Όταν, για μια εξέγερση, [ο Μακιαβέλλι] λέει απλώς: «Το βράδυ…» ή «Το πρωί…», το κάνει γιατί η εξέγερση είναι ήδη εκεί, δεν έχει χρόνο να πει περισσότερα. Του χρειάζεται να αποσυναρμολογήσει το μηχανισμό της εξέγερσης (είναι ο πρώτος συγγραφέας των μαζών), να εξετάσει τα γρανάζια, να δει πως λειτουργούν οι καρδιές, πως είχαν λειτουργήσει έναν μήνα πριν για να φτάσουμε ώς εδώ. Ήταν ένα χειμωνιάτικο βράδυ και ο αέρας που λυσσομανούσε έπνιξε τα φανάρια στους δρόμους και σκίζεται, ουρλιάζοντας, πάνω στο γείσο των σπιτιών της πόλης. Ή ήταν ένα πρωί μαγιάτικο με τις δόξες του, και στεναγμοί ή δόξες βρίσκονται σ’ αυτές τις εξεγερμένες καρδιές. Η αυτοψία που κάνει είναι πολύ ακριβής για να του ξεφύγει ένα τέτοιο γεγονός. Ξέρει την αξία του κρύου, της ζέστης, του ανέμου, του ήλιου και της μυρωδιάς της πασχαλιάς για την ανθρώπινη καρδιά. Στη γωνία μιας ξηρής απαρίθμησης λογικών σκέψεων βάζει ξαφνικά, σε μια απ αυτές, το ίχνος του ανέμου, της νύχτας, του ήλιου η της πασχαλιάς. Τα ίχνη αυτά είναι μέσα του.
TO ΚΕΙΜΕΝΟ του Ζιονό έχει μια μικρή ιστορία, η οποία δεν στερείται πολιτικού ενδιαφέροντος – αλλά πως θα μπορούσε να συμβεί διαφορετικά με πρωταγωνιστή του κειμένου τον Μακιαβέλλι ;
Το καλοκαίρι του 1948 ο Ζιονό προτείνει στις εκδόσεις Gallimard, να περιλάβει το έργο του Μακιαβέλλι στη διάσημη σειρά Pléiade. Ο Κλωντ Γκαλλιμάρ δέχεται και προτείνει μάλιστα στον Ζιονό να αναλάβει την ευθύνη της έκδοσης και να την προλογίσει. Το έργο σχεδιάζεται σε δύο τόμους, ο ένας για τα θεωρητικά και λογοτεχνικά κείμενα, ενώ ο δεύτερος για την ιδιωτική αλληλογραφία του Φλορεντινού, στην οποία όμως συμπεριλαμβάνονται οι αναφορές του Μακιαβέλλι στη Σινιορία, όπου περιγράφονται με κάθε λεπτομέρεια από τον ίδιο οι συναντήσεις και οι συζητήσεις του με τους εκπροσώπους των ξένων δυνάμεων, στους οποίους συγκαταλέγονται ο βασιλιάς της Γαλλίας και ο τρομερός Καίσαρ Βοργίας, ένα από τα πρότυπα του Ηγεμόνα.
Ο ιδρυτής του οίκου Γκαστόν Γκαλλιμάρ παρεμβαίνει στο θέμα και ζητά φιλικά από τον Ζιονό να ξαναγράψει το κείμενό του σε τόνο πιο συμβατό με το ύφος της σειράς. Ο συγγραφέας τελικά υποχωρεί στις υποδείξεις του φίλου του εκδότη, χωρίς όμως η υποχώρησή του να σημαίνει και συμφωνία. Σε μία επιστολή ο Ζιονό γράφει : «Η σειρά της Pleiade δεν δέχτηκε την πρώτη εισαγωγή που είχα κάνει. Υπερβολικά εκτός κανόνων. Υπερβολικά ελεύθερη. Έκανα μία άλλη σοφότερη, δηλαδή τίποτα».
Τελικά, η συμβιβαστική λύση που βρέθηκε ικανοποίησε σχεδόν όλο τον κόσμο : Το σοφό κείμενο έσωσε το κύρος της σοβαρής σειράς, ενώ ο Κύριος Μακιαβέλλι, κάπως πιο καθημερινός, κάπως πιο οικείος και κάπως πιο λαϊκός, ανοίγει τη δίτομη έκδοση των επιστολών του Φλορεντινού συγγραφέα, δημοσιευμένη και αυτή στον οίκο Gallimard, αλλά στη σειρά Απομνημονεύματα του παρελθόντος στην υπηρεσία του παρόντος. Αυτόν τον Μακιαβέλλι θα διαβάσει ο αναγνώστης στο κείμενο που ακολουθεί : Ο καθένας και ο Μακιαβέλλι του. –Γ. Β.
Jean Giono, the only son of a cobbler and a laundress, was one of France's greatest writers. His prodigious literary output included stories, essays, poetry, plays, film scripts, translations and over thirty novels, many of which have been translated into English.
Giono was a pacifist, and was twice imprisoned in France at the outset and conclusion of World War II.
He remained tied to Provence and Manosque, the little city where he was born in 1895 and, in 1970, died.
Giono was awarded the Prix Bretano, the Prix de Monaco (for the most outstanding collected work by a French writer), the Légion d'Honneur, and he was a member of the Académie Goncourt.
Χάσιμο (ελάχιστου ευτυχώς) χρόνου. Ο Giono δεν είναι Joyce για να παίζει με έμμεσες αναφορές χωρίς εξηγήσεις, ούτε έχει την απαραίτητη πένα για να σε παρασύρει στον ρυθμό που υποτίθεται θέλει να επιβάλει. Απλά κάνει φιγούρα, τίποτα άλλο. Προτάσσει το πως νομίζει ότι γράφει, όχι τον Μακιαβέλι.
Μόνο οι τελευταίες 5-10 σελίδες έχουν μια σχετική αξία και νόημα για την περιγραφή του γρίφου Μακιαβέλι.
Άγνωστο γιατί εξεδόθη σε βιβλίο η εισαγωγή ενός άλλου βιβλίου, η οποία και δεν προσφέρει τίποτα νέο για έναν από τους μεγαλύτερους πολιτικούς στοχαστές.
«Ο Κύριος Μακιαβέλλι Ή Η Αποκάλυψη Της Ανθρώπινης Καρδιάς» Του Jean Giono Απρ 15, 2019, 06:35 O Γάλλος μυθιστοριογράφος Ζαν Ζιονό, προλογίζει μετά από μια εκδοτική περιπέτεια στον οίκο Γκαλιμάρ, το 1955, την δίτομη έκδοση των επιστολών του Νικολό Μακιαβέλλι, οι οποίες δημοσιεύτηκαν στη σειρά «Απομνημονεύματα του παρελθόντος στην υπηρεσία του παρόντος» με ένα κείμενο υπό τον τίτλο «Ο Κύριος Μακιαβέλλι ή η Αποκάλυψη της ανθρώπινης Καρδιάς». «Ένας Μακιαβέλλι κάπως πιο καθημερινός, κάπως πιο οικείος και κάπως πιο λαϊκός» γράφει ο μεταφραστής του, καθηγητής Φιλοσοφίας Γεράσιμος Βώκος, ο οποίος αδόκητα έφυγε την Κυριακή.
Ο Ζιονό δημιουργεί μια ατμόσφαιρα οικείωσης με τον Μακιαβέλλι, προτείνοντας μια ματιά πέρα από τα στερεότυπα, «στον άνθρωπο που μελετά τα αντιφατικά κοινωνικά συμφέροντα» και τον πόλεμο γι αυτά: «Αυτός ο πόλεμος είναι το πάθος του. Όχι για να συμμετέχει, αλλά για να γίνει ο ιστορικός του, να μελετήσει τα σχέδια της μάχης, να προβλέψει τις νίκες και τις ήττες, να διατυπώσει μια γενική Τέχνη του πολέμου που κάνουν μεταξύ τους οι άνθρωποι για να ζήσουν».
Τον τοποθετεί στην πόλη του, τη Φλωρεντία : «Η Τέχνη του πολέμου και Ο Ηγεμόνας του» γράφει, «είναι γεμάτοι από λόφους και πεδιάδες, χωράφια και και χέρσα γη, χαντάκια, συστάδες δέντρων, δάση, φρούρια, παλάτια».
Συστήνει τους φίλους του: «Ε λοιπόν, αυτός ο άνθρωπος (που μπορούμε να τον ονομάσουμε Νικολό) έχει κολλητούς. Τα επίθετά τους, ακόμη και τα ονόματά τους, είναι σε όλα τα χείλη. Και δεν είχε μόνο έναν. Είχε επτά ή οκτώ. Έχουμε τις επιστολές που αντάλλασσαν μεταξύ τους. Όταν έφτασε η δύσκολη στιγμή, ξέρουμε πώς συμπεριφέρθηκαν».
Τέλος τον τοποθετεί στον χρόνο: «Είμαι αυτό το σπάνιο πουλί: ένας κακοπληρωμένος πολιτικός. Αλλά η ευχαρίστησή μου, αυτή δεν με ξεγελάει ποτέ. Βρισκόμαστε σε μια εποχή που ονομάζεται Αναγέννηση. Δεν σας μαθαίνω τίποτα λέγοντάς το. Είμαι άνθρωπος της Αναγέννησης, το ίδιο κι εσείς. Δεν μπορούμε να ζήσουμε χωρίς μεγάλα πρότυπα.»
«Ο Κύριος Μακιαβέλλι ή Η Αποκάλυψη της ανθρώπινης Καρδιάς» του Ζαν Ζιονό, σε μετάφραση Γεράσιμου Βώκου κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Άγρα.