Η Φόνισσα, "κοινωνικόν μυθιστόρημα" κατά τον συγγραφέα της, είναι το πιο πολυδιαβασμένο έργο του Παπαδιαμάντη. Οι αυτοτελείς εκδόσεις της είναι πάμπολλες και κανείς δεν μπορεί να υπολογίσει τον αριθμό των αντιτύπων τους. Έχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες, ανέβηκε στη σκηνή ως θεατρικό έργο και χορόδραμα, γυρίστηκε ταινία.... Η Φόνισσα δίχασε τους ερμηνευτές της. Τι είναι η Φραγκογιαννού; Κοινός εγκληματίας ή κοινωνικός επαναστάτης; Πρωτοπόρος του γυναικείου κινήματος ή στρίγκλα; Διεστραμμένος νους ή διαμαρτυρόμενος σπλαχνικός άγγελος;.... Η Φόνισσα ουσιαστικά πάει πέρα από το καλό και το κακό...
Γοητευμένος από παιδί με τις ηρωικές παραστάσεις του καραγκιοζοπαίχτη Μάνθου στη Χαλκίδα των πρώτων μετακατοχικών χρόνων και μανιακός αναγνώστης μυθιστορημάτων όπως ο Ο καπετάν Απέθαντος ή Ο Κατσαντώνης, που κυκλοφορούσαν σε δεκαεξασέλιδα φυλλάδια και μας έκλεβαν τον ύπνο, δε θα έλεγα πως βεβηλώθηκε ο Παπαδιαμάντης, αν κάποιος προικισμένος ομότεχνος του Μόλλα και του Σπαθάρη ανέβαζε στον μπερντέ του τον Χρήστο Μηλιόνη... Ο Χρήστος Μηλιόνης είναι η παπαδιαμαντική εκδοχή των χρόνων της Τουρκοκρατίας και της διαμαρτύρησης των γηγενών...
Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (English: Alexandros Papadiamantis) υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες λογοτέχνες, συγγραφέας διηγημάτων και μυθιστορημάτων που έχει αφήσει ανεξίτηλο αποτύπωμα στην ελληνική λογοτεχνία. Γεννήθηκε στη Σκιάθο και καταγόταν από ιερατική οικογένεια, γεγονός που επηρέασε βαθιά τόσο την προσωπικότητά του όσο και το συγγραφικό του έργο, καθώς η θρησκευτική παιδεία και η στενή σύνδεση με την τοπική παράδοση διαπνέουν τα περισσότερα κείμενά του. Από νεαρή ηλικία έδειξε έντονο ενδιαφέρον για τη λογοτεχνία και τη γλώσσα, ενώ η εκπαίδευσή του στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών προσέφερε στη γραφή του θεολογικές και φιλοσοφικές βάσεις που διαφαίνονται σε πολλά από τα έργα του, ιδιαίτερα στην εξερεύνηση της ανθρώπινης ψυχής και των ηθικών διλημμάτων των χαρακτήρων του. Παρά τη φιλοδοξία του να αφοσιωθεί στη λογοτεχνία, η ζωή του χαρακτηρίστηκε από φτώχεια και μοναξιά, με περιορισμένες οικονομικές δυνατότητες, γεγονός που τον κράτησε απομονωμένο από την αθηναϊκή κοινωνική και πολιτιστική ζωή, ενώ ταυτόχρονα τον βοήθησε να παρατηρεί με λεπτομέρεια και στοχασμό τη ζωή του τόπου του και τις κοινωνικές ανισότητες. Η πρώτη του εμφάνιση στη λογοτεχνία έγινε το 1879 με το διήγημα "Η Χειρονομία", και από τότε συνεργάστηκε με πολλά έντυπα, δημοσιεύοντας πλήθος διηγημάτων, άρθρων και κριτικών κειμένων. Η γραφή του Παπαδιαμάντη ξεχωρίζει για τη χρήση του δημοτικού λόγου σε συνδυασμό με καθαρεύουσα, δημιουργώντας έναν ιδιότυπο λογοτεχνικό ύφος που αποτυπώνει με ζωντάνια και λυρικότητα τις εικόνες της ελληνικής επαρχίας, των παραδόσεων, των ανθρώπων και της φύσης. Στο σύνολο του έργου του, η θρησκευτικότητα και ο ηθικός προβληματισμός συνυφαίνονται με κοινωνική κριτική και παρατήρηση της καθημερινότητας, δίνοντας βάθος στους χαρακτήρες του και δημιουργώντας έναν κόσμο γεμάτο ψυχική ένταση και ατμόσφαιρα. Το πιο γνωστό μυθιστόρημά του, "Η Φόνισσα", θεωρείται κορυφαίο δείγμα της ελληνικής λογοτεχνίας, καθώς μέσα από την ιστορία μιας γυναίκας που καταφεύγει στη φρίκη και την κοινωνική απομόνωση, ο Παπαδιαμάντης εξερευνά θέματα όπως η αδικία, η καταπίεση των γυναικών και η κοινωνική ανισότητα. Άλλα έργα του, όπως το "Γυφτοπούλα", "Αι Αδελφαί", "Η Κυρία Δήμα", "Ο Χριστός" και δεκάδες ακόμη διηγήματα, παρουσιάζουν ποικιλία θεμάτων, από την καθημερινή ζωή των Σκιαθιτών και των κατοίκων των νησιών, μέχρι την εξερεύνηση ψυχολογικών και ηθικών ζητημάτων, αποδεικνύοντας την ευρύτητα της σκέψης και της παρατήρησης του συγγραφέα. Παρά την αναγνώριση που απέκτησε μετά τον θάνατό του, κατά τη διάρκεια της ζωής του παρέμεινε σε μεγάλο βαθμό απομονωμένος και δεν απολάμβανε οικονομικής άνεσης. Η αφοσίωση του στην τέχνη της γραφής ήταν τέτοια που αφιέρωσε όλη του τη ζωή σε αυτή, αποτυπώνοντας την ψυχή και τα ήθη της ελληνικής κοινωνίας του 19ου αιώνα με μοναδική λεπτομέρεια. Ο Παπαδιαμάντης πέθανε το 1911, αφήνοντας πίσω του μια ανεκτίμητη λογοτεχνική κληρονομιά που συνεχίζει να μελετάται και να αγαπιέται σε όλο τον ελληνόφωνο κόσμο, ενώ η επιρροή του παραμένει ορατή σε γενιές συγγραφέων και αναγνωστών που αναζητούν την αυθεντική εικόνα της ελληνικής ζωής και κουλτούρας μέσα από τη λογοτεχνία. Οι αναλυτές του έργου του επισημαίνουν την ικανότητά του να συνδυάζει την ακριβή περιγραφή της φύσης, την παρατήρηση της καθημερινότητας και την εξερεύνηση ηθικών ζητημάτων, δημιουργώντας ένα σύμπαν που παραμένει ζωντανό και διαχρονικό, με επίκεντρο την ανθρώπινη ψυχή και την ελληνική παράδοση, ενώ ταυτόχρονα η προσωπική του βιογραφία και οι περιορισμοί της ζωής του προσδίδουν στην αφήγηση μια βαθιά αίσθηση αυθεντικότητας και αφοσίωσης στην τέχνη.
Να γράψω ότι "Η Φόνισσα" είναι must read; Το θεωρώ περιττό. Άργησα πολύ να διαβάσω αυτήν την εμβληματική νουβέλα και μάλλον φταίει το γεγονός ότι όταν ήμουν 10 ετών, μου την είχαν κάνει δώρο και η γλώσσα του Παπαδιαμάντη με είχε απωθήσει (λογικό). Τώρα, στα 45, όλα ήταν διαφορετικά κι έπιασα τον εαυτό μου να σκέφτεται «τι έχανα τόσα χρόνια».
Ψυχολογικό θρίλερ πρώτης κλάσης, με τη Φραγκογιαννού να έχει ως χαρακτήρας σαφείς επιρροές από τον Ρασκόλνικοφ (ο Παπαδιαμάντης είχε μεταφράσει, άλλωστε, το «Έγκλημα και Τιμωρία») και ένα πραγματικά συγκινητικό φινάλε. Όλα τα υπόλοιπα ατού του έργου έχουν γραφτεί πολλές φορές και από πιο ειδικούς. Ο συγγραφέας θίγει με ξεχωριστό στιλ την άδικη αντιμετώπιση των γυναικών από την ελληνική κοινωνία του 19ου αιώνα, η οποία «όπλισε» το χέρι της αντι-ηρωίδας του.
Εξίσου εθιστική αποδείχθηκε και η ανάγνωση της δεύτερης νουβέλας του παρόντος τόμου, όπου ο Παπαδιαμάντης μας μεταφέρει στην προεπαναστατική Ελλάδα και αφηγείται την ιστορία του κλέφτη Χρήστου Μηλιόνη (ο οποίος υπήρξε αληθινό πρόσωπο). Με εντυπωσίασε το γεγονός ότι ο συγγραφέας δείχνει συμπάθεια ακόμα και για τους «κακούς» χαρακτήρες της ιστορίας.
Page turner, παρά τη δύσκολη γλώσσα (όχι τόσο δύσκολη ωστόσο για κάθε παλιό τριτοδεσμίτη), θα καλύψω τα χρόνια που έχασα διαβάζοντας σύντομα κι άλλους τόμους από τα Άπαντα που είχα αγοράσει το 2011. Μοναδικό μειονέκτημα της έκδοσης του Βήματος είναι το γλωσσάρι, που έχει τοποθετηθεί στο τέλος και σε αναγκάζει να κάνεις συνεχώς «μπρος-πίσω», διακόπτοντας την ανάγνωση.