Ο Μιχάλης Μπουζιάνης, διάσημος συγγραφέας, βρίσκεται στη δίνη μιας πολύπλευρης προσωπικής κρίσης: καλείται να αντιμετωπίσει τον πανικό της μέσης ηλικίας, να αποδεχτεί ένα επώδυνο διαζύγιο και να βρει διέξοδο από το εντεινόμενο συγγραφικό μπλοκάρισμα που τον βυθίζει προοδευτικά στην απόγνωση.
Ο ξαφνικός θάνατος του πατέρα του κι ένα οικογενειακό μυστικό θα κλονίσουν πολλές από τις βεβαιότητες της ζωής του και θα τον στείλουν σ’ ένα συναρπαστικό ταξίδι αυτογνωσίας από τη Νέα Υόρκη στην Αθήνα και ξανά πίσω.
Η Θεραπεία των αναμνήσεων είναι ένα μυθιστόρημα για την τζαζ, το χιούμορ, τη δύσκολη σχέση πατέρα-γιου, τη μετανάστευση στην Αμερική, τα γηρατειά, τη λειτουργία της μνήμης και την ελευθερία επιλογής απέναντι σε οικογενειακούς, εθνοτικούς και κοινωνικούς καταναγκασμούς. Κυρίως, όμως, είναι ένα βιβλίο για την αναζήτηση ταυτότητας και τα καλά κρυμμένα μυστικά του καθενός μας.
Ο Χρήστος Αστερίου γεννήθηκε το 1971 στην Αθήνα. Έχει δημοσιεύσει την συλλογή διηγημάτων "Το γυμνό της σώμα και άλλες παράξενες ιστορίες" (Πατάκης 2003) και τα μυθιστορήματα "Το ταξίδι του Ιάσονα Ρέμβη. Μια αληθινή ιστορία" (Πατάκης 2006) και "Ίσλα Μπόα" (Πόλις, 2012). Επιμελήθηκε τις επιστολές του Δ.Π. Παπαδίτσα προς τον Ε.Χ. Γονατά "Να μου γράφεις έστω και βαδίζοντας" (Πατάκης 2001) και μετέφρασε λογοτεχνικά και φιλοσοφικά βιβλία από τα γερμανικά (Κρίστα Βoλφ, Χανς-Γκέοργκ Γκάνταμερ). Διηγήματά του έχουν συμπεριληφθεί σε διάφορες θεματικές ανθολογίες κι έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, στα γερμανικά, στα ιταλικά και στα σέρβικα.
Είχα καιρό να διαβάσω ελληνικό μυθιστόρημα που να μου αποπνέει τέτοια φρεσκάδα, Πολύ ευχάριστη έκπληξη δεδομένου ότι το βιβλίο βρέθηκε εντελώς κατά τύχη στα χέρια μου. Είχα μόνο ακουστά χωρίς όμως να έχω διαβάσει το προηγούμενο βιβλίο του Αστερίου το Ίσλα Μπόα και μάλιστα το έβλεπα πολύ τακτικά μπροστά μου όμως τελικά ήταν τυχερό το τελευταίο βιβλίο του συγγραφέα να πέσει στα χέρια μου. Εξαιρετικά ευφυές , πρωτότυπο. Βασικά ψέματα το θέμα καθόλου πρωτότυπο δεν είναι μάλλον χιλιοειπωμένο θα το έλεγες και προβλέψιμο μέχρι το τέλος του όμως όπως έχω ξαναπεί η ποιότητα ενός βιβλίου δεν μετράται πάντα από την πρωτοτυπία του αλλά από την ικανότητα του συγγραφέα να σου παρουσιάσει κάτι φρέσκο μέσα από μια ήδη γνωστή ιδέα. Δεν είναι και πολύ εύκολο να το διαχειριστείς ώστε η αφήγηση σου να είναι ενδιαφέρουσα και θελκτική για τον αναγνώστη. Η θεραπεία των αναμνήσεων λοιπόν είναι ένα εσωτερικό ταξίδι αυτογνωσίας για τις ανοιχτές πληγές του παρελθόντος, ένα ταξίδι μνήμης για τον κεντρικό ήρωα, ένα μεσήλικα συγγραφέα ο οποίος βιώνει ένα συγγραφικό μπλοκ καθώς και λοιπές απογοητεύσεις , μια δύσκολη σχέση με τον πατέρα του. Στο ταξίδι αυτό των αναμνήσεων θα συμπαρασύρει τον αναγνώστη. Σαν γυναίκα βρήκα πολύ ενδιαφέρον να γνωρίσω λίγο τον τρόπο σκέψης και αντιμετώπισης μιας σκορπισμένης ζωής από έναν άντρα. Να θυμηθώ να διαβάσω και Ισλα Μπόα. Πρώτη επαφή, πρόσημο θετικό.
«Υπάρχουν άνθρωποι γερασμένοι πριν την ώρα τους, άνθρωποι αλλοιωμένοι από τη μακρά έκθεση στο οξυγόνο, άνθρωποι που ωριμάζουν διατηρώντας σε μεγάλο βαθμό την καταστατική συνθήκη της μορφής τους, ακόμη κι αν τα γηρατειά τους επιτίθενται με βιτριολικό μένος. Σε ποια ηλικία είμαστε ο πραγματικός μας εαυτός; Ποιο από τα χιλιάδες αποτυπώματά μας θα επιλέγαμε, άραγε, αν μας φωτογράφιζαν καθημερινά; Μια άγουρη πόζα της παιδικής ηλικίας όταν η λάμψη του δέρματος μαρτυρά πως όλα είναι εν αναμονή; Μια στιγμή της πρώτης ωριμότητας απ' την οποία έχουμε τόσο απομακρυνθεί πλέον; Ή μια άποψη των ύστερων χρόνων με την οριστικότητα, το μεγαλείο και την τραγικότητα της παρακμής τους;»
Με λίγους μήνες καθυστέρηση σε σχέση με την κυκλοφορία του βιβλίου, το αγόρασα αφού πείστηκα από κάποιες κριτικές δεξιά και αριστερά, και δεν άργησα να το πιάσω στα χέρια μου, γιατί στη βράση κολλάει το σίδερο. Λοιπόν, πρόκειται για ένα εξαιρετικά καλογραμμένο και οξυδερκές μυθιστόρημα, έστω αν φαινομενικά η πλοκή είναι κάπως ασταθής και ο συγγραφέας αλλάζει θέμα στη μέση του βιβλίου (μερικοί μπορεί να αποπροσανατολιστούν, εγώ πάλι δεν είχα πρόβλημα). Η γραφή είναι πραγματικά απολαυστική και γεμάτη αυτοπεποίθηση, ικανή να δημιουργήσει στον αναγνώστη εικόνες και ποικίλα συναισθήματα. Ο συγγραφέας μέσω της πλοκής και του κεντρικού χαρακτήρα του, ασχολείται με ζητήματα ταυτότητας που απασχολούν τον κάθε άνθρωπο. Επίσης, δεν γίνεται να μην αναφέρω ότι σε μερικές στιγμές νόμιζα ότι διάβαζα ένα βιβλίο του Φίλιπ Ροθ ή ακόμα και του Πολ Όστερ, και όχι το βιβλίο ενός Έλληνα συγγραφέα που δεν γνώριζα, κάτι που μόνο ως θετικό μπορεί να το εκλάβει κανείς, μιας και πρόκειται για δυο εξαιρετικούς συγγραφείς. Φυσικά ο Αστερίου έχει το δικό του στιλ, τον δικό του τρόπο γραφής, απλά μου έκανε εντύπωση η σιγουριά που έβγαζε στην αφήγησή του. Πολύ πιθανόν στο μέλλον να αναζητήσω και άλλα βιβλία του συγγραφέα.
Είχα καιρό να διαβάσω ένα πραγματικά εξαιρετικό ελληνικό μυθιστόρημα. «Η θεραπεία των αναμνήσεων» του Χρήστου Αστερίου, επτά χρόνια μετά το πολύ πετυχημένο «Ίσλα Μπόα», είναι ένα ζηλευτό βιβλίο, με βάθος και συναίσθημα, ρυθμό και πλοκή. Εκκινεί αργά, παίρνει το χρόνο του στην αφήγηση, χτίζει τον ήρωα του και τελικά καταδύεται στα ενδότερα της ανθρώπινης ύπαρξης και φτάνει σε ερωτήματα ταυτότητας που απασχολούν όλους μας. Μα κυρίως αναρωτιέται, «υπάρχει κανένας που να ξέρει πραγματικά τους γονείς του;».
Πρωταγωνιστής είναι ο Μάικ Μπουζιάνης, επιτυχημένος συγγραφέας στην Αμερική, που ξεκίνησε ως stand up comedian και κατέληξε κωμικός συγγραφέας. Τον βλέπουμε σε μια φάση της ζωής του που όλα καταρρέουν, βιώνει ένα άσχημο διαζύγιο, δεν μπορεί να γράψει τίποτα κι έχει αρχίσει να εξαρτάται από το ποτό. Σε μια μεγάλη παρουσίαση για χάρη του, καταρρέει μπροστά σε όλους και πέφτει. Από κει ξεκινά η άνοδος, αρχίζει να διδάσκει δημιουργική γραφή, βρίσκει έναν νέο έρωτα κι επικεντρώνεται στη ζωή του κι όχι των άλλων. Γράφει τη δική του ιστορία πια, διερευνά τη σχέση του με την οικογένεια, τον εαυτό, την πατρίδα, τον πατέρα. Και ανακαλύπτει πράγματα που δεν ήξερε, για τους γονιούς αλλά κυρίως για τον ίδιο.
Θα μπορούσε να χαρακτηρίσει κανείς τη Θεραπεία των αναμνήσεων ως ένα ταξίδι αυτογνωσίας, αλλά μάλλον η ταμπέλα θα αδικούσε το βιβλίο που είναι πολυεπίπεδο και σε σημεία στοχαστικό. Μου φαίνεται πως πιο πολύ από όλα το χαρακτηρίζει το παιχνίδι από όπου πήρε τον τίτλο του: για να θεραπεύσουν τους ανοϊκούς ασθενείς, οι ψυχίατροι στήνουν ένα γαϊτανάκι αναμνήσεων, αντικείμενα, φωτογραφίες, ανθρώπους, μήπως βοηθήσουν τη μνήμη. Έτσι κι αυτό το μυθιστόρημα, δεν είναι ένα παιχνίδι νοσταλγίας, είναι μια λειτουργική άσκηση μνήμης. Πρόκειται για ένα βιβλίο που χτυπάει τον αναγνώστη ακριβώς εκεί που πονάει, στη μεγάλη αναντιστοιχία ανάμεσα στην εξωτερική πραγματικότητα κι αυτό που αισθανόμαστε μέσα μας. Ο Μάικ Μπουζιάνης, που στην αρχή του μυθιστορήματος φαίνεται να διακατέχεται από όλη την ματαιότητα που μας υπαγορεύει η σύγχρονη ζωή σιγά σιγά μεταμορφώνεται, όχι μόνο από το εσωτερικό του ταξίδι, αλλά γιατί αναγκάζεται να διερευνήσει τις ρίζες του, να ασχοληθεί με τους γονείς του, με την κόρη του, με μια νεαρή γυναίκα που τον αγαπά. Όλα όσα πρωτύτερα του φαίνονταν επιφανειακά και δίχως νόημα, τώρα σπάζει το κέλυφος και βλέπει τον πυρήνα τους.
Το χιούμορ και η μουσική δίνουν ρυθμό στην ανάγνωση, η αφήγηση είναι τελείως φυσική, η γλώσσα είναι όσο πρέπει λιτή και αποστασιοποιημένη, κάποιες σκηνές θαρρείς πως τις έχουν γράψει σπουδαίοι ξένοι συγγραφείς- όπως ο Ροθ ή ο Όστερ. Διάβασα τη Θεραπεία των αναμνήσεων λαίμαργα, και τώρα κάπως σαν να μετάνιωσα που τελείωσε, ήθελα κι άλλο. Κι αυτό είναι ένα από τα μεγαλύτερα κοπλιμέντα που μπορεί να κάνει ένας αναγνώστης σε ένα βιβλίο, να μην θέλει να τελειώσει, να συνεχίσει να επιθυμεί να βρίσκεται στον κόσμο του.
Εκπληξη! Ευχάριστη έκπληξη! Αυτό ένιωσα προσπαθώντας να μπω στο βιβλίο. Καταπληκτική γραφή, μπορεί να μπερδέψει κάποιους αναγνώστες αλλά το δεύτερο μισό του βιβλίου είναι υπέροχο!
4,5 αστέρια! Από τα πιο αξιόλογα μυθιστορήματα της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας, μαζί με τους Δενδρίτες της Κάλλιας Παπαδάκη (και τα δύο αφορούν την μετανάστευση στην Αμερική).
Η Θεραπεία των Αναμνήσεων, το νέο μυθιστόρημα του Χρήστου Αστερίου, δανείζεται τον τίτλο του από την «θεραπεία δι’ αναμνήσεων» τ��ς άνοιας, «μια μη φαρμακευτική παρέμβαση ανάκτησης της χαμένης μνήμης μέσω γεγονότων και εμπειριών από το παρελθόν του ανθρώπου που έρχονται στην επιφάνεια για να του θυμίσουν ότι είναι εδώ και υπάρ��ει». Ο Μάικ-Μιχάλης Μπουζιάνης συγγραφέας κωμικής λογοτεχνίας, πρώην stand up comedian, παιδί μεταναστών στις ΗΠΑ, Έλληνας κατά το ήμισυ, Ιρλανδός κατά το άλλο μισό, καταρρέει κατά τη διάρκεια μιας εκδήλωσης, αφιερωμένης στην 25η επέτειο της εμφάνισής του στα αμερικανικά γράμματα.
Μόλις έχει ξεκινήσει μια περιπέτεια εντός της οποίας έρχεται αντιμέτωπος με την κρίση της μέσης ηλικίας, το διαζύγιο και ένα συγγραφικό αδιέξοδο, όλα αφορμές που τον ωθούν στην αναμόχλευση του παρελθόντος του, εκεί όπου ενεδρεύουν δύσκολες αναμνήσεις και οικογενειακά μυστικά. Το παρελθόν κρύβει πληγές που παραμένουν ανοιχτές και βεβαίως την σχέση με τον μετανάστη πατέρα του, κομβική όπως αποδεικνύεται για τον ήρωα που στο τέλος παραδέχεται την ομοιότητά τους: «Μου πήρε χρόνο να το καταλάβω. Η ευθεία γραμμή του αίματος. Όσο κι αν θέλει κανείς να ξεφύγει, δεν είναι δυνατό».
Στο καταληκτικό τρίτο μέρος του βιβλίου ο Μιχάλης Μπουζιάνης έρχεται στην Ελλάδα. Μια υπό διαμόρφωση νέα ταυτότητα, μια νέα οικείωση με την πατρίδα, την απώλεια, τα γηρατειά, τη συγγραφή και την μνήμη, ξεκινούν.
Σελίδα τη σελίδα, όσο αποκαλύπτεται το δραματικό υπέδαφος του βίου ενός ανθρώπου που είναι ταγμένος στην κωμική πλευρά της ζωής, γίνεται αντιληπτό γιατί ο συγγραφέας τοποθετεί εμβληματικά στη σελίδα 7, αμέσως μετά τον τίτλο, τη φράση του Μπέκετ (από το «Τέλος του Παιχνιδιού»), «Δεν υπάρχει τίποτα πιο αστείο από τη δυστυχία».
Το μυθιστόρημα του Χρήστου Αστερίου «Η Θεραπεία των αναμνήσεων» κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πόλις.
Αυτό που ενοχλεί περισσότερο στη γραφή του Αστερίου είναι η υπερβολική, μέχρι χειρουργικής αποστείρωσης χρήση της γλώσσας. Ολες οι φράσεις αραδιάζονται με τόση στρογγυλεμένη σκέψη για τη θέση της όποιας λέξης που η ανάγνωση αφυδατώνεται παντελώς από συναίσθημα. Το πλαίσιο ενός μεσήλικα συγγραφέα/κωμικού δεύτερης γενιάς μεταναστών στη ΝΥ που εν είδει αυτοβιογραφίας ανατάσσει τη διαταραγμένη σχέση με τον παιτέρα του ανακαλύπτοντας ένα-ένα τα στοιχεία από τη κρυφή ζωή του στην Ελλάδα του 50, είναι κοινότοπο: o Μάντελσον στην Οδύσσεια το απογείωσε αριστουργηματικά. Οι αποκαλύψεις είναι ξεδιάντροπα βαρετές μέσα από μια φωτογραφία που κληρονομεί και μια αναζήτηση ενός χαμένου κινηματογραφικού αστέρα του 50: o Μάντης το κάνει πολύ καλύτερα. Η ανθρωπογεωγραφία της ΝΥ και προαστίων δεν προσθέτει τίποτα στον ασκημένο αναγνώστη: ο Οστερ το κάνει απείρως καλύτερα. Ισως τελικά να υπάρχει λόγος που δεν θυμάμαι τίποτα από το Ισλα Μποα του ιδίου: πολλοί άλλοι γράφουν καλύτερα. Και εντάξει, κέρδισε μια υποτροφία Fullbright και έμεινε στην Αμερική για κάποιους μήνες. Το βιβλίο γιατί το έγραψε?
Νόμιζα ότι είναι ένα βιβλίο για τη μνήμη και το αλτσχαιμερ, στην πραγματικότητα μιλάει για τη κρίση μέσης ηλικίας ενός πετυχημένου ελληνοαμερικανού συγγραφέα και κωμικού που τον χωρίζει η γυναίκα του, δεν μπορεί να γράψει, πίνει υπερβολικά και καταρρέει στη σκηνή. Στο πρώτο μέρος ή κρίση αντιμετωπίζεται απόλυτα προβλέψιμα όταν ο πενηντάρης συγγραφέας πάει να διδάξει και τον ερωτεύεται σφόδρα πανέμορφη εικοσαχρονη φοιτήτρια που εκτός από τις σεξουαλικες του επιδόσεις θαυμάζει απεριόριστα και το μυαλό του. Στο δεύτερο μέρος ο πρωταγωνιστής έρχεται αντιμετωπος με τη δύσκολη σχέση με τον πατέρα του όταν αυτός αρρωσταίνει και πεθαίνει αφήνοντας στοιχεία για κάποια μυστήρια καταγωγή που οδηγούν στην Ελλάδα. Το ελληνικό μυστήριο λύνεται πολύ εύκολα με τη βοήθεια του Internet, ενός λάτρη του ελληνικού κινηματογράφου και μιας κουβέντας με έναν πρώην ηθοποιό που ζει σε ένα σπιτάκι στην πίσω αυλή της βίλας της χαμένης του αγαπημένης (αλήθεια!). Η όλη ιστορία δεν φαίνεται να έχει κανένα νόημα και δεν απασχολεί ιδιαίτερα ούτε τον πρωταγωνιστή της. Η πιο ενδιαφέρουσα πληροφορία, ότι ο απόμακρος πατέρας που φαινομενικά δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ για την καριέρα του γιου είχε φυλαγμενες πρώτες εκδόσεις όλων των βιβλίων του πολυδιαβασμενες και γεμάτες σημειώσεις περνάει τελείως ασχολίαστη.
«Τώρα, στα χρόνια της μέσης ηλικίας, δεν κοιτάζω το μέλλον με την ανυπομονησία του πρωτάρη. Ξέρω πως όσες απαντήσεις ψάχνω βρίσκονται στο παρελθόν, ανάμεσα στα ερείπια που άφησε ο χρόνος πίσω του. Όλο αυτό το διάστημα κέρδισα πολλά κι έχασα περισσότερα. Φυσικό επακόλουθο, αφού για μια σειρά απώλειες η ζωή δεν αποζημιώνει όπως ίσως θα περίμενε κανείς: για τον χαμένο ενθουσιασμό προσφέρει απλώς μια δόση σύνεσης, για τον παλιό καλό δυναμισμό κάμποση ψυχραιμία.» Ο Χρήστος Αστερίου με το βιβλίο του «Η θεραπεία των αναμνήσεων» επιχειρεί ένα ταξίδι εξιχνίασης σε βάθος, της ύπαρξης του ήρωά του, Μιχάλη Μπουζιάνη, ενός πρώην κωμικού ηθοποιού της stand up comedy και στη συνέχεια επιτυχημένου συγγραφέα χιουμοριστικών διηγημάτων. Ο Μπουζιάνης στην επώδυνη μέση ηλικία, μετά την προσωπική του Οδύσσεια, βρίσκεται αντιμέτωπος με την εγκατάλειψη της συζύγου του Λώρας, με το συγγραφικό μπλοκάρισμα της λευκής σελίδας και εν τέλει με τον θάνατο του πατέρα του, με τον οποίο για χρόνια τους χώριζε μια έρημος αδιαφορίας. Στο ζήτημα της μοναξιάς δίνει τη “λύση” η Αντιγόνη, μια νεαρή φοιτήτριά του στο Κολούμπια, όπου ο Μπουζιάνης κλήθηκε να διδάξει για ένα εξάμηνο. Στα επόμενα δύο η καλοστημένη “φάρσα” που του επεφύλαξε ο πατέρας του, μετά τον θάνατό του. Εξ αιτίας της ο Μπουζιάνης αποδύεται σε μια διεξοδική αναζήτηση του άγνωστου παρελθόντος του απόμακρου – ψυχρού πατέρα, για να ανακαλύψει αφ’ ενός ότι η γραμμή του αίματος είναι αδιάσπαστη και αφ’ ετέρου ότι εκείνος δεν ήταν, παρά κάποιος άλλος. «Τον Οκτώβριο του 2015 έχασα τον έλεγχο κατά τη διάρκεια μιας εκδήλωσης που είχε οργανώσει ο Μπάρι ΄Επστάιν, στην οποία δέχτηκα να συμμετάσχω, αν και γνώριζα πως τίποτα στο τέλος δεν θα πήγαινε καλά». Έτσι ξεκινάει το πρώτο, από τα τρία μέρη του αξιόλογου αυτού μυθιστορήματος, με τίτλο «Το χρονικό μιας πτώσης». Πράγματι ο ήρωας καταρρέει μπροστά στο κοινό, έχοντας βιώσει μία σφοδρή κρίση μέσης ηλικίας που τον οδήγησε στο ποτό και την αμφισβήτηση των δεξιοτήτων του. Η γραφή του Αστερίου παραπέμπει ποιοτικά σε σύγχρονους διακεκριμένους Αμερικανούς συγγραφείς, των οποίων τον αέρα δείχνει να έχει ενσωμάτωσει στην τεχνική του, χωρίς να στερείται προσωπικού στυλ. Οι περιγραφές τόπων – ανθρωπίνων σχέσεων θυμίζουν Πωλ Όστερ σε κάποια από τα γνωστά του έργα που αναφέρονται στη Νέα Υόρκη, ενώ οι αναφορές στη σχέση του με τη φοιτήτρια φέρνει στο νου τον Ροθ στο “The dying animal”. (Η μνεία έχει σκοπό την επισήμανση και μόνον της ποιότητας γραφής) Οι ενδελεχείς περιγραφές τόπων, τοπίων, κοινωνικοπολιτικών συμπεριφορών αναδεικνύουν τη σοβαρή μελέτη του συγγραφέα πάνω στον τομέα ενδιαφέροντός του. Είναι αξιοσημείωτο, ότι μέσα σε ένα εξάμηνο διαμονής του στη Ν. Υόρκη, ο Αστερίου, κατάφερε να διεισδύσει τόσο βαθιά στον τρόπο ζωής των Ιρλανδών, Ελλήνων και Εβραίων μεταναστών πρώτης και δεύτερης γενιάς που κατοικούσαν στα Ουάσινγκτον Χάιτς της Ν. Υόρκης, πριν από την επέλευση των αφροαμερικανών. Η αφήγησή του αναδεικνύει τη διεξοδική πληροφόρηση και εμπέδωση του υλικού του όσον αφορά τα πολιτιστικά δρώμενα, όπως και κάθε στοιχείο ζωής που αφορά τον Αμερικανό πολίτη από το δεύτερο μισό του προηγούμενου αιώνα μέχρι πρόσφατα. Ο Μάικ Μπουζιάνης έχει διπλή εθνική ταυτότητα. Έλληνας από πατέρα και Ιρλανδός από μητέρα. Η απόφασή του ν’ ασχοληθεί με κάτι καλλιτεχνικό προσκρούει στην αδιαλλαξία των γονιών του, που τον οδηγεί από νεαρή ηλικία εκτός της οικογενειακής εστίας. Το κεφάλαιο ολοκληρώνεται με τη “βιογραφία” μέσης ηλικίας του ήρωα με επίμονες, εξαιρετικά διατυπωμένες αναφορές στη μουσική, τη Λογοτεχνία και τον εκδοτικό χώρο και κυρίως στην ψυχολογική κατάσταση του ήρωα και τις συνέπειές της, μέχρι του σημείου επανεκκίνησής του, χάρη στη νεαρή Αντιγόνη. Φόντο της αφήγησης η ειρωνεία, η σάτιρα, ο αυτοσαρκασμός, με το χιούμορ υπό εξαφάνιση (παρά την σχετική επαγγελματική ενασχόληση του υποκειμένου), και τον φόβο παρόντα. «Ο φόβος μήπως διαλύσω τα πάντα με μία αδέξια κίνηση με κρατούσε δέσμιο της κατάστασης, αφού δεν ήθελα να τη χάσω κι έτσι ανέβαλα συνεχώς ν’ ανοίξω κουβέντα. Από την άλλη, η πιθανότητα ενός ακόμα ναυαγίου πριν καλά καλά ξεπεράσω τη Λώρα με πίεζε να ξεκαθαρίσω τα πράγματα. Έπρεπε να προφυλαχθώ συναισθηματικά μέχρι να φτάσει η ώρα που θα ανοίγαμε τα χαρτιά μας ο ένας στον άλλο». Στο δεύτερο κεφάλαιο με τίτλο «Σημειώσεις για τη ζωή μου» ο Αστερίου δίνει μια διεξοδική εικόνα του ήρωά του από γεννήσεως. «Οι φίλοι με φώναζαν “Μάικ ο ΄Ελληνας”, ή απλώς και μόνο “Στακ” επειδή το μυαλό μου κολλούσε πριν ολοκληρώσω τις φράσεις. Πολλές φορές έμενα μετέωρος περιμένοντας την επόμενη λέξη που δεν κατάφερνα τελικά να προφέρω». Αυτή τη χαρακτηριστική δυσλεξία ο Μπουζιάνης, που ήρθε στον σκληρό αυτό κόσμο το 1958, κατάφερε επιτυχώς να την ενσωματώσει στη δουλειά του, έτσι ώστε από μειονέκτημα να αποβεί προσωπικό χάρισμα. Ο συγγραφέας αναφέρεται γλαφυρά στη ζωή των μεταναστών εκείνης της περιόδου, στην αρχή πραγμάτωσης του αμερικανικού ονείρου και στην αποδόμησή του, στα πρόσωπα που περιβάλλουν τον ήρωά του, κοντινά, συγγενικά, γειτονικά, στην εφηβεία του και τις πρώτες σεξουαλικές ανησυχίες, στις κακές επιδόσεις του στο σχολείο, στην άρνησή να σπουδάσει και τις επιπτώσεις που είχε η απόφασή του στις σχέσεις με τους γονείς του. «Μέσα μου εμπεδώθηκε ένα αίσθημα αβεβαιότητας που κλόνισε τις εφηβικές αντιλήψεις μου για τη ζωή. Για πολλά χρόνια είχα την εντύπωση ότι πολύ σύντομα μια καταστροφή θα γκρέμιζε τον κόσμο – τον κόσμο, έτσι όπως εγώ τουλάχιστον πίστευα ότι ήταν φτιαγμένος». Αναφερόμενος στη μητέρα του: «Με τη μητέρα μου διατηρούσαμε μια σχέση χωρίς διακυμάνσεις, χωρίς χαμηλά και υψηλά βαρομετρικά, χωρίς ιδιαίτερη τρυφερότητα αλλά και μεγάλους καυγάδες. Ήταν τυπική στα μητρικά της καθήκοντα. […] Πείστηκα ότι η ουδετερότητα λειτουργούσε για κείνη σαν άμυνα, όπως για μένα λειτουργούσε πολλές φορές το χιούμορ». Και στον πατέρα του: «Ήταν Φθινόπωρο του 1977. Είχα φύγει από το σπίτι σε μια κίνηση χειραφέτησης και ζούσα με ελάχιστα χρήματα από δω κι από κει. Ύστερα από ένα ακόμη επεισόδιο με τον πατέρα μου, ο οποίος σε μια έκρηξη θυμού με είχε αρπάξει από το πέτο απειλώντας να με πετάξει έξω αν συνέχιζα να ζω “σαν αλήτης, χωρίς στόχο και προορισμό”, είχα αποφασίσει να διακόψω κάθε επαφή με την οικογένεια. Ποτέ μου δεν ξέχασα την εικόνα του αδερφού μου και της μητέρας μου να παρακολουθούν αμέτοχοι, και ποτέ, όσα χρόνια κι αν πέρασαν , δεν κατάφερα να τους συγχωρήσω γι’ αυτό.»
Στο τρίτο κεφάλαιο με τίτλο «Η θεραπεία των αναμνήσεων» η συναισθηματική θερμοκρασία ανεβαίνει. Τρεις καρδιακές ανακοπές του πατέρα Μπουζιάνη, μετά μια περίοδο αβέβαιης ανάρρωσης και στη συνέχεια πλήρους πτώσης, φέρνουν τον γιο κοντά του. «Στο ανατομικό κρεβάτι, το ισχνό σαρκίο του πατέρα μου, ντυμένο με πιτζάμες και ελαφρώς ανασηκωμένο στο μαξιλάρι, μου προκάλεσε στιγμιαίο σοκ. […] Οι βολβοί των ματιών που στριφογύριζαν στις κόγχες στράφηκαν προς το μέρος μου χωρίς το υπόλοιπο πρόσωπο να συσπαστεί. Υπό κανονικές συνθήκες θα το έβαζα στα πόδια, αλλά μόλις τα βλέμματά μας συναντήθηκαν, παρέλυσα».
Η συγκλονιστική εικόνα επανεκκινεί την έμπνευση που οδηγεί σε μία ελεγειακή αφήγηση, ένα βιβλίο του ήρωα μέσα στο βιβλίο του συγγραφέα. Ο Μιχάλης Μπουζιάνης απευθύνεται στον πατέρα του, με ένα κείμενο που διοχετεύει στον αναγνώστη αισθητική απόλαυση και αβίαστη συγκίνηση. Μία εκ βαθέων εξομολόγηση των συναισθημάτων του, συνοδευόμενη από έμμεση συγχώρεση μετά την αναγνώριση των ίδιων σφαλμάτων στα οποία και ο ίδιος είχε ενδώσει ακολουθώντας “τη γραμμή του αίματος”. «Όσο εφευρετική φαντασία κι αν είχαμε δεν θα μπορούσαμε ποτέ να προβλέψουμε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες θα συναντιόμασταν μετά από τόσα χρόνια: εσύ κατάκοιτος στα τελευταία στάδια της αρρώστιας, χωρίς όρεξη και δυνάμεις να εναντιωθείς σε οτιδήποτε, κι εγώ σε μια ηλικία που κατακτάω με δυσκολία ό,τι ως τώρα ήταν αυτονόητο.» «Τώρα, στα χρόνια της μέσης ηλικίας, δεν κοιτάζω το μέλλον με την ανυπομονησία του πρωτάρη. Ξέρω πως όσες απαντήσεις ψάχνω βρίσκονται στο παρελθόν ανάμεσα στα ερείπια που άφησε ο χρόνος πίσω του». Ο πατέρας Μπουζιάνης κληροδοτεί στον γιο ένα κουτί, μέσα στο οποίο βρίσκονται τρεις φωτογραφίες των νιάτων του μαζί με κάποιους φίλους και κάποια “αντικείμενα” που πείθουν ότι η ψυχρότητα ήταν η μάσκα κάτω από την οποία υπήρχε ο άλλος εαυτός του. Ποιός όμως ήταν ο Νικ Μπουζιάνης και γιατί τελικά έστρεψε την έρευνα του γιου του στην εκτροπή του ενδιαφέροντος αναζήτησης του παρελθόντος του, από κάποιο σημείο και μετά, οδηγώντας τον μέσω του αλτσχάιμερ στην θεραπεία των αναμνήσεων; Τελικά έστησε μία φάρσα ο γέρο-Μπουζιάνης στον κωμικό γιό του;
Το βιβλίο του Χρήστου Αστερίου, είναι ένα αξιόλογο βιβλίο. Το κείμενό του πολυεπίπεδο, διυλίζει ζητήματα δεσμών της οικογένειας, σχέσης πατέρα – γιου, ελευθερίας των επιλογών απέναντι στους εθνοτικούς και κοινωνικούς καταναγκασμούς, φθοράς του χρόνου και της μνήμης. Ιδιαιτέρου ενδιαφέροντος η αναφορά στην σύγχρονη κατάρα του Αλτσχάιμερ. Ο Αστερίου, αναφέρεται διεξοδικά στα διαχρονικά προβλήματα των μεταναστών, στην επίδραση της τεχνολογίας στις ζωές των ανθρώπων, εντάσσοντας στη ροή του μύθου του, μουσικές της εποχής αλλά και γνωστές σημαντικές προσωπικότητες. Η δομή του κειμένου του πρωτότυπη, εξαιρετική η αφηγηματική του γλώσσα, αξιοσημείωτο το βάθος καταβύθισης στην ψυχοσύνθεση των ηρώων, πολύ καλά ενταγμένη στο κείμενο η έκθεση του υλικού έρευνάς του. Ο ιδιαίτερος τρόπος γραφής του Χρήστου Αστερίου, με το χιούμορ υποδόριο φόντο στην ιστορία του, καταφέρνει να μετατρέψει την κοινοτοπία (δεδομένου ότι τα θέματα είναι πολυφορεμένα στα λογοτεχνικά δρώμενα) σε ενδιαφέρουσα πρωτότυπη αναγνωστική εμπειρία, αισθητικής απόλαυσης και συναισθηματικού βάθους! Τζένη Μανάκη
Πολύ καλή γραφή, υπερβολικά ασταθής και αραιή πλοκή. Στρογγυλός κεντρικός χαρακτήρας, αλλαγή θέματος στο μέσον του βιβλίου, όχι αρκετά ισχυρά κίνητρα και γενικά έδωσε την εντύπωση πως δεν είχε αποφασίσει ποιο είναι το θέμα του. Πολύ καλή γραφή, πάντως.
Πρόκειται για ένα πολυεπίπεδο μυθιστόρημα. Αυτοβιογραφικά στοιχεία μπολιασμένα με μυθοπλασία, προϊόντα αυτοψίας1. Αξίζει μάλιστα να σημειωθεί ότι ο ήρωας του βιβλίου βρίσκεται στο συγγραφικό μεταίχμιο του αμιγώς μυθοπλαστικού και αυτοβιογραφικού χαρακτήρα των βιβλίων του. Για πρώτη φορά αντλεί υλικό από το “αρχείο” του δηλαδή το παρελθόν, την ιστορία του πατέρα του (ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες για το πώς κατέληξε στην Αμερική) που επρόκειτο να του φανερώσει άγνωστες πτυχές και εκπλήξεις λόγω της αποξένωσής του. Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση του Χρήστου Αστερίου υποστηρίζει την “ανασκαφή¨ του ήρωα, την επιστροφή στις ρίζες του, την ερωτική σχέση με μια νεαρή μαθήτρια. Παράλληλα, παρεμβάλλονται σχοινοτενείς διάλογοι στο όριο συνειδητού-υποσυνείδητου.
Η νοσταλγική ανάκληση στη μνήμη κάποιων γεγονότων ως άμυνα του οργανισμού του ήρωα – θεραπεία για την υπαρξιακή αγωνία2, τον θάνατο του πατέρα και τη συγγραφική του απραξία. Όπως άμυνα είναι και το χιούμορ – η αφετηρία άλλωστε του ήρωα ως κωμικού ήταν το stand-up σε μικρά club της Νέας Υόρκης, πριν καταξιωθεί ως κωμικός συγγραφέας.
Through the long years of youth, and who would have thought It all, and more than it all, would come to naught
WILLIAM BUTLER YEATS
Τελικώς, το βιβλίο του Αστερίου διαπνέεται από τις αντιδράσεις του διπόλου ανάμνηση-κωμωδία. ----------------- Υποσημειώσεις: 1 από το βιβλίο: «Παρακολουθούσα με τρόμο τη φυσική μου φθορά, ενώ από καιρό είχα σταματήσει να γράφω» «Μπορεί να ακούγεται παράδοξο για κάποιον που θήτευσε στην κωμωδία, μα είχα την εντύπωση ότι κατέρρεα. Συν τοις άλλοις, δεν έβλεπα τίποτα αστείο στην εξέλιξη των πραγμάτων».
2 Όπως δήλωσε ο ίδιος ο συγγραφέας“Η αυτοψία ήταν βασική προϋπόθεση, αλλιώς το βιβλίο θα ήταν τελείως διαφορετικό. Εκανα αρκετή μελέτη για τα κλαμπ, την κουλτούρα του σταντ απ στην Αμερική του ’60, αλλά στην πορεία ανακάλυψα πράγματα που δεν είχα σχεδιάσει”. (εφημερίδα η Καθημερινή https://www.kathimerini.gr/1016899/ga... )
Το κλείσιμο του ματιού προς τον κόσμο του Φίλιπ Ροθ (Πώς αντιδρά κανείς πρωτοδιαβάζοντας σήμερα το «Σύνδρομο Πορτνόι»;) και του Γούντι Άλεν (Ποιο χιούμορ αποκαλούμε «λυτρωτικό», ποιον ρόλο μπορεί να διαδραματίσει στη συγκρότηση του εαυτού μας;), η περιπλάνηση στη Νέα Υόρκη, οι λογοτεχνικοί κριτικοί και οι παρουσιάσεις βιβλίων, η ψυχοθεραπεία και η μοντέρνα απέχθεια για την τεχνολογία, ο φόβος για την παραβίαση της προσωπικής ζωής και η νοσταλγία για την αναλογική εποχή, ο μικ��όκοσμος του πανεπιστημίου και, τελικά, ο έρωτας αποτελούν τα κεντρικά θέματα και συνθέτουν την ατμόσφαιρα του πρώτου μέρους του μυθιστορήματος.
Προχωρώντας όμως στο δεύτερο μέρος, «Σημειώσεις για τη ζωή μου», όλα αυτά αλλάζουν – εκτός από τη Νέα Υόρκη που παραμένει το μόνιμο πλαίσιο αλλά και ένας από τους πρωταγωνιστές της αφήγησης. Γιατί τώρα μεταφερόμαστε δεκαετίες πίσω, προκειμένου να γνωρίσουμε την παιδική ηλικία και την οικογενειακή ιστορία του Μάικ Μπουζιάνη, με τους ορθόδοξους Έλληνες προγόνους, από τη μεριά του πατέρα του, και τους καθολικούς Ιρλανδούς από τη μεριά της μητέρας του, και μαζί μια όψη της μεταναστευτικής κίνησης του 20ού αιώνα από την Ευρώπη προς την Αμερική. Κυρίως όμως αυτό που θα βρει ο αναγνώστης εδώ είναι μια ιστορία ενηλικίωσης και την αφήγηση της δύσκολης, όπως πάντα, σχέσης πατέρα-γιου.
[...]Οι βεβαιότητές μας κλονίζονται όσο περνάει ο καιρός. Τρέφω μάλιστα ιδιαίτερο σεβασμό για ανθρώπους που αποσύρονται αθόρυβα χωρίς να διεκδικούν περισσότερο χρόνο απ' όσο τους αναλογεί, που δεν προσπαθούν να παρατείνουν με φθηνά τεχνάσματα μια ζωή που έχει πια περάσει.
- Όποια ισορροπία σε κρατάει ακόμα στη ζωή είναι ισορροπία αυτοδίδακτου που προσπαθεί να κρατηθεί όρθιος πάνω απ' το βάραθρο αιωρούμενος σ' ένα σκοινί χωρίς αρχή και ορατό τέλος.
- Η σχέση μας οικοδομήθηκε, όπως ελπίζω ότι έχεις καταλάβει στο μεταξύ, με τα υλικά της άγνοιας. Δεν γνωρίσαμε ο ένας τον άλλο. Μείναμε σ' ένα εμβρυακό στάδιο και ό,τι μας ένωνε σάπισε όπως ο καρπός που δεν καταφέρνει να ωριμάσει. Δυσκολεύομαι ν' ανακαλέσω κοινές μας στιγμές. [...]
Η γνωριμία με τον συγγραφέα έγινε με αυτό το μυθιστόρημα. Με ενθουσίασε, κυρίως γιατί με έβαλε από την πρώτη σελίδα στο σύμπαν του. Είχα την αίσθηση ότι διάβαζα ένα νεοϋορκέζικο μυθιστόρημα. Η ιστορία εξάλλου του συγγραφικού, ηλικιακού και προσωπικού αδιεξόδου του ήρωα είναι αρκετά συνηθισμένη στη σύγχρονη παγκόσμια λογοτεχνία και ταυτόχρονα πολύ ελκυστική και ενδιαφέρουσα. Μετά τη μέση του όμως το βιβλίο παίρνει μια διαφορετική τροπή, που αφορά φαινομενικά μιαν άλλη ιστορία, σε άλλον τόπο και χρόνο και με άλλον κεντρικό ήρωα. Η πλοκή γίνεται πιο αγωνιώδης και κινηματογραφική. Προστίθεται το στοιχείο του μυστηρίου και καθετί στο εξής σταδιακά συμπληρώνει ένα παζλ, μέρος του οποίου είναι και το θαυμάσιο εξώφυλλο.
Πάρα πολύ καλή γραφή - εξαιρετική αφήγηση. Βλέπουμε τη διαδρομή ενός ανθρώπου- πως τον στιγμάτισε η σχέση με τον πατέρα του και πως διαχειρίστηκε τις προσωπικές του μάχες- νίκες- ήττες. Θα αναζητήσω σίγουρα και άλλα βιβλία του συγγραφέα.