τσαλακωνει συνηδεισεις, που γκρεμίζει αλήθειές μας μιλά για τα ζευγάρια που χάθηκαν πίσω από ψεύτικες ευτυχίές και μπλέχτηκε σε Ματωμένες ελπίδες για εκείνο το λάθος που τολμάμε να βαφτίζουμε σωστό ξεχνώντας τις συνέπειες.!
Από την μια ο έρωτας, από την άλλη η μητρότητα. Τι υπερισχύει τελικά; Φυσικά θα σκεφτούμε η μητρότητα αλλα η μητρότητα μερικές φορές έχει την δύναμη να γκρεμίζει τα πάντα και όχι πάντα για καλο.
Στη προκειμένη περίπτωση του βιβλίου, η μητρότητα χτίζει τείχη και σπέρνει θύελλες. Τι γίνεται λοιπόν όταν ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας μπαίνει ανάμεσα σε μια οικογένια; Δύσκολο. Το σωστό είναι ότι οι σχέσεις σε αυτες τις καταστάσεις θα έπρεπε να είναι ενωμένες αλλα υπάρχει και η άλλη πλευρά που διαλύονται σαν να τις ποτίζείς αρσενικό λίγο λίγο κάθε μέρα στο πρωινό καφέ τους.
Το βιβλίο: Το ζευγάρι απέναντι δεν καβγαδιζει πια είναι ένα βιβλίο που με σκληρό τρόπο μιλά για αυτές τις σχέσεις. Μιλά για την βίαιη καθημερινότητα που βιώνουν ανθρώπινοι που ζουν σε παρόμοιες καταστάσεις. Μιλά για τις προσδοκίες, τα όνειρα, τα λάθη και κάπου μέσα του βρίσκουμε τις αλήθειές του εαυτούς μας. Με ένα δυνατό ψυχογράφημα από την μεριά της Βέρας° μητέρας - γυναίκας- ερωμένης μας δίνει να καταλάβουμε και να μπούμε στη δική της θέση αλλα να ανακαλύψουμε τις δικές μας κρυμμένές αλήθειές του εαυτού μας. Εκείνες τις μικρές αλήθειές που ξεχνάμε να ξεστομίσουμε για να μην ξυπνήσουν και μας "πνίξουν".
Ένα βιβλίο πού ανοίγει ορίζοντες που εμείς οι ίδιοι κλείσαμε.
Ξέρετε μερικές φορές σε έντονες καταστάσεις που μας φέρνουν σε αδιέξοδο σκεφτόμαστε λάθος Γιατί απλα "πενθούμε" τα "γιατι" που δε μπορούμε να εξηγήσουμε και να καταλάβουμε. Στήνουμε σενάρια στο μυαλό μας που αν τα σκεφτούμε έστω και λίγο διαφορετικά θα δούμε ότι το μαύρο μερικές φορές μπορεί να γίνει και λίγο πιο φωτεινό. Να εισχωρήσουν μικρές ηλιαχτίδες μέσα του και να μας κάνει να γυρίσουμε μια γύρα την ζωή και να χαμογελάσουμε. Να δεχτούμε ότι έρχεται με ελπίδα και αισιοδοξία και όχι με απελπισία και φόβο για το κάθε επόμενο βήμα. Για την κάθε επόμενη σκέψη. Γιατί αν πιστέψουμε έστω και λίγο στην πραγματική ελπίδα όλα μπορούν να αλλάξουν αρκεί να το θελήσουμε. Φτάνει να αντέξουμε να βάλουμε στα παπούτσια μας και αυτούς που προσπαθούν και δε τους αφήνουμε Γιατί φοβόμαστε ότι θα τρομάξουν με Τήν σκέψη μας ενώ στην πραγματικότητα μπορούν να την κάνουν πιο όμορφη.
Η Βέρα και ο Γιάννης είναι άνθρωποι της διπλανής πόρτας. Θα μπορούσε να είναι ο καθένας...εσύ και ο σύντροφός σου, ή το ζευγάρι που μένει ακριβώς δίπλα σου. Δύο άνθρωποι που παρασύρονται στη δίνη του έρωτα. Ενός έρωτα που σε κάνει τυφλό και σου θολώνει το μυαλό. Πολλές φορές σε κάνει να ακολουθείς τις επιλογές του άλλου χωρίς να σκέφτεσαι τα δικά σου θέλω. Άλλες φορές πάλι φέρεσαι απερίσκεπτα χωρίς να υπολογίζεις τις συνέπειες. Καρδιά- μυαλό σημειώσατε άσσο. Και τότε τι; Οδηγεί αυτός ο δρόμος στην ευτυχία; Όταν ο έρωτας πάει περίπατο αυτό που μένει πίσω είναι αρκετό για να αντιμετωπίσεις την πραγματική ζωή; Το βιβλίο αυτό διεισδύει στον κόσμο των ανθρωπίνων σχέσεων, στις υποχωρήσεις και στους συμβιβασμούς που κάνουν τα ζευγάρια για να πραγματοποιήσουν τους προσωπικούς τους στόχους, ξεχνώντας πολλές φορές ότι τα θέλω δύο ανθρώπων για να πορευτούν στη ζωή πρέπει να συμπίπτουν. Εξαιρετικό βιβλίο με γραφή που αγγίζει ευαίσθητες χορδές.
Πόσα ζευγάρια που ερωτεύτηκαν κεραυνοβόλα δεν οδηγήθηκαν στα σκαλιά της εκκλησίας, λόγω μιας ανεπιθύμητης εγκυμοσύνης; Πόσα ζευγάρια η σχέση των οποίων, δεν ζυμώθηκε στην πάροδο των χρόνων, δεν δοκιμάστηκαν τα θεμέλια της στους κραδασμούς της ζωής, κατέληξαν σε έναν πρόωρο γάμο, σε μία βεβιασμένη απόφαση συγκατοίκησης και συνένωσης δύο ζωών, λόγω του ερχομού μιας τρίτης στον κόσμο;
Δυστυχώς, ακόμα και σήμερα, παρότι η κοινωνία μας έχει προοδεύσει και γενικά οι απόψεις του κόσμου έχουν γίνει πιο ανοιχτόμυαλες, ο πυρήνας τους ωστόσο δεν έχει ουσιαστικά μετασχηματιστεί, με αποτέλεσμα τα “πρέπει”, τα “μη” και γενικότερα οι συντηρητικές και απαρχαιωμένες αντιλήψεις μιας κοινωνίας που προσπαθεί να αλλάξει, να καθοδηγούν τις αποφάσεις των ανθρώπων και να διαμορφώνουν τις ζωές τους.
Μία τέτοια περίπτωση ζευγαριού, αποτελούν και οι δύο κεντρικοί μυθιστορηματικοί χαρακτήρες του νέου βιβλίου της Γιώτας Στεφάνου, που κυκλοφόρησε πριν λίγες μέρες από τις Εκδόσεις Κέδρος με τίτλο «Το ζευγάρι απέναντι δεν καβγαδίζει πια». Πρόκειται για ένα αμιγώς κοινωνικό μυθιστόρημα, στο οποίο πρωταγωνιστούν η Βέρα και ο Γιάννης, δύο άνθρωποι μέσης ηλικίας, οι οποίοι συναντιούνται τυχαία, ερωτεύονται με την πρώτη ματιά, και η σχέση τους, τον πρώτο καιρό ειδικά, περνά απ’ το στάδιο της σαρκικής έλξης, όπου δεν υπάρχει χώρος για συναισθήματα, αν και η αλήθεια είναι πως απ’ την πλευρά της η Βέρα αισθάνεται πως στον Γιάννη έχει βρει τον άνδρα της ζωής της!
Η Βέρα είναι μεσήλικη γυναίκα, υπάλληλος βιβλιοπωλείου, προερχόμενη από ένα δυσλειτουργικό οικογενειακό σύστημα, η οποία μοιράζεται το διαμέρισμα, στο οποίο κατοικεί, με την αλκοολική μητέρα της, και αναλώνεται σε μία καταδικασμένη σχέση αποκλειστικά σαρκικής ηδονής, ψάχνοντας ταυτόχρονα να βρει την αληθινή αγάπη. Αν και μέχρι στιγμής έχει σταθεί άτυχη!
Ο Γιάννης είναι ένας εμφανίσιμος και επιτυχημένος επαγγελματικά εργένης, ο οποίος αποτελεί το όνειρο κάθε ελεύθερης γυναίκας! Μόνο που ο ίδιος αναζητά μοναχά την εφήμερη σαρκική απόλαυση που προσφέρει το σεξ, δίχως πρόθεση να επενδύσει συναισθηματικά σε μία γυναίκα, δίχως να κάνει μελλοντικά σχέδια για μία κοινή μαζί της πορεία!
Ωστόσο, μεταξύ της Βέρας και του Γιάννη θα αναπτυχθεί ένα αχαλιναγώγητο πάθος, το οποίο θα τους καταστήσει αρκετά απρόσεκτους, γεγονός που θα επιφέρει μία ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη, η οποία θα ανατρέψει την καθημερινότητα των δύο πρωταγωνιστών. Από την μία πλευρά έχουμε την Βέρα, η οποία θα αποκωδικοποιήσει στην σκέψη της αυτό το γεγονός ως ένα θείο σημάδι, ως μία τελευταία ευκαιρία λόγω της ηλικίας της, για τη δημιουργία μίας ευτυχισμένης οικογενειακής ζωής. Κι από την άλλη πλευρά, έχουμε τον Γιάννη, που θα βρεθεί παγιδευμένος σε μία κατάσταση, εντελώς έξω απ’ τα νερά του, ο οποίος όμως ως “σωστός” άνδρας θα αναγνωρίσει τις υποχρεώσεις του και θα προσφέρει στην Βέρα την πολυπόθητη ευκαιρία να γίνει γυναίκα του και να δημιουργήσουν μαζί οικογένεια.
Έτσι, λοιπόν, ο αναγνώστης παρακολουθεί τα πρώτα βήματα μιας κοινής πορείας δύο ανθρώπων που θα προσπαθήσουν πολύ για ένα “μαζί” που φυσικά προέκυψε λόγω ιδιαίτερων συνθηκών! Η Βέρα θα προσαρμοστεί αρκετά πιο εύκολα στην νέα τροπή που έλαβε η ζωή της σε σχέση με τον σύζυγο της, τον Γιάννη, ο οποίος αν και φαινομενικά έχει αλλάξει, παρατηρούμε πως κρατά μία στάση άρνησης στην αποδοχή της νέας πραγματικότητας, χωρίζοντας τη ζωή του σε δύο άνισα μέρη, σε αυτό που αφορά την δουλειά και την κοινωνική του ζωή, στο οποίο αφιερώνει και περισσότερο χρόνο, και σε αυτό που σχετίζεται με την Βέρα και την οικογένεια που έχουν αρχίσει να δημιουργούν.
Τα πρώτα σύννεφα έχουν αρχίσει να κυκλώνουν τη σχέση τους, ενώ μικροπροβλήματα προκύπτουν αρκετά συχνά, με αποτέλεσμα το ζευγάρι να διαφωνεί διαρκώς! Το αποκορύφωμα ωστόσο όλης αυτής της κατάστασης είναι η διάγνωση του νεογέννητου παιδιού τους με μία σπάνια νευρομυική ασθένεια, γενετικά προκαθορισμένη, η οποία δημιουργεί κινητικές δυσλειτουργίες στον πάσχοντα, ενώ σταδιακά τον οδηγεί στον θάνατο.
Το πρόβλημα υγείας του παιδιού θα πέσει σαν κεραυνός εν αιθρία και θα δημιουργεί το πιο βαθύ ρήγμα στη σχέση του ζευγαριού, η οποία ήδη κλυδωνίζεται! Οι αποστάσεις θα διευρυνθούν, η μεταξύ τους κατανόηση θα υποστεί τεράστιο πλήγμα, ενώ θα μετατραπούν σε δύο ορκισμένους εχθρούς που κατοικούν στο ίδιο σπίτι, καρτερώντας την τελική αναμέτρηση, που θα αναδείξει τον νικητή αυτής της μάχης! Όλη αυτή την περίοδο, ο Γιάννης θα βρει διέξοδο στην επαγγελματική του ιδιότητα, ενώ η Βέρα θα προσκολληθεί στον νεογέννητο γιος του, κάνοντας τα πάντα για να βελτιώσει τις συνθήκες της ζωής του!
Η συγγραφέας Γιώτα Στεφάνου στο 5ο κατά σειρά μυθιστόρημα της, πρώτο από τις εκδόσεις Κέδρος, δημιουργεί ένα καταιγιστικό κοινωνικό μυθιστόρημα, στο οποίο εμπεριέχονται στοιχεία αστυνομικής πλοκής, φορτίζοντας το με επιπρόσθετο αναγνωστικό ενδιαφέρον, ενώ ταυτόχρονα σε συνδυασμό με τα σύντομα και περιεκτικά κεφάλαια του βιβλίου δημιουργείται μία ξέφρενη ροή, που είναι αδύνατον να μην παρασύρει τον καθένα που θα επιλέξει να το διαβάσει. Η συγγραφέας επιλέγει να ασχοληθεί με ένα αρκετά δύσκολο και σύνθετο θέμα, θέμα θα έλεγα διαχρονικό, μιας και πάντοτε υπήρχαν ασθένειες που έπλητταν τα μωρά και ρυτίδωναν την ισορροπία στη σχέση του ζευγαριού, το οποίο αγγίζει η συγγραφέας με έναν εξαιρετικά πρωτότυπο τρόπο. Δίχως μελοδραματισμούς, δίχως περιττούς συναισθηματισμούς, δίχως να γίνεται κλισέ και να ακολουθεί την πεπατημένη γραμμή των Ελληνίδων συγγραφέων, συνθέτει ένα μυθιστόρημα άξιο αναφοράς. Ένα μυθιστόρημα όπου ο αυτοσαρκασμός και το αμέτρητο μαύρο χιούμορ που ανακαλύπτει κανείς στις σελίδες του βιβλίου οικοδομούν ένα διαφορετικό παράθυρο στη ζωή δύο ανθρώπων της διπλανής πόρτας, ανθρώπων σαν κι εμάς, της Βέρας και του Γιάννη, από όπου η κυρία Στεφάνου μας δίνει την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε την καθημερινότητα τους, να δούμε τα λάθη τους, τις επιλογές τους και τις απόψεις τους. Κι έτσι, με αφορμή ίσως αυτούς του δύο ήρωες να δρομολογήσουμε μία καταβύθιση στον δικό μας εσωτερικό κόσμο, κάνοντας ένα μικρό ταξίδι αυτογνωσίας μέσα απ’ τις εμπειρίες των δύο πρωταγωνιστών. Το στοιχείο με το μεγαλύτερο ενδιαφέρον που συναντά κανείς στον τρόπο που η κυρία Στεφάνου πλάθει τα βιβλία της, στοιχείο που έχω ξεχωρίσει έχοντας διαβάσει και τα δύο προηγούμενα μυθιστορήματα της συγγραφέως, είναι ο ευφάνταστος τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιεί τα εκφραστικά μέσα για να δημιουργήσει εικόνες, να σκιαγραφήσει τις προσωπικότητες των ηρώων και να θίξει δύσκολα κοινωνικά ζητήματα! Χωρίς να φλυαρεί, χρησιμοποιώντας τις κατάλληλες κάθε φορά λέξεις, με τρόπο ουσιαστικό και περιεκτικό, η συγγραφέας μας δίνει μία λεπτομερή εικόνα του κάθε χαρακτήρα, ενώ η στακάτη μορφή που έχουν τα κεφάλαια του βιβλίου, συνδυαστικά με κάποια υπαινικτικά σημεία του κειμένου δημιουργούν ένα κινηματογραφικό σασπένς, που καλλιεργεί εντός του αναγνώστη την αδημονία για το μεγάλο φινάλε και την λυτρωτική κάθαρση!
Ολοκληρώνοντας, «Το ζευγάρι απέναντι δεν καβγαδίζει πια» δεν είναι άλλη μια γλυκανάλατη ιστορία! Δεν είναι μονάχα το χρονικό μιας σχέσης. Είναι πολλά περισσότερα… Είναι ένα πυκνό σε συναίσθημα, σκέψεις και νόημα, κοινωνικό μυθιστόρημα, άκρως ρεαλιστικό, γραμμένο έξυπνα που δεν θα αφήσει κανέναν αναγνώστη ασυγκίνητο! Είναι ένα μυθιστόρημα με πικρή θα έλεγα επίγευση, άλλωστε η ζωή δεν είναι ποτέ σχεδόν γλυκιά! Είναι ένα μυθιστόρημα που αξίζει τον χρόνο και την προσοχή σας. Να το διαβάσετε!
Η Βέρα γνωρίζει τον Γιάννη και είναι όλα όμορφα, τρυφερά και ρομαντικά ώσπου πολύ σύντομα μένει έγκυος. Και τώρα, τι γίνεται; Πόσο γρήγορα θα προχωρήσουν οι καταστάσεις και τι θ’ αφήσουν στον ψυχισμό αυτών των δύο ανθρώπων; Πόσα πράγματα μπορεί να ανατρέψει η άφιξη ενός παιδιού και όχι μόνο αυτή; Πώς θα εξελιχθεί η σχέση τους;
Η βιβλιοπώλης Βέρα γνωρίζει τον οδοντίατρο Γιάννη. Η αρχή είναι απόλυτα ρομαντική και ακολουθεί όλα τα στερεότυπα ενός άρλεκιν, διάβαζα όμως με προσοχή κάθε λέξη γιατί ξέρω πως η Γιώτα Στεφάνου πάντα χτυπάει τον αναγνώστη σε απρόσμενες φάσεις. Απολάμβανα λοιπόν τον κεραυνοβόλο έρωτα, το καρδιοχτύπι, τις συναισθηματικές αναταράξεις, τα πάνω και τα κάτω μιας ενδιαφέρουσας γνωριμίας, τις μελετημένες παρομοιώσεις («…κάθομαι στην καρέκλα του ταμείου ξεφούσκωτη και τσαλακωμένη, παρατημένη, φορεμένη κάλτσα», σελ. 19, «Οι τρόποι της μοιάζουν σπασμωδικοί, λες και τη βασανίζει μια δυσπεψία ή ένα μυστικό», σελ. 33-34), την άδεια ζωή της Βέρας («Βλέπω τα πάντα, ψάχνω τα πάντα, κάνω τα πάντα για να μη μείνω μόνη με τον εαυτό μου», σελ. 20) με την αλκοολική μητέρα της, ενώ μου κρατούσαν συντροφιά ρεαλιστικές καταστάσεις ενός μέσου νοικοκυριού με λεκτικούς νυγμούς είτε για τις γυναίκες που μπλέκουν με παντρεμένους («Υπάρχει ολόκληρος στρατός γυναικών που βολεύεται με τα υπολείμματα του χρόνου διάφορων δειλών αρσενικών που θέλουν και την πίτα ολόκληρη και τον σκύλο χορτάτο», σελ. 30 αλλά ένιωσα χειρότερα με αυτό: «Έφευγα και έπαιρνα μαζί μου, σα δώρο, τα χρησιμοποιημένα προφυλακτικά μας και τις κόκκινες τρίχες των μαλλιών μου που είχαν απομείνει στο σιφόνι της μπανιέρας -η γυναίκα του είναι καστανή», σελ. 31) είτε για τα πρώτα ίχνη κακοποίησης σ’ ένα ζευγάρι είτε για τις λεκτικές αψιμαχίες που χωρίζουν ακόμη περισσότερο ένα αντρόγυνο. Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση και η συχνή χρήση ενεστώτα διαρκείας που εναλλάσσεται με αόριστο δίνουν ένταση και ρεαλισμό στην αφήγηση, αν και με αυτόν τον τρόπο φωτίζεται μόνο η Βέρα. Θα ήθελα να δ�� και την οπτική γωνία του Γιάννη, να μην τον γνωρίζω μόνο μέσα από τα φραστικά του ξεσπάσματα και κάποιες αποσπασματικές σκηνές όπου ήταν παρούσα η γυναίκα του.
Με έξυπνα τρικ περνάμε όλες τις φάσεις της γνωριμίας και μέσα από λίγες και περιεκτικές κουβέντες, λιτά σκηνικά και σωστά διαλεγμένες χρονικές περιόδους καταγράφονται και ζωντανεύουν ο χαρακτήρας του καθενός, οι διαφορετικές απόψεις τους, τα κοινά τους και οι συνήθειές τους. Φτάνουμε στον γάμο και στο παιδί μέσα από απανωτές αλλαγές που κοντράρονται με τις προσδοκίες και τα σχέδιά το��ς, χωρίς να προλάβουν να βρουν οι δύο αυτοί άνθρωποι τον χρόνο να προσαρμοστούν, να αναρωτηθούν, να ενσωματωθούν, να εγκλιματιστούν: «Το κακό με τους κεραυνοβόλους έρωτες είναι πως οι δύο εραστές δεν προλαβαίνουν να εγκαταστήσουν μεταξύ τους οικειότητα… Είναι σοκαριστικό, είναι αναζωογονητικό αλλά δεν είναι και πολύ χρήσιμο» (σελ. 112). Και ακόμη πιο ξεκάθαρα λίγο παρακάτω: «Το σώμα μου ξέρει λεπτομέρειες για τον Γιάννη… Αλλά πόσα ξέρει το μυαλό μου για τον Γιάννη»; Και φτάνουμε στον γάμο και στο παιδί, με μια εγκυμοσύνη να τρελαίνει τις ορμόνες, με εννιά μήνες να αλλάζουν τα πάνταμέσα και γύρω από τη Βέρα, κυρίως.
Η συγγραφέας με άφησε να σκεφτώ πάνω στο ζευγάρι, παραθέτοντάς μου όλες τις εκφάνσεις της κοινής πλέον ζωής τους. Φταίει η εγκυμοσύνη που ήρθε νωρίς; Φταίνε οι ίδιοι για κάποιο συναισθηματικό ή πρακτικό λόγο που τους εμπόδισε να γνωρίσουν / ακούσουν / σεβαστούν ο ένας τον άλλον; Η Βέρα ξανά: «Αλλά έχω κουραστεί. Μου λείπουν οι ωραίες εικόνες, μου λείπουν οι εικόνες που δεν περιέχουν εργάτες και σκαλωσιές» (σελ. 124). Και μέσα από αυτές τις εξελίξεις, η συγγραφέας κάνει διαχρονικές παρατηρήσεις ευρύτερα πάνω στις ανθρώπινες σχέσεις με τρόπο που δεν είχα σκεφτεί ποτέ: «Οι λεπτομέρειες στον έρωτα είναι η ουσία. Όλοι μπορούν να μιμηθούν τις χοντροκομμένες δηλώσεις, τις αδρές εκφάνσεις του έρωτα, όλοι μπορούν να πουν σωστά τα ερωτόλογα…Ο πραγματικά ερωτευμένος θα ξεχάσει να βάλει το χτεσινοβραδινό φαγητό στο ψυγείο. Ο ερωτευμένος δεν μπορεί να είναι επιμελής. Δεν του μένει μυαλό για να είναι επιμελής» (σελ. 137). Άλλη μια αλήθεια: «Μην υποτιμάς τις ενοχές. Είναι πιο δυνατές και από την αγάπη. Δες τις σχέσεις γύρω μας. Η πιο δυνατή συγκολλητική ουσία τους είναι η ενοχή. Πεθαμένοι γάμοι συντηρούνται από τις ενοχές, κακότροποι δηλητηριώδεις άνθρωποι μένουν γύρω μας γιατί νιώθουμε ενοχές να τους διώξουμε» (σελ. 179). Ακόμη και μια στιγμή ανεμελιάς μέσα σε όλον αυτόν τον κυκεώνα αποκαθηλώνεται σχεδόν αμέσως: «… όλο έβαζα και έβγαζα φορέματα. Συνειδητοποίησα πως είχα μήνες να κάνω κάτι τέτοιο, να αφεθώ σε κάτι ηλίθιο και ξεκούραστο όπως είναι η ματαιοδοξία» (σελ. 235).
Η συνέχεια και οι ανατροπές που ακολούθησαν μ’ έπιασαν εξαπίνης και μου κάρφωσαν ένα σκεπτικό χαμόγελο στα χείλη. Ήξερα πως τα πράγματα θα ξέφευγαν σύντομα από τα κλισέ, απλώς δεν περίμενα τέτοιες εξελίξεις. Κι έτσι βυθίστηκα στον ασφυκτικό κόσμο του Γιάννη και της Βέρας, αναρωτώμενος πλέον όχι τόσο για τα λάθη και ποιος τα έκανε αλλά για τις συνέπειές τους και ποιος θα την πληρώσει περισσότερο. Η ιστορία έχει εκπλήξεις που με άφησαν με ανοιχτό το στόμα, ανατροπές που θα μπορούσαν να συνεχίσουν το ασφαλές κλισέ ενός χιλιοειπωμένου στόρι αλλά απομακρύνθηκαν εγκαίρως από το εύκολο μελό και μια τελική πορεία υψηλών ταχυτήτων που οδηγεί σ’ ένα εξίσου απρόσμενο τέρμα. Η αλλαγή της Βέρας για να προστατέψει το παιδί της, να το υπερασπιστεί από το περιβάλλον που κλήθηκε για να μεγαλώσει, είναι θεαματική και συνδυάζεται με μια αναπάντεχη τελική τροπή κι έναν απρόσμενο δευτεραγωνιστή που ξαφνικά βγαίνει στο φως χωρίς να έχει πει ούτε μία λέξη κατά την αφήγηση αλλά η θέση του είναι καταλυτική. Οι δύο τελευταίες σελίδες είναι εξαίρετες και συμπυκνώνουν όλη την αφηγηματική δεινότητα της συγγραφέως.
Μια βιβλιοπώλης γνωρίζει έναν οδοντίατρο. Την ιστορία τους τη γράφει η Γιώτα Στεφάνου. Τίποτα δε θα είναι πια το ίδιο, ούτε γι’ αυτούς ούτε για τον αναγνώστη. Μια ιστορία που ξεφτίζει και παλιώνει μαζί με τους χαρακτήρες και φθείρεται όπως συνεκδοχικά δείχνει το, τάχα μου τυχαία, φθαρμένο, ξεφτισμένο εξώφυλλο. Ένα βιβλίο που με καθήλωσε και μ’ έκανε να σκεφτώ πάνω στις ανθρώπινες σχέσεις, τις προσδοκίες, τις αλήθειες και την πραγματικότητα που πατά πάνω τους.
Ένα βιβλίο που πραγματεύεται την αρχή μιας ονειρεμένης σχέσης, βγαλμένη από παραμύθι, σύντομα όμως η πραγματικότητα δείχνει το αληθινό πρόσωπο της. Με μικρές, αριστουργηματικές κινήσεις ο καθρέφτης του ονείρου σπάει και την θέση του παίρνει πλέον μια αυστηρή, ωμή πραγματικότητα που δεν χωράει λάθη. Το βιβλίο παρουσιάζει την οπτική της πρωταγωνίστριας. Ξεκινάει με την μορφή ενός παραμυθιού, αναφέροντας τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει η πρωταγωνίστρια, ούσα ανύπαντρη σε μια καθόλα εύκολη ηλικία, το στιγματισμό από την κοινωνία κλπ, ώσπου βρέθηκε ο "πρίγκιπας" του παραμυθιού για να την ξεβαλτωσει από την μοίρα της. Όμως η ζωή δεν είναι παραμύθι και ο πρίγκιπας ίσως τελικά είναι βάτραχος. Οπως σε κάθε τέλος παραμυθιού υπάρχει το "ζήσαμε εμείς καλά και αυτοί καλύτερα" στο συγκεκριμένο έργο το ρητό αυτό δεν επαληθεύεται ούτε από την πλευρά του αναγνώστη αλλά ούτε από την πλευρά του πρωταγωνιστή.
Έξυπνο κοινωνικό μυθιστόρημα που μας επιτρέπει να κρυφοκοιτάξουμε πίσω από κλειστές πόρτες και να αντιμετωπίσουμε αλήθειες που πολλές φορές στρουθοκαμηλίζοντας αγνοούμε. Ποια είναι η γραμμή ανάμεσα στο πάθος και στο μίσος; Που μπορεί να φτάσει η μητρική αγάπη;
Τα βιβλία της Γιώτας δεν είναι βιβλία, είναι ζωντανοί οργανισμοί, είναι χάρτινες καρδιές που πάλλονται και όσοι τα ανακαλύπτουμε τυχεροί και αιώνια ερωτευμένοι μαζί τους. Και λέω «ανακαλύπτουμε» γιατί είναι λες και το κάνει επίτηδες και τα κρύβει, λες και διασκεδάζει να μας βλέπει να τα ψάχνουμε. Περιμένω με αγωνία το επόμενο!
Μου φάνηκε απίστευτο το πως κατάφερε η συγγραφέας να αποτυπώσει όλα τα συναισθηματα που περιτρυγυριζουν μια σχέση. Είναι το μόνο βιβλίο που μου γεννούσε συνεχώς ερωτηματικά, τα οποία δεν απαντήθηκαν- αλλά με κάποιο τρόπο, δεν με ενδιέφερε να απαντηθούν. Θα έλεγα ότι είναι μια πιο κοντά στην πραγματικοτητα απεικόνιση της ζωής. Κάποιες φορές, για κάποια πράγματα, δεν θα μάθεις ποτέ το ποιος και το γιατί. "Η ζωή συνεχιζεται".
Η ιστορία της Βέρας και του Γιάννη, ή εναλλακτικά, η ιστορία ενός γάμου. Οι δυο τους συναντιούνται σε ώριμη ηλικία και παντρεύονται πολύ γρήγορα, χωρίς να έχει δοκιμαστεί η σχέση και χωρίς να γνωρίζονται αρκετά. Και το εξαιρετικά σοβαρό πρόβλημα υγείας του παιδιού τους έρχεται να επιβαρύνει μια σχετικά άσχημη κατάσταση και να αποκαλύψει τους αληθινούς τους χαρακτήρες.
Την ιστορία διηγείται η Βέρα η οποία είναι μια πρωταγωνίστρια που ελπίζω να θυμάμαι για πολύ καιρό. Η συγγραφέας έχει κάνει καταπληκτική δουλειά στην περιγραφή του χαρακτήρα και των συναισθημάτων της, μας την παρουσιάζει με όλες τις ανθρώπινες αδυναμίες της κάνοντάς την εξαιρετικά προσιτή, είναι "σαν να την ξέρουμε". Δεν μπορώ να φανταστώ κάποιο λόγο που δεν θα τη συμπαθήσετε, η ιστορία είναι δοσμένη με τόσο άρτιο τρόπο που συν-αισθανόμουν μαζί της, με παρέσυρε στον κόσμο και τις σκέψεις της (αδιάφορο εάν συμφωνούσα ή διαφωνούσα).
Ευκολοδιάβαστο βιβλίο που αναδεικνύει όμως σημαντικά θέματα. Ο αναγνώστης παρακολουθεί την πορεία μιας σχέσης, της Βέρας με τον Γιάννη, η οποία εξαρχής φαίνεται τοξική και κακοποιητική. Το τέλος απρόσμενο και αφήνει μια πικρή γεύση. Το ένα αστέρι δίνεται για την γλώσσα του κειμένου καθώς η τόσο συχνή χρήση βωμολοχιών νιώθω ότι ήταν παράταιρη.
Συ-γκλο-νι-στι-κό! Το ξεκίνησα το απόγευμα κ το άφησα όταν το τελείωσα (στις 3.30!). Έχοντας διαβάσει άλλα δύο βιβλία της συγγραφέως, αναμφισβήτητα αυτό είναι το πιο ώριμο από όλα. Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι χωρίζεται σε τρία μέρη :στις πρώτες 100 σελίδες κάθε γυναίκα βρίσκει κομμάτια του εαυτού της κ σκέψεις που όλες έχουμε κάνει για τις σχέσεις κ τον γάμο. Αντιπροσωπεύεται κάθε γυναίκα :Και η παντρεμένη κ η χωρισμένη κ η γεροντοκόρη, κ η επαναστάτρια κ η συμβιβασμενη, κ η ερωμένη κ η απατημενη. Στο δεύτερο μέρος ταυτίστηκα απόλυτα, καθώς μια βραχύβια σχέση καταλήγει σε γάμο εξαιτίας μιας εγκυμοσύνης. Εδώ πια διαφαίνεται η μάνα φτάνοντας στο ερώτημα :Μέχρι πού θα μπορούσες να φτάσεις για το μωρό σου; εκεί αισθάνεσαι έναν κόμπο στο λαιμό από τη διάψευση των προσδοκιών κ την απιστία, καθώς κ τον αγώνα που κάνει. Στο τρίτο μέρος έχουμε το αστυνομικό κομμάτι, που όμως δε θα αποκαλύψω τίποτα παραπάνω. Αξίζει να διαβαστεί από όλες μας!
Είναι από αυτά τα βιβλία που λες «έχω μισή ωρίτσα ελεύθερη, για να δω τι λέει αυτό το βιβλιο». Και περνάνε οι ώρες και δεν μπορείς να το αφήσεις από τα χέρια σου! Άμεσο και ρεαλιστικό (τουλάχιστον στο πρώτο μέρος του) και σου τραβάει το ενδιαφέρον μέχρι το τέλος. Θα ψάξω και άλλα βιβλία της συγγραφέως!
Η Βέρα και ο Γιάννης, γνωρίζονται τυχαία και δεν θα έλεγα ότι ερωτεύονται κεραυνοβόλα. Μάλλον η σωματική έλξη μιλούσε πιο πολύ. Και πριν καλά καλά το καταλάβουν, η καθημερινότητά τους αλλάζει 180° και έρχεται στην ιστορία ένα παιδί. Και κάπου εκεί, απο ξαναμμένοι έφηβοι, αρχίζουν και πετάνε δηλητηριώδη βέλη ο ένας στον άλλο. Θες λίγο το απρόβλεπτο γεγονός, αυτός ο απρόβλεπτος Γολγοθάς που κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν, θέλω λίγο τα διαφορετικά θέλω τους και ο διαφορετικός τρόπος σκέψης τους? Πόσα ζευγάρια γύρω μας τσακώνονται και πόσα γίνονται πίσω από κλειστές πόρτες. Μα σημασία δεν έχει το ποσό τσακώνονται. Σημασία έχει η διάθεση να βρουν μια χρυσή τομή, η διάθεση - αν υπάρχει - και από τις δύο μεριές να κάνουν βήματα πίσω. Και το πότε πρέπει να έρθει μια ημερομηνία λήξεως, γιατί πλέον μια κατάσταση είναι μονόδρομος και δεν υπάρχει άλλη λύση. Μαλακάκος ήταν ο Γιάννης και τσιλιμπούρδιζε και φρόντιζε να στρουθοκαμηλίζει και να λείπει από το πρόβλημα. Και από το σπίτι του βεβαίως. Ωστόσο, την Βέρα την σιχαθηκα για κάποιο λόγο. Μονίμως ψάχνοντας την ατέλεια, το λάθος, την ανωμαλία στην εμφάνιση των γύρω της, παίζοντας το θύμα και την τραγική ηρωίδα που έχει το ακαταλογιστο να λέει ότι μπούρδα της έρθει στο κεφάλι, το παρελθόν της που δεν ήταν και το καλύτερο, το μόνο που κατάφερε είναι να θέλω να τις δώσω δύο χαστούκια. Το τέλος? Η Νέμεσίς της. Όταν συνειδητοποίησε κάποια πράγματα, αλλά πλέον ήταν αργά.
Το βιβλίο <Το ζευγάρι απέναντι δεν καβγαδίζει πια> της Γιώτας Στεφάνου, δεν ήξερα σε τι κατηγορία να το εντάξω: δραματικό με κωμικά στοιχεία/ρεαλιστικό αλλά και ρομαντικό/ψυχολογικό με δόσεις μυστηρίου. Σίγουρα είναι ένα από τα πιο σκληρά αληθινά βιβλία πάντως που έχω διαβάσει. Και η αλήθεια πραγματικά είναι αυτό που μένει πάντα. Πόσες φορές δεν έχουμε κάνει τα 'στραβά μάτια' σε πράγματα που μας ενοχλούν σε οικογενειακές/ φιλικές/ ερωτικές σχέσεις? Πόσες φορές δεν έχουμε επηρεαστεί από λάθος αποφάσεις γιατί μας έχει νικήσει ο φόβος 'της ταμπέλας' του τι θα πει ο κόσμος? η έκφραση : 'μα αφού σ'αγαπάω' τα συγχωρεί όλα τελικά? Στο βιβλίο αυτό χωρίς να θέλω να προδόσω το τέλος,η Βέρα μάλλον έχει μια άλλη άποψη περί δικαιοσύνης. Πάντως το 'ζήσαμε εμείς καλά και αυτοί καλύτερα ' σε αυτό το βιβλίο δεν το βρίσκουμε. Ίσως πάλι όσοι το διαβάσουν ή το έχουν διαβάσει να δώσουν μια διαφορετική οπτική του τέλους
Το βιβλίο μου άρεσε το διάβασα ευχάριστα όμως δεν μου άρεσε που τελείωσε ενώ δεν είχε ξεκαθαρίσει τον δολοφόνο του άντρα της. Έτσι εν τέλη σε αφήνει με την περιέργεια εάν ήταν κλέφτης αυτός που τον σκότωσε η κάποιος άλλος.
This entire review has been hidden because of spoilers.