Από κάπου ξεκινάµε, όλοι µας, την πολιτική µας τοποθέτηση: οικογενειακές καταβολές, µε τις παλιές πολιτικές αγάπες και τα παλιά µίση, εφηβικές ανησυχίες, συµµετοχή, στα νιάτα µας, σε πολιτικούς σχηµατισµούς, µεταγενέστερες ίσως ανακατατάξεις ή αποκηρύξεις και ένα σωρό άλλα. Ένα όµως στοιχείο παραµένει συνήθως αµετάβλητο: ο διαχωρισµός της αριστερής και της δεξιάς ιδεολογίας. Διαχωρισµός που παραµένει απρόσβλητος από κάθε σηµαντικό ιστορικό γεγονός του παρελθόντος, από κάθε απόπειρα "καρτεσιανής" κριτικής τοποθέτησης των πραγµάτων, αλλά και από κάθε νέα ιστορική ανατροπή που γίνεται στις µέρες µας. Το εάν τελικά ο πολίτης ανήκει στην Αριστερά ή στη Δεξιά αποτελεί πλέον µέρος του DNA του και δεν αλλάζει σε όλη του τη ζωή! (Να κάτι ανάλογο: θυµάστε µήπως για ποιο λόγο, όταν ήσασταν πιτσιρίκος, αποφασίσατε, κάποια στιγµή, να γίνετε Ολυµπιακός ή Παναθηναϊκός και στη συνέχεια παραµείνατε έτσι σε όλη σας τη ζωή;)
Εάν, λοιπόν, κάποιος µας πει ότι σήµερα η εµµονική "προσκόλληση" σε αυτούς τους διαχωρισµούς είναι πλέον χωρίς αντικείµενο και ότι, αντίθετα απ’ ό,τι πιστεύαµε, είναι όχι µόνο εξαιρετικά βλαβερή για την κοινωνία µας, αλλά και χωρίς κανένα απολύτως νόηµα, µάλλον θα αντιδράσουµε βίαια! Παρ’ όλα αυτά, θα πρέπει να αποτολµηθεί!
Σε αντίθεση με τους ευσεβείς πόθους του συγγραφέα η εννοιολογική αντίθεση ανάμεσα σε Δεξιά και Αριστερά όχι απλά δεν έχει αχρηστευθεί, αλλά συνεχίζει σταθερά στην εποχή μας να μεταφέρει με όλο και μεγαλύτερη ένταση αξίες και περιεχόμενα της πολιτικής πραγματικότητας που είναι σημαντικά και ανεξάλειπτα. Στην καρδιά αυτής της διάκρισης υπάρχει πρώτα και κύρια μια θεμελιωδώς αντίθετη στάση απέναντι στην νεωτερική ιδέα της ισότητας. Αυτό που ορίζει μια δεξιά επιλογή είναι η πεποίθηση ότι οι κοινωνικές ανισότητες όχι μόνο δεν μπορεί και δεν πρέπει να εξαλειφθούν, αλλά και ευνοούν την τάξη και την ανάπτυξη μιας πολιτικής κοινότητας. Αντίθετα, μια αριστερή στάση χαρακτηρίζεται ουσιαστικά από το γεγονός ότι αποβλέπει στην ισότητα για να περιοριστούν και να συγκρατηθούν οι παράγοντες που τροφοδοτούν την ανισότητα της κοινωνικής ιεραρχίας και διαιωνίζουν τη στυγνή εκμετάλλευση της ανθρώπινης φύσης.
Εν έτει 2018, που εκδόθηκε αυτό το βιβλίο, οι έννοιες "δεξιά" και "αριστερά" είναι πλέον παρωχημένες - παρόλο που, δυστυχώς, ένα μεγάλο κομμάτι του Ελληνικού (και όχι μόνο) λαού ακόμα τις χρησιμοποιεί ως πολιτικοκοινωνική ταυτότητα. Το βιβλίο προσπαθεί να δείξει γιατί ισχύει αυτό, κάνοντας μία παγκόσμια μινι ιστορική αναδρομή στις αρχικές ιδέες του καπιταλισμού και του κομμουνισμού, και προχωρώντας ιστορικά στο πως αυτές εξελίχθηκαν ώστε και η μία και η άλλη να λειανθούν, απορρίπτοντας η κάθε μία τα αρνητικά της, και δανειζόμενη τα θετικά της άλλης. Η αναδρομή αυτή επικεντρώνεται στα 3 "μεγαθήρια" των ιδεών αυτών, τις ΗΠΑ, τη Ρωσία/ΕΣΣΔ, και την Κίνα, και γίνεται με τη μορφή μίας υποτιθέμενης συζήτησης μεταξύ ενός "δεξιού" και ενός "αριστερού". Το πρόβλημα όμως του βιβλίου είναι ότι, ενώ ο αναγνώστης που ήδη έχει συνειδητοποιήσει ότι αυτές οι ταυτότητες είναι παρωχημένες, διαβάζει την αναδρομή που δείχνει στα γρήγορα και χωρίς πολύ λεπτομέρεια τη διαδρομή που ακολούθησαν, παίρνοντας ίσως κάποιες νέες ιστορικές γνώσεις, δεν προσφέρεται κάποια καθαρή κατάληξη και σαφής εξήγηση για έναν αναγνώστη που ταυτίζεται ακόμα με τις έννοιες αυτές, και που αυτοαποκαλείται "δεξιός" ή "αριστερός". Δεν πιστεύω δηλαδή ότι αυτό το βιβλίο θα μπορούσε να προσφέρει και πολλά σε κάποιον ακόμα "κολλημένο" σε αυτές τις έννοιες, παρά μόνο αν αυτός είναι τουλάχιστον primed στην ιδέα ότι ίσως η "ταυτότητά" του να μην υφίσταται στον μοντέρνο κόσμο. Δυστυχώς όμως, η αυτοαμφισβήτηση ταυτότητας είναι ένα από τα δυσκολότερα πράγματα που μπορεί να κάνει ένας άνθρωπος...
Μοιάζει στη συγγραφή του βιβλίου να γίνεται προσπάθεια να εφαρμοστεί η προσέγγιση που αναδεικνύει ο συγγραφέας στο "Ημιμάθειας Εγκώμιον" (το οποίο διάβασα όταν εκδοθεί και με είχε ενθουσιάσει). Παρόλο που μπορεί να θεωρηθεί μια καλή εισαγωγή στον προβληματισμό με τον οποίο καταπιάνεται, αισθάνομαι ότι είναι μένει στα ..ρηχά (ενδεχομένως αποτελώντας αντι-παράδειγμα ημιμάθειας). Κρατώ σίγουρα το "διάλογο" (Α-Δ) μέσω του οποίου γίνεται η αφήγηση από το μέσο σχεδόν του πονήματος και μετά, με ενθουσιάζει όπου τον συναντώ