Φωνή που εμφανίζεται και μετά χάνεται. Φωνή που μιλάει και ΑΥΤΟΣ την ακούει. Αισθάνεται μόνος, φοβάται, τρομάζει, σαν φύλλο κουνιέται, μετέωρο σε ένα κλαδί, σε ένα δέντρο μεγάλο, με ρίζες βαθιές, κρυμμένες στο χώμα. Αναζητά ανθρώπους, δικούς του, που έχουν αλλάξει, που παραμένουν ίδιοι, που πάνω τους ο χρόνος αστράφτει. Να χτυπούσε η πόρτα τώρα. Να χτυπούσε η πόρτα πίσω σου και εσύ να γυρνούσες, να πήγαινες να την ανοίξεις, να την άνοιγες σε ανθρώπους δικούς σου, να άπλωνες το χέρι, να τους άγγιζες, να σε άγγιζαν, να τους έσφιγγες, να σε έσφιγγαν, να τους φιλούσες, να σε φιλούσαν, σαν να μην είχε τίποτα αλλάξει. Όμως υπάρχουν δύο δρόμοι.
Χα! Μας ξεγελά συνεχώς ο συγγραφέας! Ούτε που θα το περιμένετε κι ούτε που θα το φανταστείτε!
Αυτό που βρήκα ιδιαιτέρως ενδιαφέρον είναι το πώς παρουσιάζονται οι σχέσεις εξουσίας, η μοναξιά και το υπαρξιακό αναπάντητο ερώτημα (με την τρίτη ανύπαρκτη ερώτηση) σε ένα βιβλίο όπου ο ίδιος ο ήρωάς του, ΑΥΤΟΣ, στα μισά της διήγησης χάνεται ή μάλλον μεταφέρεται στο πίσω μέρος της σκηνής και της αφήγησης ενώ το μικρόφωνο του πρωταγωνιστή παίρνει ο Εντουάρ, ο τοξικός μαλάκας Εντουάρ των Παρισίων. ΑΥΤΟΝ τον ξανασυναντάμε φυσικά, να κατεβαίνει στην στάση Σεβρ-Λεκούρμπ, να διασχίζει σκεπτικός κάποια γέφυρα στον Σηκουάνα, να κοιτά προβληματισμένος τα κρεμμύδια σε κάποιο αραβικό παντοπωλείο, τον βλέπουμε, έστω και φευγαλέα καθώς το χέρι του πατά βιαστικά τον κωδικό της εξώπορτας. Μετά χάνεται.