Σ' έναν μετα-αποκαλυπτικό κόσμο και σε μια post-punk ατμόσφαιρα, ο Ζουλιούς Πουέκ, γνωστός με το ψευδώνυμο Σπινόζα, είναι αρχηγός μιας αναρχικής συμμορίας μοτοσικλετιστών, της Ένοπλης Σπινοζικής Φράξιας. Φοράει κλεμμένες μπότες από φιδοτόμαρο και λατρεύει τη μηχανή Guzzi 850 California που έκλεψε για να χαρίσει στον εραστή του. Ο Ζουλιούς, παρακινημένος από την Ηθική και τον Έρωτα, κηρύσσει διαδοχικούς πολέμους σε αντίπαλες συμμορίες αριστεριστών μέχρις ότου κατορθώσει να αναμετρηθεί με τη συμμορία των χεγκελιανών, της οποίας ηγείται ο προαιώνιος αντίπαλός του, ο επονομαζόμενος Χέγκελ, που κραδαίνει ως λάβαρο την Αισθητική.
Ο Pouy στο πρώτο του εγχείρημα, χρησιμοποιεί ένα πανκο- αλληγορικό τόνο και ύφος για να ειρωνευτεί την αξιακη εξέλιξη της σκεπτομενης Γαλλίας κ γενικά του δυτικού πολιτισμού. Υπερρεαλιστης κ ταγμένος πολεμάει στο όνομα της Ηθικής, υποταγμένος όμως σε όλα τα αρχέγονα ένστικτα. Βρίσκει όμως την δυνητική διέξοδό του στην καταπολέμηση της έπαρσης κ στην ταπείνωση, για μια σωστότερη επανεκκίνηση
Οφείλω να παραδεχτώ ότι ο (κάπως ασόβαρος για βιβλίο) τίτλος μου τράβηξε την προσοχή και ήταν ένας λόγος που διάβασα το βιβλίο σχεδόν αμέσως μετά την αγορά του, ενώ έχω εδώ και κάτι μήνες το "Εθνική 86" του ίδιου, που θυμάμαι ότι για λίγες μέρες ήταν στα προσεχώς, μέχρι που το ξέχασα τελείως. Λοιπόν, πρόκειται για ένα φοβερό διαμαντάκι με νουάρ ατμόσφαιρα και πανκ αισθητική, γεμάτο ακραίες καταστάσεις, πολιτική σάτιρα που δέρνει αλύπητα τους πάντες και τα πάντα, καθώς επίσης και μπόλικο μαύρο χιούμορ και κυνισμό. Σίγουρα δεν είναι ένα βιβλίο για όλα τα γούστα, αλλά ούτε και για όλα τα στομάχια. Είναι σκληρό και σε σημεία ανελέητο, η όλη ιστορία εξελίσσεται με φρενήρεις ρυθμούς, όντας γεμάτη δράση, βία και αμείωτη ένταση. Οι περιγραφές τοπίων και καταστάσεων, καθώς και οι σκέψεις του αφηγητή, συνδυάζουν τον ωμό ρεαλισμό με τον σκληρό λυρισμό, με τον συγγραφέα να χρησιμοποιεί βωμολοχίες, οι οποίες παραδόξως δένονται αρμονικά με το σύνολο. Σίγουρα είναι ένα από τα πιο ιδιαίτερα βιβλία που διάβασα φέτος.
J'aime passionnément la sécurité, la paix et la justice. Mais s'imaginer ce qui adviendrait si elles disparaissaient est toujours fascinant, voir même grisant, comme le sont la liberté et l'anarchie. Traverser le pays dévasté à tombeau ouvert en pétaradant à moto, repeindre en rose le Sacré-Cœur en balançant 3000 litres de peinture par Canadair, éclater à grands coups de pétoire les partisans d'un insupportable philosophe germanique pédant et foireux, venger âprement ses frères d'arme tombés au combat, croiser des amazones néo-féministes armées jusqu'aux dents, jouir de la vie à fond en la brûlant par les deux bouts, mourir avec honneur, style et panache... voilà la programme de ce roman du début des années 1980!
Dans cette fable, l'ordre et l'état ont disparu en France, et des bandes armées se disputent sur des questions idéologiques, se réclamant de tel ou tel philosophe. Il s'agit d'une évocation de mai 68 et des querelles entre les différents mouvements gauchistes de l'époque. Truffé de références à la culture populaire américaine et à la vie politique et l'histoire récente française, le livre distrait par un mélange de satire et d'irrévérences. Sans non plus être un chef-d’œuvre, c'est un assez bon livre de genre, et le parallèle avec l'histoire récente ne manque pas de sel ni d'à-propos, et ce en dépit d'une bonne dose de clichés et d'une écriture plutôt banale.
Είχα διαβάσει παλιότερα την Τελευταία Παγίδα του ιδίου και μ' είχε αρέσει πολύ. Περισσότερο απ' αυτό. Οχι ότι δεν με άρεσε ο Σπινόζα που γαμάει τον Χέγκελ. Μια χαρά με φάνηκε. Πανέξυπνο το εύρημα με τις φιλοσοφικές αποχρώσεις σε αυτόν το ορυμαγδό βίας, και ιδιαιτέρως ευφάνταστα τα ονόματα των διαφόρων ένοπλων ομάδων. Ρυθμός κοφτός, χωρίς περιττά φτιασίδια. Εντούτοις το βιβλιαράκι ετούτο είναι (ίσως αναπόφευκτα) υπερβολικά στυλιζαρισμένο και μονοδιάστατο ως εκεί που δεν πάει. Μου φάνηκε κάπως επιφανειακό, σαν μια νύκτα εκτονωτικής διασκέδασης (κι αυτό δεν είναι απαραίτητα αρνητικό), σαν να βλέπεις την ταινία με τον Βενσάν Κασέλ «Συμμορία Ντόπερμαν» και να σκέφτεσαι πόσο γαμάτη και πληρέστερη ταινία ήταν το «Μίσος» όπου έπαιζε ο ίδιος. Κατάφερε να με κουράσει, παρά τις λίγες του σελίδες, και μάλιστα εκεί που δεν έπρεπε: στην κλιμάκωση λίγο πριν από το φινάλε. Αξιοδιάβαστο, όπως κι αν έχει, παρότι απευθύνεται σε πολύ συγκεκριμένο κοινό -νομίζω.
Τον Pouy τον γνώρισα με την "Εθνική 86" και φρίκαρα από το πόσο καλά έγραφε. Εδώ όμως βλέπω ένα ακραίο δυστοπικ-πανκ (όχι κυβερνοπάνκ, από αυτό απέχει) με πολλές δόσεις νουάρ. Μαύρο χιούμορ, έντονη πολιτική σάτιρα και πράγματα που δεν περιμένεις. Βιβλίο που διαβάζεται άνετα σε ένα απόγευμα. Αυτό που δεν περιμένεις όμως από τον τίτλο είναι πως ο Pouy δεν ήρθε απλά για να μας χτυπήσει με τον σκληρό ρεαλισμό (στα όρια του σουρεαλισμού) γλώσσα του. Σε αντίθεση με τον τίτλο που φαντάζει παιχνιδιάρικος και ασόβαρος, η αποκάλυψη της σημασίας του δίνει άλλη διάσταση στο έργο. Ο λυρισμός διαδέχεται την βωμολοχία αρμονικά, χωρίς να μοιάζει με κάτι το γελοίο το τελικό αποτέλεσμα. Και στο τέλος τί είναι αυτό το βιβλίο; Ένα ακραίο αλλά μεταμοντέρνο δυστοπικό νουάρ, υπερβολικά πανκ για να λατρευτεί απ' όλους αλλά αρκετά καλό για να πρέπει να διαβαστεί.
Η γαλλική noir μυθιστορηματική σκηνή αποτελεί μία από τις πιο πλούσιες πηγές δημιουργίας για το αστυνομικό μυθιστόρημα γενικότερα, έχοντας μάλιστα διαμορφώσει ανά τις δεκαετίες την δική της ταυτότητα. Ένας από τους πολυγραφότερους συγγραφείς της Γαλλίας είναι και ο Ζαν-Μπερνάρ Πουί, αν και στην Ελλάδα, τα βιβλία του που έχουν μεταφραστεί είναι μόλις πέντε, με τα δύο να εκδόθηκαν το προσφάτως αποθανόν 2018. Η αρχή έγινε με το Εθνική 86 (εκδόσεις Άγρα, 2018) και συνεχίστηκε με το γλαφυρότατο Ο Σπινόζα γαμάει τον Χέγκελ (εκδόσεις Oposito, 2018), το οποίο αποτελεί και το συγγραφικό ντεμπούτο του Ζαν-Μπερνάρ Πουί το μακρινό 1983.
Η ιστορία λαμβάνει χώρα στη Γαλλία στο κοντινό μέλλον (;), όπου η χώρα βρίσκεται σε κάποιου είδους καταστροφή, με την κοινωνία να παρουσιάζεται με έναν δυστοπικό χαρακτήρα. Η Γαλλία λοιπόν στο κλίμα αυτό φέρεται να είναι χωρισμένη στα δύο. Από τη μία έχουμε τους καλούς πολίτες οι οποίοι προσπαθούν να επαναφέρουν την παλαιά δύναμη και λάμψη της χώρας, και από την άλλη τις διάφορες αριστερές και αναρχικές ομάδες οι οποίες βρίσκονται σε έναν αδίστακτο πόλεμο μεταξύ τους.
Πρωταγωνιστής είναι ο Ζούλιους Πουέκ, ηγέτης της αναρχικής ομάδας Ένοπλης Σπινοζικής Φραξιάς (ΕΣΦ) και γνωστός στις υπόλοιπες ομάδες ως Σπινόζα. Καθ’ όλη τη διάρκεια του βιβλίου ο Σπινόζα κυνηγάει τη νέμεσή του, τον επονομαζόμενο Χέγκελ και την ομάδα του με όνομα Κάρλο Πόντι, οι οποίοι κραδαίνουν ως λάβαρο την Αισθητική κάτι που ο Σπινόζα μισεί έχοντας ως βάση την Ηθική και τον Έρωτα που τιμά ο ίδιος. Στην προσπάθεια να βρεθεί αντιμέτωπος με τον Χέγκελ, ο Σπινόζα και η ΕΣΦ θα κυνηγηθούν και θα αναμετρηθούν με πολλές ακόμα ομάδες του ευρύτερου αριστερού χώρου με ονόματα όπως Σταχάνωφ-for-ever, Ζντάνοφ, Σταλίν-Ρενώ.
Η γραφή του Πουί είναι ιδιαιτέρως βρώμικη, χρησιμοποιώντας τη βωμολοχία ως χαρακτηριστικό της κοινωνίας που τοποθετεί την ιστορία του. Ταυτόχρονα η βία είναι πάντα παρούσα, ίσως υπερβολικά ορισμένες φορές, χωρίς όμως να είναι αχρείαστη. Στην ουσία ο Πουί δημιουργεί μια κοινωνία βασισμένη σε post-punk επιρροές και μία post-apocalyptic ατμόσφαιρα του Μαΐου του ’68.
Χρησιμοποιώντας όλα τα παραπάνω συστατικά, ο Πουί πλάθει ένα σουρεαλιστικό μυθιστόρημα το οποίο βρίθει συμβολισμών για την σύγχρονη γαλλική (και όχι μόνο) κοινωνία της εποχής, καυτηριάζοντας και την αστική τάξη αλλά και τα κολλήματα του αριστερού και αναρχικού χώρου, ειδικά σε μία εποχή που επιρροές του Μαΐου του ’68 ήταν ακόμα πολύ φρέσκες. Ωστόσο η δύναμη του βιβλίου βρίσκεται στο ότι ακόμα και σήμερα, συμπεριφορές και γεγονότα που καυτηριάζονται, συνεχίζουν εν μέρει να λαμβάνουν χώρα.
Σίγουρα πρόκειται για ένα βιβλίο που η δομή του και το περιεχόμενο του δεν το καθιστούν εύκολο για όλους και για όλες τις στιγμές, και ενδεχομένως να χρειάζετα�� μια δεύτερη ή και τρίτη ανάγνωση ώστε να γίνουν κατανοητά όλα τα νοήματα που θίγει. Είναι γεγονός όμως πως με το Ο Σπινόζα γαμάει τον Χέγκελ ο Ζαν-Μπερνάρ Πουί δημιούργησε ένα πολύ ιδιαίτερο έργο που οι λάτρεις της noir και post-punk αισθητικής θα εκτιμήσουν δεόντως.
Δυο χρόνια μετά τη μεγάλη Χεσίλα, η ηθική έρχεται αντιμέτωπη με την αισθητική. Σε μια μεταποκαλυπτική Γαλλία, όπου νόμος είναι οι φατρίες και για να μπεις στη φατρία του Σπινόζα πρέπει να έχεις διαβάσει Τζόυς, Λόουρι και μερικούς ακόμα, η επιβίωση είναι θέμα αντανακλαστικών, τακτικής, στρατηγικής και τύχης. Σε ένα όμορφο μικρό παραλήρημα 130 περίπου σελίδων, θα ακολουθήσουμε τον Ζουλιούς (Σπινόζα) στην εξωφρενική του πορεία σύγκρουσης με τη συμμορία του Χέγκελ, το τέλος της οποίας θα δικαίωσει μεν τον τίτλο του βιβλίου, ο Σπινόζα θα γαμήσει τον Χέγκελ, αλλά το τίμημα είναι μεγάλο. Η Φράξια Σπινόζα ξεκληρίζεται και ο Ζουλιούς περιφέρεται μόνος σε αναζήτηση σκοπού, όταν τον τραυματίζουν και τον συλλαμβάνουν νεοφεμινίστριες, οι οποίες αισθάνονται και την ανάγκη να τον σαπακιάσουν στο ξύλο. Στη συνέχεια, στα απόνερα της ηθικής του Σπινόζα, μετατρέπεται σε σκλάβο και pet, ενώ παράλληλα φροντίζουν για την ανάρρωσή του από τα τραύματά του. Στο ημίφως της ανελεύθερης νέας του πραγματικότητας, ο Σπινόζα (που έχει γαμήσει το Χέγκελ, μόνο και μόνο για να γαμηθεί και ο ίδιος, απλώς ένα κλικ λιγότερο) βρίσκεται ξανά σε θέση να θέσει στόχους, να ονειρευτεί για τη συνέχεια και... ίσως ΣΤΕΓΝΑ! ΝΑ ΓΑΜΗΣΕΙ Ο ΣΠΙΝΟΖΑ ΤΟΝ ΧΕΓΚΕΛ ΞΑΝΑ! Ο τίτλος του βιβλίου δημιουργεί μεγαλύτερες προσδοκίες από όσες θα έπρεπε, σα να λέμε "εκδίδει επιταγή που το περιεχόμενο δεν μπορεί να καλύψει". Αλλά δεν παύει να είναι ένα χαριτωμένο παραληρηματικό βιβλιαράκι που διαβάζεται απνευστί. ΔΟΞΑ ΤΩ ΜΠΑΡΟΥΧ!
Spinoza encule Hegel peut être considérer comme le Mad Max à la française (mais bon c'était avant que Mad Max sorte comme le rappelle si bien l'auteur).
Le pitch est simple. Pour une raison inconnu, la France a subi une catastrophe quelconque et sombre dans le chaos. La Phrance se divise alors en deux : d'un coté les bons citoyens qui veulent restaurer leurs royaumes perdus et se complaire dans leurs valeurs dépassés et de l'autre nos héros sympathique hors la loi, gauchiste dirons nous (pour reprendre ce terme "péjoratif" mais si comique finalement quand il est utilisé dans la bouche d'un petit con pédant de droite) qui décident de se livrer une guerre impitoyable entre eux. L'ouvrage relate donc du point de vue de Julius chef de l'impitoyable groupe Spinoza, la traque de leur ennemi juré les hegellien. Dans un but bien précis. Les sodomiser à mort. Les noms de groupes délirants (Autognomes, Jdanov rouge, Tampax aeternam), les références absolument géniales, l'ambiance du livre un mai 68 apocalyptique, les actes de rebellions orgasmiques, la plume hallucinée de l'écrivain, la narration agressive-explosive-incisive (pour l'instant j'ai plus de mots qui se finissent en ve, un roman inclassable (thriller? Post-nuke? Cyberpunk?)
Bref t'en as marre de l'ordre. Et bien lit ce livre.
J'ai pas aimé. Je ne l'ai fini guère que parce que c'est pas bien long. - Si je comprends bien, ça se veut punk. Il suffit pas d'être violent et grossier pour être punk. C'est pas punk ce livre, c'est juste violent et grossier. - La référence aux philosophies tout au long du bouquin me fait penser qu'il faut avoir une connaissance assez fine desdites philosophies pour apprécier le livre. C'est nul. Je n'ai aucune connaissance académique en matière de philosophie, ça veut pas dire que je peux pas ou ne veux pas comprendre, mais apparemment, je sais pas, c'est punk de pas expliquer les choses? Grr. Et puis la vision de fin du monde de l'auteur me consterne. M'en vais plutôt relire Station Eleven tiens.
Μια προσεκτικά (;) καλυμμένη μετωπική αντιπαράθεση στην ισχνή δημοκρατική Γαλλία του σήμερα, ιδωμένη μες από τα μάτια και τις περιπέτειες του αρχηγού μιας συμμορίας, κάποια στιγμή στο μέλλον, το κατεστραμμένο -από εμάς;- μέλλον (μας)... Ως μελλοντολογικό noir, ενδιαφέρον... Ως φωνάσκουσα προσπάθεια αφύπνισης, ίσως περισσότερο ενδιαφέρον... Η ιδεολογία μου απέναντι στη δική σου... Θα σε φάω πριν με φας... Θα νικήσει ο ικανότερος ή ο δυνατότερος;
Από τις εκδόσεις Oposito, κυκλοφόρησε πριν μερικούς μήνες το πρώτο βιβλίο του γνωστού Γάλλου συγγραφέα, Ζαν Μπερνάρ Πουί με τον προκλητικό τίτλο «Ο Σπινόζα γαμάει τον Χέγκελ». Τοποθετείται σε έναν κόσμο μετά από άγνωστης φύσης καταστροφή που άφησε τη Γαλλία ερειπωμένη και διέλυσε όλους τους κρατικούς θεσμούς.
Αν και ο συγγραφέας ποτέ δεν μας δίνει λεπτομέρειες για την καταστροφή, από τις πρώτες σελίδες καταλαβαίνουμε ότι τίποτα δεν είναι όπως πρώτα · οι επιζήσαντες έχουν απαρνηθεί τις νόρμες της κοινωνίας πριν την καταστροφή και διαχειρίζονται το τραύμα και το σοκ με έναν ιδιαίτερο τρόπο.Στο μετα-αποκαλυπτικό σκηνικό, χιλιάδες άνθρωποι οργανώνονται σε περίεργες ομάδες με ευφάνταστα ονόματα που τα δανείζονται από φιλοσόφους, καλλιτέχνες, επαναστάτες και οτιδήποτε μπορεί να φανταστεί κανείς. Οι «Μαύροι Πάνεκεκ», οι «Σοβιετικοί Ραδιενεργοί» και πολλές ομάδες με παρεμφερή ονόματα οπλίζονται και ξεχύνονται σε ένα πανηγύρι βίας και ασταμάτητων αιματηρών συγκρούσεων χωρίς συγκεκριμένο στόχο.
Μεταξύ αυτών και ο πρωταγωνιστής, ο Ζούλιους Πουέκ, που αποφασίζει να πορευθεί με το ψευδώνυμο Σπινόζα και να συγκροτήσει την Ένοπλη Σπινοζική Φράξια. Μετά από μερικές μάχες, αποφασίζει ότι ο μέγιστος εχθρός του είναι η αντίπαλη ομάδα των Νέων Χεγκελιανών και έτσι ξεκινάει ένα κυνηγητό ανάμεσα στα ερείπια της Γαλλίας με μόνο σκοπό την (αλληλο)εξόντωση. Ενώ οι διάφορες ομάδες σφάζονται ανελέητα μεταξύ τους, το κάνουν χωρίς μίσος, μοιραζόμενοι μία αμοιβαία εκτίμηση για το πάθος για ζωή, για τη διάθεση να εκμεταλλευτούν με αυτό τον τρόπο την ευκαιρία που τους δόθηκε. Ο «Σπινόζα» σκοτώνει αλλά δεν απεχθάνεται ούτε μισεί · αυτά τα αισθήματα τα κρατάει για όσους ονομάζει «νεόμπατσους», για τις ομάδες πολιτών που οργανώνονται με στόχο να ξαναστήσουν τον κρατικό μηχανισμό και να επιβάλλουν την τάξη στο χάος. Δεν θέλει να γυρίσει σε μία προηγούμενη εποχή γεμάτη με «κενές και άγονες διασκεδάσεις… τότε που βγαίναμε τα σαββατόβραδα και πείθαμε τους εαυτούς μας πως διασκεδάζαμε». Μία άγρια χαρά συνεπαίρνει τον πρωταγωνιστή και τους συνοδοιπόρους του που χορεύουν στα ερείπια του πολιτισμού και της οργανωμένης κοινωνίας, επιδιώκοντας να ζήσουν αυτή την ευκαιρία μέχρι θανάτου.
Ο Πουί στήνει μία ιδιαίτερη ιστορία αντλώντας από ετερόκλητα συστήματα για να φτιάξει κάτι μοναδικό. Είναι εμφανές ότι εμπνέεται από το πλήθος αριστερίστικων ομάδων του Μάη του ’68 για το χαοτικό μοντέλο των δικών του «συλλογικοτήτων». Πολύ περισσότερο φαίνεται να εμπνέεται από την αδυναμία των γεγονότων του Μάη να αλλάξουν συνολικά τις δυτικές καπιταλιστικές κοινωνίες. Έτσι μας δίνει ανθρωπότυπους που εγκατέλειψαν την ελπίδα της κοινωνικής επανάστασης και τους έμεινε ο φετιχισμός της βίας και η απόλαυση της καταστροφής των καταπιεστικών θεσμών, ακόμα και αν αυτή η καταστροφή δεν προήλθε από τη συνειδητή δράση του λαού.
Ταυτόχρονα, ο Πουί εντάσσεται στην άνοδο της δυστοπικής μετα-αποκαλυπτικής φαντασίας στη δεκαετία του ’80. Σαφώς επηρεασμένος από τη 2η ταινία της σειράς Mad Max που κυκλοφόρησε το 1981, προχωράει στη λογοτεχνική εκδοχή της μείξης γουέστερν με επιστημονική φαντασία, βαδίζοντας στα χνάρια της ταινίας-ορόσημο του Miller. Οι συγκρούσεις των ομάδων περιγράφονται σαν μονομαχίες σε πόλεις της Άγριας Δύσης ενώ ο πρωταγωνιστής έχει απαρνηθεί την προσκόλληση στα υλικά αγαθά με μόνη εξαίρεση ένα ζευγάρι μπότες από δέρμα φιδιού, το πιστόλι του και τη μηχανή του — κατά αναλογία της αγάπης του περιπλανώμενου καουμπόη για το όπλο και το άλογο του. Από την μετα-αποκαλυπτική επιστημονική φαντασία, ο Πουί δανείζεται τις εικόνες της περιπλάνησης σε ένα κόσμο όπου το οδικό δίκτυο και ο ιστός των πόλεων έχουν χάσει τη σημασία τους, οδηγώντας σε μία ιδιαίτερη διεύρυνση της αντίληψης των ανθρώπων για το ταξίδι. Όπως οι εχθροί του Mad Max περιπλανώνται στην έρημο της Αυστραλίας και προκαλούν ανούσιες συγκρούσεις, αντίστοιχα η Ένοπλη Σπινοζική Φράξια γυρνάει στη γαλλική επαρχία, αναζητώντας πιθανούς εχθρούς ενώ περιφρονεί τις προσπάθειες να ξαναστηθεί ο αστικός ιστός. Είναι και αυτό ένα βασικό κομμάτι της ελευθερίας σε έναν κόσμο χωρίς συμβάσεις.
Φυσικά, αυτό το ταξίδι που αναζητά συγχρόνως την ελευθερία και τον θάνατο είναι γεμάτο αντιφάσεις, όπως ακριβώς οι χαρακτήρες που επιδίδονται σε αυτό. Ντύνουν με πολιτικές και φιλοσοφικές σημαίες τις διάφορες ομαδοποιήσεις αλλά αδιαφορούν πλήρως για μία αναγέννηση της φιλοσοφίας, είναι χυδαίοι και σεξιστές, βρίζουν προσπαθώντας να προσβάλλουν τον ανδρισμό του εκάστοτε αντιπάλου τους — ο ίδιος ο τίτλος του βιβλίου είναι πολεμική ιαχή πριν την τελική μάχη. Την ίδια στιγμή, οι περισσότεροι έχουν γίνει ομοφ��λόφιλοι σε έναν κόσμο όπου οι γυναίκες απουσιάζουν και βιώνουν με έναν ποιητικό τρόπο την απώλεια του κάθε συντρόφου τους. Βιώνουν διαρκώς ένα αδιέξοδο: γνωρίζουν ότι η γιορτή της βίας σύντομα θα τελειώσει, δεν θέλουν να γυρίσουν στην κοινωνική οργάνωση όπως τη γνώρισαν ούτε μπορούν, όμως, να διανοηθούν ένα νέο βιώσιμο τρόπο ζωής. Με αυτό τον τρόπο, οι χαρακτήρες του Πουί είναι ακραίοι σε ό,τι κάνουν, ακατανόητοι από πολλές απόψεις αλλά βαθιά ανθρώπινοι, πνιγμένοι μέσα σε αδιέξοδα που αναγνωρίζουμε — ακόμα και αν δεν τα αντιμετωπίζουμε με αυτό τον τρόπο.
Δεν υπάρχει λόγος όμως να τους λυπηθούμε γιατί, όπως λέει και ο πρωταγωνιστής, ο «Σπινόζα»:
«βρήκα μία ρωγμή, βίωσα μία ρωγμή κι είμαι ευτυχής που την απόλαυσα μέχρι θανάτου»
Το βιβλίο ήθελα να το διαβάσω καιρό και είχα τον πήχη των προσδοκιών ψηλά. Νομίζω ότι αν η ονοματοδοσία των ομάδων ήταν διαφορετική και εξέλειπαν οι πολιτικές αναφορές θα ήταν ένα πολύ μετριο βιβλίο. Ακόμη και το πολιτικό υπόβαθρο δεν "χτίζεται" κάπως, απλά συρράπτεται σε μια cyberpunk αισθητική. Σπασμωδικό, επαναλαμβανόμενο, παρανοϊκό (αυτό του βγαίνει σε καλό). Διαβάζοντας το μετά από την 'Κοκκινη Μασσαλία" και με μια στίβα του Φαζαρντι να με περιμένει, μου φάνηκε κατώτερο των προσδοκιών που μου δημιούργησε ο τίτλος. Λόγω μεγέθους θα του δώσω μια ακόμη ευκαιρία στο μέλλον περιμένοντας να ανακαλύψω κάτι που μπορεί να μην βλεπω τώρα.
Βρισκόμαστε σε μια μετα-αποκαλυπτική Γαλλία, όπου, μετά τη «μεγάλη χεσίλα», μια άγνωστη καταστροφή που διέλυσε τους πυλώνες της κοινωνίας, αναρχικές συμμορίες κυκλοφορούν και αναλώνονται σε μια ατέρμονη μάχη μεταξύ τους.
Πρωταγωνιστής είναι ο Ζουλιούς, γνωστός και ως Σπινόζα, λάτρης της Ηθικής και του Έρωτα και αρχηγός της Ένοπλης Σπινοζικής Φράξιας, που έχει σκοπό να εξολοθρεύσει τη συμμορία των χεγκελιανών που ακολουθούν την Αισθητική του Χέγκελ.
Υπέροχη ιστορία γεμάτη με τον πολύ περίεργο συνδυασμό πανκ και φιλοσοφίας. Η κοινωνία όπως είναι γνωστή σήμερα δεν υπάρχει, το μόνο που επικρατεί είναι το χάος των συμμοριών και ο συνεχής πόλεμος μεταξύ τους. Οι πρωταγωνιστές είναι ερωτευμένοι με αυτή την «ελευθερία» και την ηδονή της μάχης και της επικείμενης κυριαρχίας (ή θάνατο) που αυτή θα επιφέρει, ακολουθώντας όμως την συγκεκριμένη ιδεολογία του φιλοσόφου στον οποίο πιστεύουν. Το βιβλίο είναι γεμάτο φιλοσοφικές αναφορές, πολιτική σάτιρα και χιούμορ. Ο πρωταγωνιστής καταφέρνει να είναι και ωμά ρεαλιστής και ρομαντικά φιλοσοφικός, όντας ταυτόχρονα ομοφυλόφιλος και γεμάτος τοξική μάτσο αρρενωπότητα.
Είναι μικρό και νομίζω ανήκει στην κατηγορία βιβλίων που το παίρνεις στην παραλία και καταλήγεις να μην σηκώνεσαι από την ξαπλώστρα μέχρι να το τελειώσεις, καθώς ο ρυθμός είναι φρενήρης με τα γεγονότα να εκτυλίσσονται με καθηλωτική ταχύτητα.
Ειδική μνεία πρέπει να γίνει και στον Ζήση Αϊναλή, του οποίου η μετάφραση είναι εξαιρετική. Πολλές φορές αναρωτήθηκα πώς και γιατί επέλεξε μια συγκεκριμένη λέξη (ένα απλό παράδειγμα, η λέξη «κλασομπανιέρα» αλλά και τα υπέροχα ονόματα των διάφορων συμμοριών, όπως οι «Τροτσ-Κύστες»).
Καθώς διάβαζα τις σκηνές που εκτυλίσσονται στο βιβλίο, στο μυαλό μου τις φαντασιωνόμουν γκρι και ασπρόμαυρες. Γι’αυτό το λόγο, νομίζω πως θα γινόταν εξαιρετική νουάρ ταινία
Jean-Bernard Pouy est un auteur de roman noir, policier, à part. Son style est inimitable, ses histoires sont à la fois noires, populaires avec un brin d'humour. Ce n'est pas sans raison qu'il créa la regrettée maison d'édition Baleine et un héros que j'affectionne particulièrement, Gabriel Lecouvreur alias Le Poulpe.
Spinoza encule Hegel est son premier roman qu'il présente comme une oeuvre courte visant à expliquer les manifestations de Mai 68 (son côté arnar ressort un peu) sans sombrer dans la dissertation d'histoire.
Le moins que l'on puisse dire c'est que sur ce dernier point, c'est très réussi. Par contre de là à comprendre qu'il s'agit de cette période de l'histoire, il est préférable d'être au courant et de bien maîtriser cet épisode.
J'avoue que la plume de l'auteur est dans le présent roman un peu trop brut, titi parisien, à mon goût et ne facilite pas la projection du lecteur dans l'histoire.
Σε ένα μετα-αποκαλυπτικό σκηνικό μίας Γαλλίας σε αποκαθήλωση, οι κάθε λογής ιδεολογικές σέκτες επιδίδονται σε έναν αχαλίνωτο και οργισμένο συμμοριτοπόλεμο. Πρωταρχικό κίνητρο μοιάζει να είναι η μονομανία της ιδεολογικής στράτευσης με σκοπό την οριστική απαλοιφή όλων των αντιπάλων. Η ετσι-θελική επικράτηση με γκανστερικούς όρους και βωμολοχία που δεν επιτυγχάνεται τελικά, αφού το Κράτος νικά πάλι γιατί πολεμάται με τα ίδια όπλα ξανά και ξανά. Όμως, ο ήρωάς μας βάζει μυαλό. Η Ηθική & ο Έρωτας θα αντεπιτεθούν πιο οργανωμένα και πιο συνειδητά την επόμενη φορά και ίσως τότε αυτό που θα προκύψει να μην είναι η ίδια μονότονη και αποχαυνωτική επανάληψη.
Καταιγιστική δράση, πτώματα παντού, μηχανές, ναρκωτικά, όπλα και όλοι εναντίον όλων με φόντο μια Γαλλία μετά την καταστροφή. Το κράτος έχει καταρρεύσει (αλλά προσπαθεί να ξαναστήσει μηχανισμούς εξουσίας) και στο δρόμο ολιγομελείς συμμορίες με πραγματικά καταπληκτικά ονόματα συγκρούονται χωρίς άλλο στόχο πέρα από την ικανοποίηση της σύγκρουσης. Γρήγορη, πολλές φορές αστεία κι άλλες γλυκόπικρη, φουτουριστική πανκ νουαρ ιστορία που βάζει πολλά θέματα. Τόσα που ώσπου να τα σκεφτείς το βιβλίο έχει τελειώσει. Η συνέχεια στο επόμενο.
Ιδιαίτερο βιβλίο ικανό να σου καθαρίσει την αναγνωστική παλέτα αν έχεις σιχαθεί να διαβάζεις τα ίδια και τα ίδια. Μαύρο χιούμορ, πολιτική σάτιρα κι από βωμολοχίες θα χορτάσεις.