Cardinal was born in French Algeria and was the sister of the film director Pierre Cardinal. She received a degree in philosophy from the Sorbonne and in 1953 married the French playwright, actor, and director Jean-Pierre Ronfard. They had three children: Alice, Benedict and Benedict. From 1953 to 1960 she taught philosophy at schools in Salonica, Lisbon, Vienna and Montreal.
Cardinal published her first novel, Ecoutez la Mer (Listen to the Sea), in 1962. During the 1960s she published three more novels and was involved with films as well. In 1967 she had a role in Jean-Luc Godard's film, Deux Ou Trois Choses Que Je Sais D'elle and played the role of Mouchette's mother in Robert Bresson's film, Mouchette.
In 1972 Cardinal published La Cle Sur La Porte (The Key of the Door), followed by Les Mots Pour Le Dire (The Words to Say It) in 1975; these two novels were best sellers and established her reputation. Les Mots Pour Le Dire was the first book by Cardinal to be published in the United States.
Ακούτε τη θάλασσα. Μαρί Καρντινάλ 📖📖📖 “Μ’ έχουν κουράσει οι διανοούμενοι, που κακοποιούν τις μεγάλες ιδέες και που χρησιμοποιούν, όλοι τους τις ίδιες λέξεις: μεταβίβαση, μυθοποίηση, οργασμός, κτλ.” 📖📖📖 Μια αφήγηση περιχαρακωμένη σε ένα στενό απροσδιόριστο πλαίσιο που μέσα από τούτη την απροσδιοριστία μπορεί να μην κερδίζει την ασύνορη ελευθερία όμως κερδίζει την αυτονομία, ενώ φλερτάρει με έναν κυνικό ενίοτε ρεαλισμό που μου έφερε στο νου αρκετές φορές τη Σαγκάν. Η γλωσσική της έκφραση διαθέτει έναν χαρακτήρα έντονα αποσπασματικό που δίνει ζωή στο περιστασιακό, στο “δε μου γεμίζει το μάτι”• αποδίδει σημαντικότητα σ’ ό,τι μοιάζει επιφανειακό και προκαλεί μια έκπληξη στεντόρεια γιατί απλά οι ήρωές της γίνονται εκείνος ο περίπου γνωστός σου που τον ρωτάς γεμάτος βλακώδη έπαρση πως γράφεται η “Μυτιλήνη” σίγουρος εξαιτίας της στερεοτυπικής σου αντίληψης πως δε θα καταφέρει να φτάσει ούτε στη – Μύτι- που παίζει το ρόλο της κόψης του ξυραφιού στην ορθογραφία, και εκείνος στην συλλαβίζει σωστά. Των περισσότερων ανθρώπων η ζωή έχει ενστερνιστεί τη γραμμικότητα ως βασικό σχηματισμό των εμπειριών μας, από επιλογή ή όχι δεν έχει σημασία (αν θέλετε τη γνώμη μου η επιλογή δεν είναι δική μας και προϋπάρχει της σκέψης μας ακόμα και για την απόφαση, οπότε βιώνεις όσα σου φέρνει να βιώσεις αβίαστα και με ήσυχη συνείδηση παρά την ηχηρότητα της ανένταχτης διάθεσής σου, ώστε όλη αυτή η ευταξία οδηγεί μοιραία τις επαναστατικές τάσεις σε μια φάση “εις μνήμην”). Κι έρχεται η Καρντινάλ με έναν τρόπο απλό και ήσυχο που ακροπατεί στην μύτες των εύκαμπτων δαχτύλων της έμπνευσής της και παίρνει αυτή τη γνώριμη γραμμικότητα και την εφοδιάζει με καμπύλες, με μελωδικές στιγμές που άλλοτε ταιριάζουν σε όπερα κι άλλοτε σε φαρσοκωμωδία, όμως είναι ΖΩΗ νέτα σκέτα και ξεκάθαρα. Κι εσύ γίνεσαι ηδονοβλεψίας εις γνώσιν σου και μάλιστα το χαίρεσαι φανερά και το υπερηφανεύεσαι κρυφά γιατί έτσι διατηρείς την ισορροπία στην απόλαυση και δεν μπορείς να προδώσεις μια τέτοια εξίσωση.(συνέχεια στο σχόλιο) Ο λόγος της απόλυτα ποιητικός γίνεται ο ίδιος σχήμα λόγου, ολόκληρος μια μεταφορά κι ας κυριολεκτεί (βασικά νομίζω πως είναι από τα λίγα βιβλία που ένιωσα να κυριολεκτούν τόσο, να παίρνουν τη ζωή στα σοβαρά χωρίς τυμπανοκρουσίες, τραγικές συνθήκες -όπως η ίδια η ζωή αν την εξετάσεις από αυτή την πλευρά- που όμως δε το φωνάζουν) ενίοτε συμβολικός, μια παραφραστική προσπάθεια απεικόνισης της ζωής σε λέξεις. Μοιάζει να θέλει να κλείσει όλα της τα ενδεχόμενα μέσα στις φράσεις και η σκέψη της φεύγει σε μυριάδες κατευθύνσεις, όπως άλλωστε συνηθίζει η σκέψη να κάνει. Το ακούτε τη θάλασσα είναι ένα ερωτικό γεφύρωμα δύο διαφορετικών ανθρώπων, η ερωτική κατάκτηση που έρχεται σιγά σιγά με τη γνωριμία, δένει όλο και περισσότερο αυτούς που μέχρι να γνωριστούν αγνοούσαν ο ένας τον άλλο, γίνονται σημαντικοί για λίγο, μια εμβόλιμη παράγραφος σε κείμενο που θα κυλήσει η πλοκή του έτσι κι αλλιώς χωρίς εκείνη, μα η δική της παρουσία σε κάποιο σημείο του κάνει τη διαφορά που κινητοποιεί τις θύμησες, γίνεται ανάκληση ενός μικρού αλλά βαθιά συναισθηματικού περιστατικού που γλύκανε την καρδιά σου ανεπανόρθωτα ό,τι κι αν ακολούθησε μετά, όσο τραγικό κι αν ήταν αυτό. "Συγχέεις το πάθος με τον έρωτα. Το ρήμα αγαπώ κλίνεται ήρεμα, με αυτοσυγκέντρωση". Και θα το γράψω εδώ κλείνοντας. Κάποια στιγμή ο Καρλ γράφει στη Μαρία : "είσαι σκοπός για μένα". Ανάθεμα τον Καρλ και τους Γάλλους συγγραφείς αλλά βούρκωσα. Τι υπέροχη φράση! Πόσο μικρή και πόσο σπουδαία!! Περιλαμβάνει τα πέρατα μιας σχέσης...να είναι ο άλλος ο σκοπός σου!
Due storie al femminile, due donne innamorate della loro terra alle prese con storie d’amore tanto intense quanto dolorose nell’abbandono Marie nel racconto che dà il titolo al libro è una donna fragile, già madre di tre figli a neanche trent’anni; quando a Parigi conosce Karl, è subito amore, felice, spontaneo, totalizzante. Davanti agli occhi le scorrono continuamente le immagini dell’Algeria, suo paese d’origine: l’infanzia in una campagna polverosa ma anche densa di colori e profumi, il Mediterraneo così diverso nei colori dall’Atlantico; a Parigi è inverno ma per Marie è sempre estate. La famiglia è rimasta in Canada, Karl invece arriva dalla Germania dove prima o poi deve rientrare: si intuisce che la storia per quanto bella non possa durare e così sarà quando Marie torna da marito e figli con le lettere agognate che si diradano sempre più e la disperazione di chi non sa rassegnarsi fino a perdere la voglia di vivere.
Di tutt’altra tempra Madeleine, la protagonista del secondo racconto “la vendetta”: contadina del sud della Francia, che a settant’anni percorre in lungo e in largo la proprietà dispensando ordini con un’autorità indiscussa, superiore a quella del padrone, ormai considerato poco più che un inetto. A vent’anni, rimasta orfana, si era dedicata anima e corpo a un piccolo appezzamento di terra in affitto, un amore viscerale per la vigna che vendemmiava da sola con la resa migliore della zona tanto era esperta di colture. Selvatica e cocciuta, non si è mai allontanata dalla grande fattoria in cui vive se non per le rare compere in paese e nell’unica esperienza in città è stata un vero pesce fuor d’acqua. Con un ingegnere del Nord, arrivato a capo di una fabbrica, ha un’intensa relazione d’amore che sembra trasformarla, poi finisce di botto con lui che parte promettendo di tornare ma gli occhi dicono un’altra cosa. Grande la delusione ma c’è sempre la terra a cui dedicarsi, finché il padrone con un pretesto le toglie anche quella e allora non rimane nulla se non meditare una lunga vendetta…
Vicende simili raccontate con stili diversi. Frammentario a tratti il primo per il continuo inserimento nella trama di immagini e ricordi passati della vita in Algeria e permeato da un sentimentalismo a volte eccessivo se non fastidioso, più lineare e asciutto il secondo dove la vicenda è narrata dalla stessa Madelaine a distanza di decenni e non c’è spazio per troppi piagnistei visto il carattere duro e coriaceo. Personalmente ho apprezzato di più quest’ultimo. Tre stelle e mezzo come media perfetta dei due.