"Και τους άφηνε ο νέος ρήγας να καλοπερνάνε, να τρώνε και να πίνουνε και μέρα με τη μέρα να σπαταλάνε άσκοπα τους θησαυρούς της χώρας. Έτσι μόνο νόμιζε ο αφελής πως θα τον αγαπούσαν."
"Και για να κάνει τον δικό του φόβο μικρότερο, φρόντιζε να τον σκορπά στον λάο του. Γιατί νόμιζε, ο ανόητος, πως ήταν ο φόβος σαν τους παράδες και τους θησαυρούς, που όταν σκορπίζονται εδω κι εκεί λιγοστεύουν!"