Έχεις προσέξει ποτέ τα χέρια της ταμία στο σουπερμάρκετ που ψωνίζεις; Ξέρεις το όνομα του ντελιβερά που σου φέρνει την παραγγελία σου; Είναι ερωτευμένη η κυρία στα διόδια; Πώς αντέχει την μπόχα η οδοκαθαρίστρια; Τι σκέφτεται μια τηλεφωνήτρια όταν τελειώνει η βάρδια; Βαριέται μια ταξιθέτρια βλέποντας την ίδια παράσταση κάθε βράδυ; Ποιος έχει πιο πολύ στρες, ο παρκαδόρος στο πλοίο ή ένας τραυματιοφορέας; Πόσα μαθαίνει ένας θυρωρός σε μεγάλο κτίριο; Τι νιώθει ένας δικαστικός κλητήρας την ώρα της έξωσης; Και τι ζωή είναι αυτή; Υπάρχει πόνος, έλλειψη, απελπισία ή μόνο ανία, μοναξιά και εσωτερική ακινησία; Συνηθίζεται η πλήξη ή γίνεται όλο και πιο ανυπόφορη; Αντέχεται η απόσταση από τους άλλους και ο καταναγκασμός της επανάληψης; Και όλοι αυτοί, οι απαρατήρητοι, πώς μας βλέπουν; Τι σκέφτονται για εμάς; Σίγουρα πολύ περισσότερα απ’ όσα εμείς γι’ αυτούς. Δεν τους αναγνωρίζουμε, δεν τους προσέχουμε, δεν μας ενδιαφέρει να τους ακούσουμε. Και ίσως κάτι χάνουμε. Γιατί εκείνοι μας ξέρουν καλά. Κάποιες φορές καλύτερα απ’ όσο εμείς οι ίδιοι τον εαυτό μας. Α.Σ.
Όταν ήμουν μικρή κάθε φορά που περνούσαμε με το αυτοκίνητο από διόδια πάντα αναρωτιόμουν αυτοί οι άνθρωποι που δουλεύουν εκεί, πόσο μακριά να μένουν άραγε; Πώς φτάνουν στη δουλειά τους; Ποτέ δεν σκέφτηκα αν βαριούνται ή τι κάνουν όταν δεν περνάνε αμάξια. Μόνο πώς βρέθηκαν εκεί, αφού δεν έβλεπα σπίτια τριγύρω!
Τα ίδια και τα ίδια,χωρίς πολλές παραλλαγές. Λίγοι είναι οι ευγενικοί που έχουν διάθεση να πουν μια καλημέρα ή μια καλησπέρα. Οι περισσότεροι δεν βλέπουν μπροστά του, ούτε δίπλα τους, δεν βλέπουν τίποτα πέρα από το πώς θα φτάσουν στον προορισμό τους.
Το συγκεκριμένο βιβλίο μου τράβηξε αμέσως την προσοχή. Και η αλήθεια είναι πως περίμενα να μου αρέσει περισσότερο αλλά τελικά ήταν έτσι κι έτσι. Αυτό που με χάλασε πιο πολύ ήταν ότι ήταν ιστορίες αληθινών ανθρώπων. Δεν ξέρω γιατί με πείραξε κάτι τέτοιο. Ίσως γιατί περίμενα fiction συλλογή διηγημάτων. Ίσως γιατί δεν ξέρω πόσο επενέβη η συγγραφέας πάνω στις ιστορίες. Στον πρόλογο έλεγε “τους έβαλα να μιλούν με τον δικό μου τρόπο”. Τι πάει να πει αυτό; Νομίζω πως με ενόχλησε που δεν ήταν fiction αλλά ούτε και κανονική συνέντευξη, αλλά κάτι στο ενδιάμεσο. Ήταν ωραία ιδέα, κάποιες από τις ιστορίες ήταν συγκινητικές και σε άγγιζαν αλλά κάποιες από αυτές ήταν παραπάνω μίζερες από ότι θα ήθελα και μερικές φορές ένιωθα ότι αυτό γινόταν επίτηδες. Πιο πολύ μου άρεσε η ιστορία της ταξιθέτριας, ίσως γιατί φάνηκε ότι της αρέσει πολύ η δουλειά της. Είχε αρκετές δυνατότητες, αλλά πιστεύω ότι θα μπορούσε να είναι και καλύτερο. Συμπαθητικό.
Καμιά φορά αισθάνομαι σαν κλέφτρα ιδεών και σκέψεων. Καταπίνω ό,τι λέγεται στο φουαγιέ όταν είναι εκεί οι συντελεστές της παράστασης και στην αίθουσα όταν γίνονται πρόβες. Ό,τι μου αρέσει το κρατάω και το κάνω δικό μου, μετά δεν θυμάμαι ούτε ποιος το είπε ούτε γιατί, είναι σαν να γεννήθηκε στο δικό μου μυαλό και να μου ανήκει.
Ιστορίες ανθρώπων που τους συναντάμε, μας εξυπηρετούν αλλά τελικά τους προσπερνάμε χωρίς να τους βλέπουμε καν. Όσο ευγενικός και να θες να είσαι, έχουν υπάρξει στιγμές που ο υπάλληλος των διοδιών πραγματικά υπήρξε αόρατος για σένα. Όλα αυτά είναι ανθρώπινα και ως ένα σημείο κατανοήτα, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει και να τα αποδεχτούμε ως μη αναστρέψιμα. Το βιβλίο διαβάζεται πολύ γρήγορα, κάθε ιστορία κρατάει εναν σφιχτό ρυθμό που σε τραβάει να το συνεχίσεις. Υπήρξαν ιστορίες που ήταν ιδιαιτερα συγκηνιτικές παίζοντας λίγο με τα όρια του μελό, χωρίς όμως να τα προσπερνάνε. Από τις πολύ ευχαριστες εκπλήξεις!
Είμαι μια απο αυτούς τους ανθρώπους, μιας και έχω δουλέψει 3 χρόνια σε σουπερμαρκετ, 3 χρόνια σε μίνι μαρκετ και 17 χρόνια τηλεφωνήτρια σε εισερχόμενες κλήσεις. Η ιδέα για το βιβλίο είναι ωραία. Αλλά εκεί σταματάνε όλα τα καλά. Το βιβλίο αυτό έχει γραφτεί σαν τηλεοπτικό ρεπορτάζ. Σε κάποια άλλη κριτική διάβασα ότι δεν μπορείς να καταλάβεις τον χαρακτήρα καθενός απο τους απαρατήρητους και θα συμφωνήσω. Το βιβλίο αυτό μου έβγαλε τόση μιζέρια, τόση κακομοιριά που άρχισα να σκέφτομαι εμένα και τους συναδέλφους μου, αν είμαστε έτσι. ΔΕΝ είμαστε έτσι. Αραγε η συγγραφέας προσπαθεί με το ζόρι να βγάλει μιζέρια ή διάλεξε απο τόσα άτομα τέτοιους ανθρώπους? Νομίζω το πρώτο, μιας και στην ιστορία της ταξιθέτριας, φαίνεται ότι επιμένει για να ακούσει αυτό που θέλει, ότι είναι βαρετή και μονότονη δουλειά και η κοπέλα την αδειάζει κανονικά. Θεωρώ ότι θα ήταν πολύ καλύτερο σαν στήλη κάποια εφημερίδας ή site όπου θα μπορούσε να μιλάει με κόσμο με επαγγέλματα που έχουν σχέση με κόσμο για να μπορέσει να αναδείξει πραγματικά και την δουλειά που κάνουμε (και τον όγκο και την ποιότητα), αλλά και το πόσο ελεεινός λαός είμαστε ως πελάτες. Εντωμεταξύ με τις προσωπικές ιστορίες των ατόμων, κάποια στιγμή νόμιζα ότι διάβαζα κουτσομπολίστικο περιοδικό ή περίληψη καθημερινής σειράς. Και ξεκαθαρίζω κάτι: Δεν λέω κάτι για τα άτομα αλλά για το πως παρουσιάστηκαν οι ιστορίες τους. Απο όλες τις ιστορίες μου άρεσε καταρχήν της ταξιθέτριας, γιατί έβγαλε πραγματική αγάπη για την δουλειά της και όχι κακομοιριά. Δυστυχώς ή ευτυχώς για κάποιους, υπάρχουμε κι εμείς που κάνουμε τέτοιες δουλειές και την αγαπάμε την δουλειά μας (και ειδικά όσοι είμαστε σε εξυπηρέτηση πελατών) παρόλο που πολλές φορές βαριόμαστε την ζωή μας, νιώθουμε και εμείς μίζεροι όπως και η δουλειά μας ή θα θέλαμε να κάνουμε κάτι άλλο. Η συγγραφέας-δημοσιογραφος μάλλον δεν έχει κάνει ποτέ της καμία άλλη δουλειά, "θαμπώθηκε" ή ξύπνησε μία μέρα και ανακάλυψε ότι υπάρχουμε κι εμείς και αποφάσισε να γράψει για εμας. Ωστόσο η όλη αίσθηση που μου βγάζει το βιβλίο είναι ότι είναι για να νιώσουν καλύτερα οι τυχεροί που δεν κάνουν αυτές τις δουλειές. Καταλαβαίνω ότι αυτά που γράφω είναι σκληρά, αλλά είναι η αίσθηση που μου αφήνει το βιβλίο. Πάντως θα προτιμούσα να το δω σε στήλη σε site , όπου θα μπορούσε να έχει μεγαλύτερη γκάμα ατόμων και επαγγελμάτων.
Σαν ιδέα, το βιβλίο της Σπανού είναι εξαιρετικό. Δίνει δημόσια φωνή σε ανθρώπους που δεν είχαν ποτέ, και μας βάζει σε θέσεις που, αν είμαστε τυχεροί, δεν θα μπούμε επίσης ποτέ - πότε πίσω από το ταμείο του σουπερμάρκετ, πότε στη μπουκαπόρτα του πλοίου για τα νησιά, πότε στο θάλαμο των διοδίων σε κάποιο απίθανο χιλιόμετρο της εθνικής. Μεταφέρει το αδιέξοδο, τα προβλήματα και την ελπίδα των ανθρώπων αυτών άψογα - και καταρρίπτει το μύθο ότι η φτώχεια και η εξαθλίωση οδηγούν στο ρατσισμό και στους νεοναζί.
Λόγω μεγέθους και δεξιοτεχνίας στην εξιστόρηση, το βιβλίο διαβάζεται μονορούφι. Υπάρχουν κάποιες μικρές ασυνέχειες στην αφήγηση εδώ κι εκεί, ενδεχομένως και ως αποτέλεσμα του πως συνέθεσε τις ιστορίες η Σπανού (π.χ. στη Μπουκαπόρτα, όταν μιλάει ο πρωταγωνιστής για την οικογενειακή του κατάσταση στη μέση και το τέλος της ιστορίας) αλλά δεν επηρεάζουν καθόλου το πόσο απολαμβάνει ο αναγνώστης τις ιστορίες της.
Το μόνο μου παράπονο - όλες οι ιστορίες έχουν το ίδιο και απαράλλαχτο ύφος. Σε μικρές ιστορίες σε τρίτο πρόσωπο κάτι τέτοιο δεν θα είχε καθόλου σημασία, αλλά καθώς είναι στο πρώτο, θα ήθελα πολύ να δω διαφορές στο ύφος, τις εκφράσεις, τη γλώσσα - να νιώσω ότι ακούω διαφορετικούς ανθρώπους να μιλάνε για τις ζωές τους.
Πολύ ενδιαφέρουσα συλλογή διηγημάτων από μια πολύ ενδιαφέρουσα δημοσιογράφο. Το διάβασα πολύ ευχάριστα.
Η ιδέα για τους απαρατήρητους μου άρεσε πολύ. Άλλωστε κι εγω υπήρξα 'απαρατήρητος΄ για κάποια περίοδο της ζωής μου. Αρκετές ιστορίες (ίσως και όλες) αναφέρονται σε ανθρώπους που ζούν πολύ ταπεινά δίχως προοπτική αλλά ενδεχομένως ευχαριστιακά την ζωή τους στην καθημερινότητά της.
Είναι πολύ ενδιαφέρον για αναγνώστες που παλεύουν με τη γραφή και δείχνει άλλη μια συγγραφική προσπάθεια να δημιουργηθεί ένα κείμενο εκτός κλισέ.
Βαθμολογία (4/5)
(α) Σαν λογοτεχνικό έργο έχει μιά απλή καθημερινή γλώσα που ανταποκρίνεται στο βιωτικό επίπεδο των χαρακτήρων των ιστοριών. Με αυτό τον τρόπο τους καθρεφτίζει. Αυτό νομίζω που θα ανέβαζε πολύ το ενδιαφέρον είναι κάθε ιστορία να έχει μιά διαφορετική γλώσσα, λέξεις ή και ιδίωμα. Με αυτό τον τρόπο οι χαρακτήρες θα αποκτούσαν βάθος και αληθοφάνεια. Όπως είναι τα κείμενα των βιβλίων εγώ αισθανόμουν οτι η γλώσσα ήταν από τον ίδιο χαρακτήρα (τον συγγραφέα δηλαδή). Δεν κατάφερα να ξεχωρίσω την ταμία του supermarket από τον δικαστικό κλητήρα στον λόγο τους. (3/5)
(β) Τα διηγήματα είναι σαν συνεντεύξεις που κάθε χαρακτήρας διηγείται τη ζωή του, σαν σε λογο-παραλήρημα. Δεν ακολουθεί συνηθισμένες συνταγές. (4/5)
(γ) Σαν πλοκή κάθε ιστορία έχει πολύ ενδιαφέρον όπως και κάθε χαρακτήρας. Η συγγραφέας καταφέρνει να πλέξει ιστορίες μέσα στις ιστορίες και να δώσει σκιαγραφήματα ζωής.(4/5)
Πρωτότυπο το θέμα. Ευκολοδιάβαστο βιβλίο. Σε πολλά σημεία αισθάνθηκα αβίαστα μεγάλη συμπόνοια για κάποιους από τους ήρωες, για κάποια άλλα επαγγέλματα όμως ένιωσα μια υπερβολική μιζέρια . Η γλώσσα και το ύφος του κειμένου είναι ίδια σε όλες τις αφηγήσεις, αν συνέβαινε το αντίθετο ίσως να είχε περισσότερο ενδιαφέρον.
Υπάρχουν σαφώς και αλλά, χειρότερα επαγγέλματα, νομίζω όμως ότι ο βαθμός που μας αρέσει ένα τέτοιο βιβλίο είναι η ταύτιση ή όχι με τους φόβους μας. Και εγώ πάντα φοβόμουν τις φωνές των παρκαδόρων και των μηχανών που μου πίεζαν τα μηνίγγια και με αποσυντόνιζαν, τους δικαστικούς επιμελητές που παραδίδουν εξώδικα σαν να είναι ανθοδέσμες, τα νοσοκομεία όπου εκεί ο ανήμπορος άνθρωπος αφήνεται σε χέρια άλλων (κατάλληλα εκπαιδευμένων άραγε ;;;;)
Δανείζομαι λοιπόν, τέσσερεις λεξούλες από το κεφάλαιο ‘Αρρώστια ‘ που για όλους μας πιστεύω , ότι είναι ο πιο μεγάλος φόβος.
"Ίσως και οι αναμνήσεις μας δεν είναι όλες πραγματικές, μπορεί κάποια κομμάτια να τα έχουμε φτιάξει μόνοι μας και να νομίζουμε ότι ζήσαμε κάτι που το επινοήσαμε και μετά το πιστέψαμε σαν πραγματικό. Αλλά δεν έχει και μεγάλη σημασία αν αυτό που συνέβη είναι διαφορετικό από αυτό που νομίζουμε ότι συνέβη : είναι η αλήθεια και αυτό που έγινε και αυτό που πιστεύουμε ότι έγινε. Με κάτι τέτοια μπερδευόμαστε και στους έρωτες, βλέπουμε κάποιες φορές κάτι που δεν υπάρχει και δεν βλέπουμε αυτό που υπάρχει. "
Εν μέρει επιφανειακό αλλά μια καλή προσπάθεια που στοχεύει να μας θυμίσει μέσα από σύντομες ιστορίες κάποιους απο τους αθέατους ήρωες της καθημερινοτητας.