«Αποδέξου με, Έρκαχοθ, γιατί είμαι το σπαθί σου και κανένα όπλο δεν θα σε υπηρετήσει καλύτερα από μένα. Μάρτυρές μου η γη, ο ουρανός και το αίμα…» Έτσι μίλησε ο Αρχάνιεν, το Κρύο και Μαύρο Ατσάλι.
Λεγόταν Έρκαχοθ και ερχόταν από την κοιλάδα του Νόρνιμ. Ήταν μαθητευόμενος των Ιπποτών του Λυκόφωτος εκεί στον Βορρά, στην άκρη του κόσμου, στην άκρη των χαρτών και της γνώσης. Και έπρεπε να σκοτώσει έναν Δράκο, για να χριστεί ιππότης. Αυτή ήταν η τελευταία του αποστολή, μια αποστολή ορισμένη για να τον ταπεινώσει, γιατί ήταν αριστερόχειρας και όλοι τον θεωρούσαν κακορίζικο και ανάξιο για ιπποσύνη. Όμως, η καταστροφή ερχόταν για τον Βορρά. Στο σκοτάδι, κάτω από έναν φλεγόμενο ουρανό, ο Έρκαχοθ βρέθηκε μόνος, χωρίς κανέναν να τον συμβουλέψει και να τον ενθαρρύνει. Αλλά εκεί όπου άλλοι βρίσκουν απόγνωση, εκείνος βρήκε ατσάλι. Θα στεκόταν, ακόμα και μόνος του αν ήταν ανάγκη, και θα πολεμούσε.
«Όπλο ξένο, εσύ ήσουν το εργαλείο που θα με γελοιοποιούσε και εγώ με τη σειρά μου θα πατούσα πάνω σου, για να γίνω Ιππότης. Όμως, τώρα η ζωή μου κινδυνεύει και αυτό που ζητώ είναι η βοήθειά σου. Λένε ότι τα ονόματα έχουν δύναμη. Είμαι ο Έρκαχοθ και είμαι αριστερόχειρας. Ό,τι δόξα είναι γραμμένη για σένα, θα είναι μισή στο χέρι μου. Υπηρέτησέ με, παρ’ όλα αυτά. Είσαι ο Αρχάνιεν, το Κρύο και Μαύρο Ατσάλι, γιατί πάγο βλέπω στην καρδιά σου και μαύρο αίμα θα τρέξει πάνω σου. Είσαι το σπαθί μου».
Το Νόρνιμ, το πρώτο μέρος της σειράς επικής φαντασίας του Νίκου Γαϊτανόπουλου, είναι η εικονογραφημένη ιστορία ενός νεαρού που ήθελε να γίνει ιππότης… Δεμένος με τρεις όρκους, δεν έχει άλλον δρόμο παρά να πολεμήσει, ίσως και να πεθάνει, για να βλαστήσει ο σπόρος μιας εποχής που οι σκιές και ο φόβος θα είναι μονάχα ιστορίες.
Η ιστορία του Έρκαχοθ είναι ένα βιβλίο που πραγματικά μου άρεσε πολύ και σαν ιστορία και σαν γραφή (παρά τις όποιες μικροαδυναμίες του). Ο συγγραφέας έχει στήσει ωραία τον κόσμο και θεωρώ ότι είναι μια καλή αρχή για τη σειρά των βιβλίων που ακολουθούν. Αναλυτικά η άποψή μου εδώ: https://wp.me/p6W83D-2mu
Ο Έρκαχοθ μεγάλωσε ως μαθητευόμενος των ιπποτών του Λυκόφωτος στην κοιλάδα του Νόρνιμ. Η τελευταία του αποστολή για να χτιστεί ιππότης είναι να σκοτώσει ένα δράκο, όμως σύντομα θα μάθει ότι του ανέθεσαν κάτι που δεν είναι εφικτό με σκοπό απλά να τον ταπεινώσουν επειδή είναι αριστερόχειρας. Σύντομα όμως θα θέσει στον εαυτό του μία πολύ πιο σημαντική αποστολή, όταν θα ανακαλύψει τι απειλεί, όχι μόνο την κοιλάδα του Νόρνιμ, αλλά ολόκληρο το Ντάργκολ.
Αρχικά να πω ότι έχω διαβάσει ελάχιστα μυθιστορήματα επικής φαντασίας, οπότε δεν έχω ιδιαίτερες συγκρίσεις να κάνω ούτε και υπερβολικές απαιτήσεις. Αυτό που ήθελα, σίγουρα το πήρα. Έναν καλοχτισμένο κόσμο με τη δική του ιστορία η οποία πάει πάνω από 5000 χρόνια πίσω, ενδιαφέρον χαρακτήρες και επικές μάχες. Και απ'τις τελευταίες έχει μπόλικες.
Σε αυτό το πρώτο βιβλίο της σειράς Έρκαχοθ, έδωσε ένα ηχηρό μήνυμα πως ήρθε για να ξεχωρίσει. Αν μου πρότεινε κανείς να συνοψίσω σε μια πρόταση τα δυνατά του στοιχεία ως δημιουργό θα έλεγα οπωσδήποτε την όμορφη και δουλεμένη γραφή του και την πλούσια φαντασία που διαθέτει, η οποία θρέφει μια καταπληκτικά επική κοσμοπλασία. Γενικά διέκρινα φοβερές αρετές και δυνατότητες, πράγμα που σημαίνει πως όμορφα πράγματα θα δούμε –ελπίζω- στο εγγύς μέλλον.
Θα είμαι ειλικρινής. Κάπου στην αρχή φοβήθηκα πως τα κίνητρα του Έρκαχοθ ήταν αδύναμα (ίσως γιατί γνώριζα πως η ιστορία έχει τις ρίζες της σε μια εποχή που ο συγγραφέας ήταν έφηβος) και η αποστολή του να σκοτώσει μόνος του έναν δράκο με προϊδέαζε για μια ανάλαφρη περιπέτεια φαντασίας. Βιάστηκα να σκεφτώ πως ο νεαρός ήρωας είναι λίγο αφελής και πως η ιστορία δε θα είχε το premise και το focus που θα ήθελα. Έκανα λάθος, καθώς οι δυνατές στιγμές δεν αργούν να έρθουν στο βιβλίο και η υπέροχη κοσμοπλασία που έχει συνθέσει ο συγγραφέας –ένα ωραίο κράμα σκοτεινού παραμυθιού & επικού high fantasy που δε διστάζει να ανακατέψει Δράκους, ξωτικά, νάνους και δαίμονες- σε γραπώνει από τις πρώτες αράδες, όταν αρχίζει η διήγησή της.
Τι θα συναντήσετε στο μυθιστόρημα; Το ταξίδι στο Νόρνιμ και στα Ακέφαλα Όρη, ενδιαφέροντες χαρακτήρες όπως ο Ρέντχιλ, μαύρα σπαθιά, στοιχειωμένοι πύργοι και κτηνώδεις οβελίσκοι που κρύβουν μαγεμένες πύλες, θρύλοι όπως η Πορφυρή Αδελφότητα και ο Δρακοπόλεμος, ενώ δε λείπουν και οι ανατροπές σε κομβικά σημεία της ιστορίας. Υπάρχουν επίσης φειδωλές πληροφορίες για τις οποίες θέλεις να μάθεις περισσότερα πράγματα όπως οι σκιές του Νέκαροχ, τα Χάουορθ και οι Ιππότες. Είναι πραγματικά ένας ενδιαφέρων κόσμος που εξάπτει τη φαντασία και σε προκαλεί να μάθεις κι άλλα για δαύτον.
Αν κάτι βρήκα αδύναμο στην ιστορία ήταν η επιλογή του συγγραφέα τα δεινά του Έρκαχοθ να προέρχονται από το γεγονός πως αυτός είναι αριστερόχειρας. Θα προτιμούσα η προκατάληψη στο πρόσωπό του να βασίζεται σε κάτι πιο ριζοσπαστικό και σοκαριστικό. Ένα παράδειγμα που μου έρχεται στον νου είναι το παιχνίδι ICO, όπου ο πρωταγωνιστής βιώνει παρόμοια απόρριψη διότι στο μέτωπό του φυτρώνουν… κέρατα. Αντιλαμβάνομαι πως ο δημιουργός ορίζει και θεσπίζει αυτός τους κανόνες του κόσμου που έχει πλάσει, μα δεν μπορώ να μην πω πως κάπου όλο αυτό το σκηνικό με τη συγκεκριμένη δεισιδαιμονία μού φάνταζε υπερβολική.
Anyway, all in all, μια πραγματικά αξιόλογη δουλειά από τον Νίκο Γαϊτανόπουλο!
ΥΓ: Προσωπική παράκληση, περισσότερο show με τον Ουνβίντμαουρ στο βιβλίο ΙΙ!
Ένα πολύ ικανοποιητικό βιβλίο φαντασίας που υπόσχεται να είναι το πρώτο μιας επικής σειράς. Πατάει σε δοκιμασμένα μοτίβα και είναι αρκετά πυκνογραμμένο με ρυθμό μέτριο αλλά καταφέρνει να χτίσει την εικόνα ενός ενδιαφέροντα κόσμου.
Την άποψή μου μπορείτε να βρείτε και στον Βιβλιολόγο εδώ.
Βαθμολογία: 4/5
Ο νεαρός και ορφανός Έρκαχοθ είναι μαθητευόμενος των Ιπποτών του Λυκόφωτος στην κοιλάδα του Νόρνιμ. Είναι αριστερόχειρας και όλοι τον χλευάζουν και τον κάνουν πέρα επειδή λέγεται πως οι αριστερόχειρες είναι κακότυχοι. Όταν τον στείλουν σε αποστολή να σκοτώσει έναν δράκο, θα συναντήσει τον Ρέντχιλ, έναν ηλικιωμένο ερημίτη, φύλακα γνωστών και ξεχασμένων ιστοριών. Με σύντροφο τον Ρέντχιλ και το πιστό του σπαθί Αρχάνιεν, θα περιπλανηθεί στον Βορρά προσπαθώντας να βρει έναν τρόπο να αντιμετωπίσει το αρχαίο κακό που απειλεί την περιοχή του.
Η Αλεξάνδρα του Matobookalo κι εγώ διαβάσαμε παράλληλα το βιβλίο (χωρίς βέβαια να επηρεάσουμε ο ένας τη γνώμη του άλλου) και σήμερα σας έχουμε τις απόψεις και των δύο. Μπορείτε να βρείτε την κριτική της Αλεξάνδρας εδώ.
Η ιστορία έχει τρομερό ενδιαφέρον και με κράτησε μέχρι την τελευταία σελίδα. Οι εξελίξεις, όμως, ακολουθούν ένα παρόμοιο μοτίβο. Ο Έρκαχοθ πηγαίνει σε κάποιο μέρος, το οποίο προσπαθεί μάταια να προστατέψει από σκοτεινές δυνάμεις.
Το μοναδικό παράπονο που είχα από το βιβλίο είναι ότι ήθελα κι άλλους συντρόφους στο πλευρό του Έρκαχοθ που ελπίζω να τους βρει στο επόμενο μέρος. Αισθητή ήταν, επίσης, η έλλειψη γυναικείων χαρακτήρων και ειδικότερα δυναμικών γυναικών, καθώς στον κόσμο αυτό ο ρόλος τους περιορίζεται σε αυτόν της νοικοκυράς. Στο τέλος, βέβαια, διορθώνεται η κατάσταση, καθώς συναντάμε τη Λίιντε, που ελπίζω να παραμείνει στο πλευρό του ήρωα και στη συνέχεια.
Όσο για την έκδοση, στο σύνολό της τη βρήκα άριστη. Το βιβλίο έχει δουλευτεί πολύ, έχει γίνει τρομερή επιμέλεια και αυτό φαίνεται (να τα ακούν αυτά κάποιοι άλλοι εκδοτικοί, ονόματα δε λέμε). Συνοδεύεται από πολλά σχέδια του ίδιου του Νίκου Γαϊτανόπουλου που σχετίζονται με το κεφάλαιο στο οποίο βρίσκονται.
Φυσικά, το Νόρνιμ κλείνει αφήνοντάς μας να αγωνιούμε για το μέλλον του Έρκαχοθ και του κόσμου. Ανυπομονώ για τη συνέχεια, αλλά δέχομαι να περιμένω όσο καιρό χρειαστεί για να είναι και το επόμενο βιβλίο εξίσου καλοδουλεμένο. Μέχρι τότε, θα αναζητήσω σίγουρα και το πρώτο βιβλίο του Γαϊτανόπουλου «Από τη σοφίτα στο Νόρνιμ», με ιστορίες από τον ίδιο κόσμο. Θα ξεκινήσω από τα θετικά του μυθιστορήματος. Όντας το πρώτο βιβλίο μιας σειράς επικής φαντασίας, θέτει γερά θεμέλια για αυτά που θα ακολουθήσουν. Μέσα από τις αφηγήσεις των χαρακτήρων, μαθαίνουμε ιστορικά γεγονότα που σημάδεψαν τον κόσμο, για τους δράκους, τους δαίμονες, τις τρεις φυλές και άλλα πλάσματα. Μέσα από το ταξίδι του Έρκαχοθ και τις εξαιρετικές περιγραφές του συγγραφέα, παίρνουμε μια ιδέα για τη φυσική και πολιτική γεωγραφία του Νόρνιμ και του ευρύτερου Ντάργκολ, αλλά θα βόλευε στο επόμενο βιβλίο να έχουμε και κάποιον χάρτη. Με λίγα λόγια, το world-building είναι άψογο.
Ο Έρκαχοθ, αν και δε μαθαίνουμε λεπτομέρειες για την εκπαίδευσή του, είναι ένας ρεαλιστικά δοσμένος χαρακτήρας. Θαρραλέος, αλλά και ευαίσθητος. Σκληροτράχηλος, αλλά όχι άτρωτος. Είναι καλός στη μάχη, αλλά ξέρει και να υποχωρήσει. Είναι επίμονος, θέτει στόχους και παλεύει να κρατήσει τους όρκους που έχει δώσει.
Η βαθμολογία που έχω βάλει στον Έρκαχοθ έχει κάτι το παράδοξο. Διαβάζοντας το βιβλίο, εξάντλησα την αυστηρότητά μου πάνω του, το πέρασα με το ψιλό χτενάκι για τις ψείρες που θυμούνται ίσως όσοι γεννήθηκαν στα '80s - όπως μου ζήτησε να κάνω ο συγγραφέας του. Ως εκ τούτου, δεν μπόρεσα να το διαβάσω ως απλός αναγνώστης και πιστεύω πως κάτι στερήθηκα από μια "αγνή ανάγνωσή" του. Από την άλλη, έχω συναίσθηση του γεγονότος αυτού και το διάβασα μέχρι τέλους, πάντα με περιέργεια τι θα γίνει στη συνέχεια. Επομένως η βαθμολογία είναι μια εκτίμηση του πόσο καλό θα θεωρούσε το βιβλίο ένας παλάιμαχος μεν, αλλά όχι απαράιτητα ψυχαναγκαστικός αναγνώστης.
Καθόλου άσχημα.
Ο Νίκος Γαϊτανόπουλος έχει επιχειρήσει κάτι πολύ δύσκολο: να γράψει ένα σοβαρό, περίπλοκο και διόλου ελαφρύ fantasy, στα πρότυπα μεν του εξωτερικού, αλλά δίχως ξερή μίμηση (μια κάποια μίμηση ή όμοιότητα, αν προτιμάτε, είναι αναπόφευκτη στον σημερινό κόσμο). Μέσα στις σελίδες του, πέραν της κεντρικής ιστορίας του Έρκαχοθ, περνάει μέρος της κοσμολογίας, της αρχαίας ιστορίας και άλλων δομικών στοιχείων του κόσμου του, στοιχεία τα οποία αποκαλύπτουν πόσο καιρό έχει περάσει μέχρι να καταστλάξει σε αυτό που παρουσιάζει.
Το βιβλίο έχει φυσικά κάποια προβλήματα, όπως το 99,99% των βιβλίων νεότευκτων (ή μη, εδώ που τα λέμε) συγγραφέων, όμως συχνά είναι προβλήματα που πηγάζουν από τη φιλόδοξη "κατασκευή", ή για πολύ κόσμο μπορεί να μην θεωρούνται καν προβλήματα. Όπως είπα, ο τρόπος που διάβασα το βιβλίο έχει στρεβλώσει πολύ την αντίληψή μου.
Αν έπρεπε να εντοπίσω κάτι που σίγουρα επιδέχεται διόρθωση, είναι η κατατομή, το πώς παρουσιάζονται ορισμένα μεγάλα κομμάτια πληροφοριών. Συχνά ο Νίκος Γαϊτανόπουλος χρησιμοποιεί μια εγκιβωτισμένη αφήγηση, οπότε κάποιος χαρακτήρας (ο Έρκαχοθ συνήθως) ακούει / μαθαίνει / βλέπει σε όραμα μεγάλα κομμάτια της αρχαίας ιστορίας του κόσμου, ενώ μετά συνεχίζεται η προηγούμενη αλληλεπίδραση μεταξύ των χαρακτήρων. Επίσης, 13 κεφάλαια είναι πολύ λίγα για ένα τόσο μεγάλο βιβλίο. Θα έλεγα ότι θέλει άπλωμα και εσωτερική κατάτμηση, διευκολύνοντας έτσι τον αναγνώστη να παρακολουθήσει και να θυμάται τον πλούτο και τη λεπτομέρεια που παρουσιάζονται μέσα από τις εσωτερικές αυτές αφηγήσεις.
Το βιβλίο, όμως; Η ίδια η ιστορία; Η ιστορία δεν είναι αυτό που περιμένει κανείς συνήθως από ένα βιβλίο φαντασίας και αυτό είναι σε μεγάλο βαθμό αναζωογονητικό. Ο Έρκαχοθ έχει όλη την καλή διάθεση να είναι ηρωικός - αλλά συχνά αποτυγχάνει. Είναι φοβερά αφελής και αυτό το πληρώνει με τη σκληρή πραγματικότητα ενός κόσμου που είναι πολύ χειρότερη από αυτό που ο ίδιος θεωρεί μαρτύριο της εκπαίδευσής του - ξανά και ξανά. Μέσα από τα μάτια του, βρισκόμαστε εξίσου έκπληκτοι, πιανομαστε εξίσου κορόιδα και νιώθουμε την ίδια απογοήτευση με εκείνον.
Αναρωτιέται κανείς πόσο σκόπιμο είναι αυτό, μέχρι που ο συγγραφέας δίνει το στίγμα του, το credo του κόσμου του πέραν πάσης αμφισβήτησης: "Δεν χρειαζόμαστε εκλεκτούς. Χρειαζόμαστε ανθρώπους που επιλέγουν το μονοπάτι τους".
Και φυσικά, η μεγάλη απόλαυση είναι οι κακοί, είτε πρόκειται για ρεαλιστικούς δεισιδαίμονες ανθρώπους (όχι αμιγώς κακούς, αν θέλετε), μέχρι αρχέγονα κακόβουλα όντα που πάιζουν μπάλα με ολόκληρη την πλάση.
Το Νόρνιμ δεν είναι χαλαρό ανάγνωσμα, δεν είναι απλά ένα μοντάζ από χιλιοπαιγμένα μοτίβα φαντασίας που εύκολα παρακολουθείς και προβλέπεις. Είναι ένα βιβλίο που απαιτεί αφοσίωση και για έναν συγγραφέα, αυτό θέλει κότσια.
Γνώρισα τον Νίκο Γαϊτανόπουλο στο φετινό Φαντασμαγόρια και μεμιάς τράβηξε την προσοχή μου ο πάγκος του: μαγεύτηκα από το εκπληκτικό ζωγραφικό του έργο! Αγόρασα κάποια πριντ του, του έστειλα κάποιο κόσμο –εφόσον τους έπρηξα με τον ενθουσιασμό μου- και με το πέρας του φεστιβάλ, αγόρασα το βιβλίο του. Έπρεπε να το έχω!
Ανυπομονούσα λοιπόν να το διαβάσω και στο τραίνο με το ταξίδι της επιστροφής, το ξεκίνησα και έφτασα μεμιάς στην σελίδα εκατό. Καλώς ή κακώς, έπειτα έπιασα το τελευταίο του Κόνολι και μετά διάβασα άλλα τέσσερα του Ιρλανδού στα καπάκια και πέρασαν οι μήνες, έχοντας ξεχάσει ότι το βιβλίο του Γαϊτανόπουλου το έχω και σκεπτόμενος συνεχώς ότι θέλω να το αγοράσω και να το διαβάσω! Ό,τι-να-‘ναι, το ξέρω, μα τα αδιάβαστά μου τα έχω κρυμμένα και όχι στην βιβλιοθήκη μου (έχω μια εμμονή να θέλω να φαίνονται μόνο οι ράχες από τα διαβασμένα ή από τα σωσμένα από scavenging) οπότε εκεί κατάλαβα ότι γερνάω και κάτι παίζει με την μνήμη μου, όταν συνειδητοποίησα χτες ότι το έχω. Οπότε το πήρα στα χέρια μου, έβγαλα τον σελιδοδείκτη από την εκατό και τον έβαλα στην αρχή, και το διάβασα όλο μονοκοπανιά.
Νόρνιμ λοιπόν. Έτσι ονομάζεται το πρώτο βιβλίο και ο ήρωάς μας ονομάζεται Έρκαχοθ. Δε θα το κρύψω, είμαι σε μουντ διακοπών, οπότε αυτό το βιβλίο ήταν ακριβώς ό,τι έπρεπε τη δεδομένη στιγμή -και ειδικά έχοντας μόλις τελειώσει την τετραλογία του Χώκμουν- ήθελα κάτι επικό, μια περιπέτεια, δίχως να μου ζαλίσει ο συγγραφέας τον έρωτα με ζουμιά και αμπελοφιλοσοφίες. Και χαίρομαι που το βρήκα.
Το Έρκαχοθ είναι καθαρόαιμο επικό φάνταζι, ειλικρινές, προσιτό και περιπετειώδες. Δεν προσπαθεί να πρωτοτυπήσει και δεν είναι ανάγκη κιόλας για όσους αγαπάνε το είδος. Έχουμε τον νεαρό ήρωα που μέλει να γίνει το συναισθηματικό μας επίκεντρο, ταξιδεύομε μαζί του σε έναν νέο κόσμο, έχουμε το ίδιος δέος και παιδική περιπέτεια με εκείνον για να μάθουμε όσα περισσότερα μπορούμε γι αυτό τον κόσμο και έχουμε ένα εσωτερικό χάος που πιστεύω αντικατοπτρίζει την κατάσταση ολονών μας την σήμερον ημέρα και ειδικά στις ηλικίες 15-35. Έχουμε τον Ρέντχιλ, το σοφό πατρικό πρότυπο, τον άνθρωπο που θα θέλαμε να μας συμβουλεύει, να γίνει μέντοράς μας και να μας βοηθήσει να βγάλουμε λίγο νόημα με όλη αυτή την αλλόκοτη κατάσταση που λέγεται ‘’ζωή’’ και έχουμε και τον Βάρδο, τον αναπάντεχο φίλο που ήρθε από το πουθενά και χαιρόμαστε που έγινε σύντροφός μας.
Δε θέλω να κάνω σπόιλερς, μα το συγκεκριμένο έργο πρόκειται για μία πανδαισία από αφηγήσεις, μάχες, δράκους, ξωτικά, δαίμονες, σπηλιές, δάση, σφαγές και γενικά όλα όσα αγαπάμε σε αυτό το είδος. Μου θύμισε αρκετά Μούρκοκ και Σαλβατόρε, αλλά επίσης μου έφερε στο νου Rhapsody of Fire και Hammerfall, οπότε θυμήθηκα την εφηβεία μου και χαμογελούσα με χαρά όταν σκεφτόμουν πιο κομμάτι θα κολλούσε σε κάθε κεφάλαιο.
Αρνητικά δεν υπάρχουν, αν κάποιος το πάρει για αυτό που είναι και για το είδος που πρεσβεύει. Ίσως κάποιοι να βρουν περίεργο τον ρυθμό, μα κάθε αναδρομή και κάθε αφήγηση μας εμπλουτίζει ακόμα περισσότερο την γνώση μας γι αυτό τον νέο κόσμο. Ίσως κάποιοι να κουραστούν από τον Ρέντχιλ, μα όποτε ανοίγει το στόμα του πετάει όμορφα αποστάγματα σοφίας που θα φέρουν στο νου έναν νεότερο και πιο badass Γκάνταλφ. Μπορεί επίσης να τραβηχτούν παράλληλες μεταξύ Αρχάνιεν και Καταιγίδας ή Αρχάνιεν και Λυκόφωτος με Παγωμένο Θάνατο και (το άλλο σπαθί του Ντριντζ που τώρα δεν θυμάμαι γιατί έχουν περάσει χρόνια), μα αυτά δεν έχουν σημασία. Όποιος αποφασίσει να το διαβάσει, σίγουρα θα περάσει όμορφα τις ώρες που θα αφιερώσει! Ένα μεγάλο μπόνους είναι η εικονογράφηση που αποτελείται από έργα του συγγραφέα, αν και με έκαναν να θέλω περισσότερα ή έστω κάποια έγχρωμα εντός τους (αυτό ίσως να είναι μόνο η δική μου γνώμη, μα είμαι πάντα κάπως άπληστος όταν το θέμα έρχεται στην εικονογράφηση, χεχε).
Το βάζω στο ράφι με ένα χαμόγελο και δίχως να ξεχάσω ποτέ το πρώτο κεφάλαιο -το οποίο ίσως να ήταν και το αγαπημένο μου (μαζί με το πύργο του Μπέην)- και με την εικόνα του Έρκαχοθ στην αρχή του ταξιδιού του!
Αν και καλογραμμένο, το Νόρνιμ είναι ένα παντελώς άψυχο ανάγνωσμα. Ο συγγραφέας έριξε πολύ δουλειά στην ιστορία του κόσμου, καθώς και στην ζοφερή του ατμόσφαιρα, αλλά δε νοιάστηκε μια στο να χτίσει ενδιαφέροντες χαρακτήρες ή μια πλοκή της προκοπής. Καθόμουν και διάβαζα εκατοντάδες σελίδες με ιστορίες από το παρελθόν, και για ανελέητες σφαγές όπου κατακρεουργούνται γυναικόπαιδα, χωρίς να νοιώθω το παραμικρό. Ήταν γιατί κανένας από τους χαρακτήρες δεν είχε ενδιαφέρον σαν προσωπικότητα και οι περισσότεροι δεν είχαν καν σκιαγράφηση. Ήταν εκεί για να σφαχτούνε στα φεύγα σαν υπενθύμιση του πόσο μαύρα κι άραχνα εί��αι όλα στο σέτινγκ.
Ούτε καν η πλοκή έβγαζε πολύ νόημα μετά από λίγο, μιας που οι χαρακτήρες είναι τόσο κούφιοι που δε καταλάβαινα καν το σκεπτικό τους. Ο πρωταγωνιστής για παράδειγμα το έχει δέσει κόμπο να σκοτώσει ένα δράκο. Όλοι τον κοροϊδεύουν γιατί δεν γίνεται να τα καταφέρει μόνος του. Και έχουν δίκιο, μιας που με το που του στήνουν ενέδρα τέρατα τον πιάνουνε αιχμάλωτο με ευκολία. Μα πως στο κόρακα σκόπευε να σκοτώσει ολάκερο δράκο αν δε φέρνει βόλτα ούτε μια ντουζίνα τερατάκια;
Και τα χαζά δε σταματάνε εκεί, μιας που τα τέρατα σφάζουν και ρημάζουν ανελέητα τους πάντες, αλλά τον πρωταγωνιστή δια μαγείας τον θέλανε ζωντανό. Plot armor του κώλου δηλαδή. Και ζωντανό να τον χρειάζονταν για κάτι σημαντικό, δε δικαιολογεί το ότι αμέσως μετά τον αφήνουν μόνο με έναν μόνο φρουρό, όπου προβλέψιμα τον σώζει ένας άλλος πολεμιστής που τυχαία περνούσε από εκεί.
Μετά στο άκυρο ένα μαγεμένο σπαθί καλεί τον πρωταγωνιστή, και μας αραδιάζονται εκατοντάδες σελίδες για την ιστορία του. Μα ρε φίλε, δε θα έπρεπε να κάνει κάτι πρώτα ο ήρωας για να το αξίζει το σπαθί; Αυτός είναι εντελώς νουμπάς. Και δε θα έπρεπε πρώτα να έχει γίνει κάτι για να νοιαστούμε για τον πρωταγωνιστή ώστε να δίνουμε σκασίλα που πήρε το σπαθί; Τίποτα πια; Μόνο ιστορίες για αγρίους και ξεκοιλιάσματα για να περνάει η ώρα;
Και θα γκρινιάξω και λίγο για το εξώφυλλο. Όχι μόνο είναι πολύ απλό και δε τραβάει το μάτι, πετάξανε και τα πολύ μικρά γράμματα τόσο κοντά στη ράχη που τα έκρυψε το δίπλωμα του χαρτιού όταν άνοιξα το βιβλίο. Τι προχειροδουλειές είναι αυτές;
Στο σύνολο του ήταν ένα χάσιμο χρόνου και χρήματος. Δε νοιαζόμουν για το παραμικρό και δεν είχε να πει κάτι που δε το βρίσκω καλύτερα αλλού.