Η τρίτη περιπέτεια της Μία Κρούγκερ και του Χόλγκερ Μουνκ, αν και ενδιαφέρουσα όπως και οι δυο προηγούμενες, κατά κάποιον τρόπο αφήνει μια αίσθηση βιασύνης και αταξίας. Στο κείμενο ξεχωρίζεις μιαν αρχή, μια μέση κι ένα τέλος, ωστόσο είναι αρκετά δυσανάλογα μεταξύ τους και, πολλές φορές, αφήνουν αναπάντητα ερωτήματα που δεν είναι σίγουρο ότι ο αναγνώστης θα μπορέσει να επιλύσει μονάχα με την λογική του.
Όταν μια νεαρή μπαλαρίνα εντοπίζεται νεκρή από έναν ψαρά, προκύπτουν διάφορα στοιχεία που φαίνεται να μην ταιριάζουν, όχι μόνο μεταξύ τους αλλά και σε σχέση με το θύμα. Παράλογα μεγάλος αριθμός γενετικών καταλοίπων, παράδοξα σκηνοθετημένο έγκλημα και, τέλος, μια φωτογραφική μηχανή χωρίς κάρτα μνήμης και μ' έναν αριθμό χαραγμένον στο φακό της. Σύντομα ακολουθούν κι άλλες δολοφονίες με τα ίδια χαρακτηριστικά, με τον αριθμό που χαράσσεται στον φακό της φωτογραφικής μηχανής να είναι μεν μεγαλύτερος από τους προηγούμενους, αλλά όχι και η λογική συνέχεια εκείνων των οποίων έπεται. Και ενώ η έρευνα αλλά και οι φόνοι συνεχίζονται, η αστυνομία συνειδητοποιεί ότι έχει να κάνει μ' έναν δράστη πολύ μεγαλύτερου βεληνεκούς απ' ό,τι είχε στην αρχή προβλέψει, με αποτέλεσμα η νορβηγική κυβέρνηση να έρθει στα πρόθυρα του να ανακηρύξει πως το κράτος βρίσκεται σε κατάσταση εθνικής επιφυλακής.
Νομίζω ότι η μετάφραση είναι ένας από τους λόγους που το κείμενο έχει χάσει την μαγεία του. Κρίνοντας από φράσεις που μεταφράζονται αυτολεξεί αποδίδοντας μια σημασία διαφορετική απ' αυτήν που μάλλον θα έπρεπε να έχει η πρόταση λόγω της στεγνής κυριολεξίας τους, καθώς και από διαλόγους που δεν βγάζουν πολύ νόημα, φαίνεται σαν η μεταγλώττιση να έγινε βιαστικά και χωρίς πολλή προσοχή. Επιπλέον, σε ορισμένα σημεία το διαλογικό κομμάτι, αν και σε μορφή στιχομυθίας, όντως είναι δύσκολο να διατηρήσει μια συνοχή, κι αυτό σίγουρα δεν είναι λάθος του επαγγελματία που ανέλαβε την μετάφραση. Τέλος, όσον αφορά στην πλοκή, το πρόσωπο που εν τέλει καταλήγει να είναι υπεύθυνο για όλες τις δολοφονίες απλώς εμφανίζεται από το πουθενά, φαίνεται σαν να έχει απλώς επιλεγεί στην τύχη και σαν να μην κολλάει ακριβώς στην ιστορία. Η κλιμάκωση στα τελευταία κεφάλαια είναι πολύ συγκεχυμένη και χωρίς ιδιαίτερες εικόνες και συναισθήματα, ενώ ολοκληρώνεται πολύ γρήγορα, πολύ απότομα και χωρίς πολλές εξηγήσεις. Πολλά ερωτήματα αφήνονται αναπάντητα και μερικές παραπλανητικές πληροφορίες δεν σχολιάζονται, κι ας αναφέρθηκαν ως σημαντικές στα πρώτα κεφάλαια του μυθιστορήματος. Ας πούμε, πώς κατέληξε ο πρώτος βασικός ύποπτος στην κατάσταση που τον βρήκε η αστυνομία; Τι απέγινε και ποια ήταν η γυναίκα με το πράσινο κασκέτο, και τι σχέση είχε με τον δράστη και την διάπραξη των φόνων; Ποια ήταν η σχέση των θυμάτων με τον δολοφόνο και πώς επιλέχτηκαν (γιατί με το πρώτο θύμα είχε σίγουρα μια σχέση, οπότε κάτι πρέπει να τον συνδέει και με τα επόμενα); Πώς είναι δυνατόν η Μία, που γνώριζε τον δράστη, να μην τον αναγνώρισε από τα σκίτσα και τις φωτογραφίες της αστυνομίας;
Γενικώς, αν και η πλοκή ήταν πολύ ενδιαφέρουσα, η εκτέλεση ήταν κάπως επιπόλαιη, απογοητευτική. Τα δύο προηγούμενα βιβλία της σειράς με είχαν πραγματικά ενθουσιάσει, γι' αυτό και περίμενα πολλά περισσότερα από τον συγκεκριμένο συγγραφέα. Αν οι προσδοκίες μου δεν ήταν τόσο υψηλές λόγω του πρώτου και του δεύτερου βιβλίου της σειράς, το Αγόρι στο Χιόνι θα μου είχε κάνει σίγουρα μεγαλύτερη εντύπωση· ωστόσο μου φαίνεται πως σε σχέση με τα άλλα αυτό είναι το πιο αδύναμο, και μάλιστα με αξιοσημείωτη διαφορά.