Νορβηγία, χειμώνας 1970. Στο Μπέργκεν το έγκλημα είναι σχεδόν άγνωστη λέξη. Το απανθρακωμένο πτώμα μιας άγνωστης γυναίκας στην κοιλάδα του Ίσνταλ –στην Κοιλάδα του Θανάτου, όπως την αποκαλούν οι ντόπιοι– θα ταράξει την ήσυχη πόλη.
Ο θάνατός της αποτελεί αίνιγμα. Κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά αν η γυναίκα αυτοκτόνησε ή αν έπεσε θύμα δολοφονικής ενέργειας. Όσο περνούν οι μέρες, όμως, οι πιθανότητες για τη δεύτερη περίπτωση αυξάνονται. Οι αρχές βρίσκονται μπροστά σε έναν γρίφο: Η γυναίκα είχε φροντίσει να κρύψει την πραγματική της ταυτότητα πίσω από μία ντουζίνα ψεύτικα έγγραφα, μεταμφιέσεις και κωδικοποιημένα σημειώματα, ενώ από τα καψαλισμένα ρούχα που βρίσκονται γύρω της έχουν κοπεί επιμελώς οι ετικέτες. Ταυτόχρονα, η δραστηριότητα ξένων κατασκόπων στην περιοχή, αλλά και μιας ακροδεξιάς οργάνωσης, περιπλέκει ακόμα περισσότερο την έρευνα.
Ο Ρολφ Στόλεσεν, αστυνομικός του τοπικού τμήματος, με τη βοήθεια του Άνερς Φλο, ειδικού πράκτορα του Εγκληματολογικού, θα προσπαθήσει να ανακαλύψει τι τράβηξε τη νεαρή γυναίκα στη μέση του πουθενά και τι προκάλεσε τον θάνατό της. Η προσπάθειά τους να ανακαλύψουν από τι προσπαθούσε να ξεφύγει η άγνωστη θα τους οδηγήσει στην αποκάλυψη ενός καλά φυλαγμένου μυστικού, το οποίο μπορεί και να τους συντρίψει. Βασισμένο στην πραγματική υπόθεση της γυναίκας του Ίσνταλ, η οποία παραμένει ανεξιχνίαστη εδώ και σχεδόν πέντε δεκαετίες, πρόσφατα διασκευάστηκε σε podcast από το BBC, σε συνεργασία με το κορυφαίο νορβηγικό τηλεοπτικό κανάλι NRK TV.
Το βιβλίο καταπιάνεται με μία ανεξιχνίαστη μέχρι και σήμερα υπόθεση που έλαβε χώρα πριν 50 περίπου χρόνια στη Νορβηγία και συγκεκριμένα στην κοιλάδα του Ίσνταλ. Εκεί, τον Νοέμβριο του 1970 βρέθηκε το απανθρακωμένο πτώμα άγνωστης γυναίκας. Μετά την ιατροδικαστική εξέταση, αποδείχτηκε ότι η γυναίκα είχε καταναλώσει μεγάλη ποσότητα υπνωτικών χαπιών, ενώ στις αποσκευές της βρέθηκαν αντικείμενα που παρέπεμπαν σε άτομο που θέλει να κρύψει την ταυτότητά του (περούκες, γυαλιά ηλίου, ρούχα χωρίς ετικέτες). Η υπόθεση δίχασε την αστυνομία: ήταν φόνος ή αυτοκτονία; Με αφετηρία τα λιγοστά στοιχεία που έχει στη διάθεσή της και με τη συνδρομή δύο ειδικών πρακτόρων της Kripos, η Νορβηγική αστυνομία προσπαθεί να δώσει μια απάντηση στο ποια ήταν η γυναίκα, πώς πέθανε και γιατί.
Φυσικά το βιβλίο δεν εστιάζει αυστηρά στην υπόθεση, δεν είναι δηλαδή σε καμία περίπτωση μια δημοσιογραφική αποτύπωση των γεγονότων. Ακολουθούμε τον επιθεωρητή της Νορβηγικής αστυνομίας Ρολφ Στόλεσεν, τον επικεφαλής της μυστηριώδους υπόθεσης, ο οποίος πονοκεφαλιάζει όχι μόνο με την υπόθεση-λαχείο που του έτυχε, αλλά και με τα προσωπικά του προβλήματα. Ο συγγραφέας καταπιάνεται με τις γονεϊκές σχέσεις και πιο συγκεκριμένα με τη σχέση πατέρα – παιδιού (γι’ αυτό φαντάζομαι ότι αφιερώνει το βιβλίο στον πατέρα του). Το στοιχείο αυτό υπάρχει σε ιδανική ποσότητα μέσα στο βιβλίο: η αφήγηση επικεντρώνεται κατά κύριο λόγο στη λύση της μυστηριώδους υπόθεσης, χωρίς να ξεφεύγει με τα προσωπικά δράματα των πρωταγωνιστών. Ωστόσο, χωρίς αυτό, οι πρωταγωνιστές μας θα ήταν μάλλον αδιάφοροι.
Βρήκα ιδιαίτερα βολικά τα μικρά κεφάλαια, τα οποία κάνουν το βιβλίο να διαβάζεται ακόμη πιο εύκολα, χωρίς όμως να χάνει η αφήγηση τη συνοχή της. Δεν ένιωσα ότι το βιβλίο “έκανε κοιλιά”, ούτε αισθάνθηκα ότι φλυαρούσε χωρίς να υπάρχει λόγος.
Εάν είχα ένα “πρόβλημα”, αυτό ήταν με την ύπαρξη πολλών ονομάτων. Στην αρχή με δυσκόλεψαν -άλλωστε δε φημίζομαι για το καλό μου μνημονικό- αλλά έλυσα γρήγορα το πρόβλημα με μπλοκάκι και μολύβι.
Η λύση της υπόθεσης με ικανοποίησε περισσότερο απ’ όσο περίμενα. Ακόμη κι όταν πλησίαζαν οι τελευταίες σελίδες και είχα μια ιδέα για το “πού το πάει”, είχα ακόμη άλυτες απορίες, οι οποίες απαντώνται μία – μία, μέχρι και την τελευταία σελίδα, βάζοντας στη θέση τους όλα τα κομμάτια του παζλ. Θα ήθελα να πω περισσότερα, αλλά θεωρώ ότι θα χαλάσω την μαγεία αυτών που θέλουν να διαβάσουν το βιβλίο, οπότε δε θα σχολιάσω τίποτα παραπάνω – ούτε καν ένα μικρό hint που έχω δει να δίνεται σε άλλες κριτικές. Τελειώνοντας το τελευταίο κεφάλαιο, ο συγγραφέας με είχε πείσει στο 100% ότι η εκδοχή του θα μπορούσε να είναι η αληθινή κι αυτό το θεωρώ μεγάλη επιτυχία.
Για έναν λάτρη των αστυνομικών μυθιστορημάτων ίσως μια υπόθεση που δεν έχει καταφέρει να κλείσει να μοιάζει με βασανιστήριο (είμαστε και περίεργοι, θέλουμε να τα ξέρουμε όλα, ΟΛΑ όμως), αλλά για έναν συγγραφέα αστυνομικής λογοτεχνίας αποτελεί μια ευκαιρία να δώσει ο ίδιος την απάντηση που θέλει ή που φαντάζεται ότι πράγματι ισχύει. Στον επίλογο, ο συγγραφέας εξηγεί στον αναγνώστη τον τρόπο με τον οποίο ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή με την υπόθεση, πώς τον επηρέασε και πώς εμπνεύστηκε τελικά τη δική του εκδοχή της ιστορίας.
Έχοντας διαβάσει μόνο το πρώτο έργο του Γιαννίση και γνωρίζοντας ότι ανάμεσα σ’ αυτό και στη Γυναίκα του Ίσνταλ παρεμβάλλονται άλλα τέσσερα βιβλία (τρία από τη σειρά με τον Άντερς και ένα σε συνεργασία με άλλους τρεις συγγραφείς), αναγνωρίζω και χαίρομαι πάρα πολύ για την εμφανή εξέλιξή του, η οποία αντιλαμβάνομαι ότι είναι αποτέλεσμα σκληρής δουλειάς και εξάσκησης. Θα καταλήξω να γίνω γραφική, μιλώντας πάλι για Έλληνες συγγραφείς που δεν έχουν τίποτα να ζηλέψουν απ’ τους ξένους μπεστεσελεράδες που φιγουράρουν πρώτες μούρες στα ράφια των βιβλιοπωλείων, αλλά αισθάνομαι ότι υπάρχει η ανάγκη να το πω, μιας που ακόμη υπάρχει κόσμος ο οποίος όταν διαβάζει ένα καλό βιβλίο εγχώριας παραγωγής, σχολιάζει “πολύ καλό για ελληνικό”: Ε ναι λοιπόν, ο Γιαννίσης δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από τους ξένους συναδέλφους του.
Μετά από τέσσερα άκρως επιτυχημένα βιβλία με κεντρικό ήρωα τον Άντερς Οικονομίδη, ο Βαγγέλης Γιαννίσης επιστρέφει με μια διαφορετική ιστορία, η οποία είναι βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα και υπόσχεται να κλέψει τις εντυπώσεις και να μας παρασύρει στη γοητευτική πλοκή της.
Η δράση εκτυλίσσεται στο Μπέργκεν της Νορβηγίας, τον χειμώνα του 1970. Στην κοιλάδα του Ίσνταλ -την «Κοιλάδα του Θανάτου», όπως την αποκαλούν, γιατί κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα εκεί έδιναν τέλος στη ζωή τους όσοι επέλεγαν να αυτοκτονήσουν- ανακαλύπτεται το απανθρακωμένο σώμα μιας γυναίκας. Κανείς δεν είναι σίγουρος αν πρόκειται για αυτοκτονία ή για εγκληματική ενέργεια. Η τοπική αστυνομία αναλαμβάνει την υπόθεση, με επικεφαλής τον επιθεωρητή Ρολφ Στόλεσεν, σύντομα όμως καταφτάνουν από το Όσλο δύο ειδικοί πράκτορες της Kripos για να βοηθήσουν στις έρευνες. Τα στοιχεία μαρτυρούν πως η εν λόγω γυναίκα οπωσδήποτε κάτι έκρυβε. Στις δύο αποσκευές της, οι αστυνομικοί ανακαλύπτουν ψεύτικα έγγραφα, περούκες, είδη μεταμφίεσης, ξένα νομίσματα και κωδικοποιημένα σημειώματα. Όλα δείχνουν πως η γυναίκα ήταν κατάσκοπος και ο θάνατός της δολοφονία. Τα ιατροδικαστικά στοιχεία διαφωτίζουν κάποια σημεία του γρίφου, παράλληλα όμως προκαλούν νέα ερωτήματα. Ταυτόχρονα, η εμφάνιση στην περιοχή κάποιων ατόμων με μελαμψά χαρακτηριστικά ενισχύει τη θεωρία περί κατασκοπίας και η αστυνομία ξεκινά έρευνα και για τον δικό τους πιθανό ρόλο στην υπόθεση. Τα ερωτήματα που προκύπτουν στην πορεία της έρευνας κάνουν πιο δύσκολη τη διαλεύκανση της υπόθεσης. Ποια ήταν τελικά η μυστηριώδης γυναίκα; Σχετιζόταν πράγματι με επιβιώσαντες του ναζιστικού καθεστώτος, και με ποιον τρόπο; Ποιοι την κυνηγούσαν; Ευθύνονταν στ’ αλήθεια αυτοί για τον θάνατό της; Και πώς σχετίζονται όλα αυτά με μια τοπική ακροδεξιά οργάνωση; Εκτός από το να βρουν τις απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήματα, οι ήρωες καλούνται επίσης να διαχειριστούν τα διάφορα προσωπικά τους προβλήματα και να βρουν τις απαιτούμενες ισορροπίες ανάμεσα στα ανθρώπινά όριά τους και το καθήκον τους απέναντι στη δικαιοσύνη…
Το πόσο ξεχωριστό είναι το συγκεκριμένο βιβλίο του Βαγγέλη Γιαννίση είναι φανερό από την πρώτη σελίδα, μιας και το προλογικό σημείωμα ανήκει στον «πολύ» Jorn Lier Horst, διάσημο Σκανδιναβό συγγραφέα αστυνομικών μυθιστορημάτων, γνωστό και στη χώρα μας. Να αναφέρω εδώ ότι αυτό σίγουρα αποτελεί ξεχωριστό «παράσημο», μιας και προσωπικά δεν το έχω ξαναδεί να συμβαίνει με κάποιον άλλον ξένο συγγραφέα προς Έλληνα ομότεχνό του, και προϊδεάζει τον αναγνώστη για τα όσα επακολουθήσουν. Ο Γιαννίσης έχει επιλέξει να βασίσει την ιστορία του σε πραγματικά γεγονότα και να καταπιαστεί με μια υπόθεση που παραμένει ανεξιχνίαστη εδώ και πενήντα χρόνια περίπου. Όπως αναφέρει και ο ίδιος, στο δικό του σημείωμα στο τέλος του βιβλίου, χρειάστηκε εντατική και προσεκτική έρευνα όλων των στοιχείων που είχε στη διάθεσή του, αλλά και ο σωστός τρόπος ώστε να συνδυαστούν όλα αυτά με την «καθαρή» μυθοπλασία. Για να το καταφέρει χρησιμοποίησε την πλούσια φαντασία του, το ταλέντο του στο γράψιμο και «το μεγαλύτερο όπλο ενός συγγραφέα: την ελευθερία που έχει να δημιουργήσει έναν κόσμο όπως τον θέλει εκείνος». Και το πέτυχε! Τα στοιχεία που προέκυψαν από την τότε έρευνα και η μυθιστορηματική πλοκή συνδυάζονται με έναν τρόπο άψογα αρμονικό, σφιχτό και άκρως ρεαλιστικό, έτσι ώστε ξεχνά κανείς πού τελειώνει το ένα και πού ξεκινά το άλλο. Η αφήγηση αποτυπώνει με πιστότητα την εποχή στην οποία αναφέρεται, την ατμόσφαιρα και τις συνθήκες που επικρατούσαν τότε, σε όλους τους τομείς. Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου ο αναγνώστης ταξιδεύει στο παρελθόν, γίνεται γνώστης μιας υπόθεσης που απασχόλησε μια ολόκληρη χώρα και συνεχίζει να προκαλεί το ενδιαφέρον ακόμα και σήμερα. Αποδεδειγμένα άψογος γνώστης του σκανδιναβικού τρόπου γραφής και της σκανδιναβικής λογοτεχνίας και κουλτούρας, ο συγγραφέας δεν θα μπορούσε να μην αποδώσει εξαιρετικά και την ψυχοσύνθεση των ηρώων του βιβλίου. Όλοι τους είναι εν μέρει προβληματικοί ως χαρακτήρες, λίγο καταθλιπτικοί, με κατεστραμμένη ή ανύπαρκτη προσωπική ζωή, αφοσιωμένοι στο επάγγελμά τους, αλλά και επιρρεπείς στις αδυναμίες τους. Κανενός η προσωπική ιστορία δεν είναι τόσο ιδιαίτερη ώστε να κερδίσει το απόλυτο ενδιαφέρον του αναγνώστη, και καμία δεν καταλαμβάνει τόσο χώρο στην αφήγηση ώστε να «κλέβει» την παράσταση από την υπόθεση. Εξαίρεση αποτελεί η περίπτωση του Ρολφ Στόλεσεν, ενός άντρα που έχασε τα πάντα μέσα σε μια στιγμή και καλείται να αντιμετωπίσει πολλά ανοιχτά μέτωπα ταυτόχρονα. Ειδικά η περίπλοκη σχέση του με τον πατέρα του και με την έφηβη κόρη του αποδίδεται με τρόπο εξαιρετικό, αποτυπώνοντας με ωμό πολλές φο��ές ρεαλισμό τα προβλήματα που μπορεί να προκαλέσει μια απώλεια και ο λάθος τρόπος διαχείρισής της. Πολλές σκηνές είναι έντονες, όμως καμία δεν μοιάζει υπερβολική. Και είναι η μόνη φορά που ο αναγνώστης «ανέχεται» να αποσπάται η προσοχή του από την αστυνομική δράση, ακριβώς γιατί οι σκηνές αυτές είναι και καλογραμμένες και ενδιαφέρουσες, με τον δικό τους τρόπο. Ο Βαγγέλης Γιαννίσης πήρε ένα ρίσκο γράφοντας αυτό το βιβλίο, επιλέγοντας να κάνει ένα διάλειμμα από τον αγαπημένο μας Άντερς Οικονομίδη και να γράψει κάτι εντελώς διαφορετικό. Και το αποτέλεσμα τον δικαιώνει. Έχει δημιουργήσει μια ολοκληρωμένη, συναρπαστική και αληθοφανή ιστορία, στην οποία η πραγματικότητα και η φαντασία μπλέκονται με ιστούς αξεδιάλυτους. Λάτρεις του αστυνομικού νουάρ, των θρίλερ κατασκοπείας και των καλογραμμένων βιβλίων, σπεύστε να προσθέσετε τη «Γυναίκα του Ίσνταλ» -με το αληθινά υπέροχο εξώφυλλο- στο ράφι σας!
Η κριτική για το βιβλίο στο site "Book City" και τον παρακάτω σύνδεσμο: Η γυναίκα του Ίσνταλ
Εξαιρετικά καλογραμμένο βιβλίο για άλλη μια φορά από τον κ.Γιαννιση. Βασισμένο σε αληθινή "ανεξιχνίαστη" υπόθεση (Το "σαράκι" κάθε detective υποθέτω) που πραγματικά θα μπορούσε να είχε γράψει ο Le Carrè. Δεν είναι δημοσιογραφική καταγραφή γεγονότων, το κουβάρι ξετυλίγεται μέσα από τις προσωπικές στιγμές και σκέψεις των detectives και των υπολοίπων προσώπων. Όσο για την λύση...100% πειστική..😱
Ο αγαπημένος Vagelis Giannisis, δίνει άδεια στον Άντερς να ξεκουραστεί κι επιλέγει να ασχοληθεί με μια ανεξιχνίαστη υπόθεση σχεδόν 50 χρόνων.
Μια υπόθεση μπερδεμένη για την οποία έχουν γραφτεί πολλά, άλλα οριστικό τέλος δεν έχει δοθεί.
Σε κάτι εντελώς διαφορετικο, καταφέρνει για άλλη μια φορά να δείξει την εξαιρετική του πένα ο Γιαννίσης, μιας κι υπήρχε ο περιορισμός του συγκεκριμένου ιστορικού πλαισίου με το βαθμό δυσκολίας που αυτό εμπεριέχει.
Η μυθιστορηματική λύση την οποία δίνει, θεωρώ ότι θα μπορούσε να ισχύει και στην πραγματικότητα.
Ο Βαγγέλης Γιαννίσης είναι ο Έλληνας μετρ του Σκανδιναβικού νουάρ και όχι άδικα. Έχει ήδη στο ενεργητικό του τέσσερα βιβλία με πρωταγωνιστή τον επιθεωρητή Άντερς Οικονομίδη που εκτυλίσσονται στο Έρεμπρο της Σουηδίας, καθώς και μια συνεργασία με άλλους τρεις Έλληνες συγγραφείς στου αστυνομικού. Στο πέμπτο κατά σειρά βιβλίο του όμως μας μεταφέρει στο Μπέργκεν της Νορβηγίας για να ερευνήσουμε παρέα μια υπόθεση που καθήλωσε την κοινή γνώμη και δεν είναι μέρος της σειράς με ήρωα τον Οικονομίδη. Πρόκειται για μια πραγματική, αλλά ανεξιχνίαστη υπόθεση, στην οποία αναλαμβάνει να δώσει τη δική του εκδοχή.
Το 1970, στο Μπέργκεν της Νορβηγίας το έγκλημα δεν είναι κάτι συνηθισμένο. Υπάρχει κι εκεί όπως και σε ολόκληρο τον κόσμο πρόβλημα με ναρκωτικά, άλλωστε είναι η εποχή της επανάστασης και της άνθισης των ναρκωτικών, όμως αυτά είναι και τα μεγαλύτερα θέματα που έχουν να αντιμετωπίσουν συνήθως οι αρχές. Όλα αυτά ώσπου στην κοιλάδα του Ίσνταλ, την κοιλάδα του θανάτου όπως την αποκαλούν οι ντόπιοι, βρίσκεται το απανθρακωμένο πτώμα μιας γυναίκας. Η τοποθεσία παίζει ρόλο, καθώς λέγεται ότι την εποχή του Μεσαίωνα στην κοιλάδα πήγαιναν όσοι ήθελαν να βάλουν τέλος στη ζωή τους, όμως ένας θάνατος όπως αυτός της γυναίκας που βρέθηκε πρέπει να ήταν πολύ φριχτός για να είναι αυτοχειρία.
Σύντομα στην περιοχή φτάνουν δύο άνθρωποι της KRIPOS, της εγκληματολογικής υπηρεσίας που ασχολείται με το οργανωμένο έγκλημα και με τα πιο σοβαρά εγκλήματα στη χώρα. Όλα δείχνουν ότι πρόκειται για μια πολύ δύσκολη υπόθεση και ο Ρολφ Στόλεσεν, ο τοπικός επιθεωρητής και επικεφαλής της έρευνας αρχικά δεν θα ενθουσιαστεί με τον ερχομό τους. Γρήγορα όμως θα καταλάβει πως αν θέλει να βρει ποια είναι η γυναίκα και τι της έχει συμβεί, θα καλοδεχτεί τον Άνερς Φλο και τον Ίζακ Μέλγκορντ στην ομάδα του.
Η ιστορία της γυναίκας του Ίσνταλ είχε κάνει μεγάλη αίσθηση στην κοινωνία της Νορβηγίας. Τα μέσα ενημέρωσης της εποχής είχαν στήσει χορό και διαμόρφωναν θεωρίες σχετικά με το τι μπορεί να είχε συμβεί. Το γεγονός ότι στις βαλίτσες της γυναίκας βρέθηκαν πολλές περούκες, γυαλιά που οι φακοί τους ήταν σκέτα τζάμια και ρούχα χωρίς ετικέτες, όλα τους δηλαδή εργαλεία που θα χρησιμοποιούσε ένας κατάσκοπος, έκαναν πολλούς να πιστέψουν ακριβώς αυτό. Ο ψυχρός πόλεμος ήταν σε εξέλιξη ακόμα, οπότε και τα σενάρια περί κατασκοπεία ήταν πολλά. Όμως η τοπική αστυνομία απεφάνθη πως δεν υπήρχαν στοιχεία για την ταυτότητα της γυναίκας, ούτε για το λόγο που βρισκόταν στο Μπέργκεν όταν πέθανε.
Όπως λέει και στον επίλογο, ο συγγραφέας διάβασε πρώτη φορά την ιστορία της γυναίκας σε ένα απόκομμα εφημερίδας τη δεκαετία του 90. Έπειτα από πολλά χρόνια έπεσε και πάλι πάνω στην ιστορία, αυτή τη φορά στο διαδίκτυο και από τότε ήρθε πολλές φορές μπροστά του, μέχρι να πάρει την απόφαση και να ξεκινήσει να γράφει τη δική του εκδοχή. Όπως σε κάθε του βιβλίο έκανε την έρευνα που χρειαζόταν για να συλλέξει τα στοιχεία που του ήταν απαραίτητα για την ιστορία του. Ανάμεσα στους ανθρώπους που τον βοήθησαν είναι και ο Νορβηγός συγγραφέας και αστυνομικός ερευνητής Jørn Lier Horst, ο οποίος και προλογίζει το βιβλίο. Ο Horst έψαξε και βρήκε παλιά δημοσιεύματα της υπόθεσης και σύλλεξε αρκετές πληροφορίες όσον αφορά τα στοιχεία σχετικά με το θάνατο της γυναίκας του Ίσνταλ.
Η ιστορία που διάβασα, συνδυάζει την πραγματικότητα και τα αληθινά στοιχεία με τη μυθοπλασία. Είναι ένα ακόμα σκανδιναβικό νουάρ, όπως αυτά που έχουμε συνηθίσει από το Βαγγέλη Γιαννίση και τους Σκανδιναβούς μετρ του είδους. Το καλό με αυτό το βιβλίο είναι ότι φαίνεται η εξέλιξη του Γιαννίση στο είδος που γράφει. Στο συγκεκριμένο βιβλίο δίνει τη δική του εκδοχή σε μια υπόθεση που είχε ταράξει μια ολόκληρη χώρα και η εκδοχή του είναι αρκετά αληθοφανής που θα μπορούσε να σταθεί αλλά και να εξηγήσει γιατί η αστυνομία της Νορβηγίας δεν κατάφερε ποτέ να λύσει το μυστήριο ή απλά δεν θέλησε να ενημερώσει την κοινή γνώμη για τη λύση μπροστά στην οποία βρέθηκε. Η εκδοχή που μας παρουσιάζει ο συγγραφέας, εξηγεί πολλά από τα στοιχεία που βρέθηκαν και στην αληθινή υπόθεση. Αν ίσχυε όμως, θα έφερνε μια ολόκληρη χώρα σε πολύ δύσκολη θέση (και έτσι εξηγείται γιατί η υπόθεση δεν έκλεισε ποτέ). Είναι αρκετά ευρηματικός ώστε να στοιχειοθετήσει έτσι την υπόθεσή του που να στέκεται και να μην υπάρχουν τρύπες και ανεξήγητα στοιχεία ή γεγονότα. Μέχρι την τελευταία σελίδα, λύνεται και η παραμικρή απορία και εξηγούνται όλοι οι ρόλοι ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία γιατί έπραξε κάποιος με συγκεκριμένο τρόπο ή που αποσκοπούσε.
Πέραν τούτου, οι ήρωές του είναι καινούριοι, δεν συνδέονται σε καμία περίπτωση με αυτούς της σειράς του Έρεμπρο και δεν έχουν κοινά στοιχεία. Ο επικεφαλής επιθεωρητής Στόλεσεν έχει πληγεί από τη ζωή του αστυνομικού με πολύ άσχημο τρόπο, που οδήγησε σε προσωπικούς δαίμονες που τον κυνηγάνε. Έχει μια κόρη στην εφηβεία και έναν πατέρα που μένει σε μια καλύβα κοντά σε μια λίμνη. Οι σχέσεις τους δεν είναι και οι καλύτερες και πολύ φοβάται ότι και ο ίδιος δεν είναι καλός πατέρας, ελπίζει όμως όλα να φτιάξουν κάποια μέρα. Αυτές τις δύο σχέσεις βλέπουμε να παίρνουν σάρκα και οστά και να συμμετέχουν στην ιστορία είτε άμεσα είτε έμμεσα, χωρίς όμως να προηγούνται της ιστορίας που θέλει να μας πει ο συγγραφέας.
Με κάθε βιβλίο του που διαβάζω, ο Βεγγέλης Γιαννίσης μπαίνει όλο και πιο βαθιά στη βιβλιοφιλική καρδιά μου και εδραιώνει τη θέση του εκεί. Πιστεύω στα γραπτά του και περιμένω να τον δω να φτάνει πολύ ψηλά!
Από την Εύη (@thegirl.withthebook) και τον Μιχάλης (@michael-lux).
Πραγματικά όταν ξεκινήσαμε αυτό το βιβλίο, δεν ξέραμε τι να περιμένουμε. Πόσο ενδιαφέρον μπορεί να έχει μια υπόθεση άλυτη εδώ και χρόνια και χωρίς ιδιαίτερα στοιχεία;
Η επίλυση ενός άλυτου από τον προηγούμενο αιώνα μυστηρίου αποτελεί πρόκληση για κάθε ενδιαφερόμενο είτε αυτός είναι ντετέκτιβ της αστυνομίας, είτε συγγραφέα�� αστυνομικών ιστοριών, είτε ένας απλός αναγνώστης.
Στην αρχή φάνηκε ότι η υπόθεση της γυναίκας δεν θα ήταν το κύριο σημείο του βιβλίου αλλά η αφορμή για να μας μιλήσει για τις ζωές και τις υποθέσεις των αστυνομικών. Επίσης, στην αρχή θεωρήσαμε πως ήταν ακόμη μια ακόμη ιστορία που χάθηκε στο ράφι με τα ανεπίλυτα μυστήρια και πως ακόμη ένας συγγραφέας θα προσπαθήσει να προσφέρει στον αναγνώστη μερικά πιθανά σενάρια που ίσως να επαληθευτούν, ίσως και όχι. Γρήγορα όμως διαψευστήκαμε καθώς μετά τις απαραίτητες συστάσεις με τα κεντρικά πρόσωπα, η γυναίκα και η υπόθεσή της έρχονται για τα καλά στο προσκήνιο.
Σιγά σιγά ο συγγραφέας ξετυλίγει το κουβάρι της ζωής της γυναίκας και του μυστηρίου που την περιβάλλει και οι αποκαλύψεις είναι το λιγότερο συγκλονιστικές. Η γυναίκα παύει να είναι ένα νεκρό πτώμα στα ερμάρια του ιατροδικαστή και αποκτά σάρκα και οστά, ολοκληρωμένη προσωπικότητα, συναισθήματα και μια αληθινή ζωή γεμάτη περιπέτεια. Ο Γιαννίσης δεν προσφέρει απλά υποθέσεις, έχει στο μυαλό του μια πλήρη και ολοκληρωμένη εκδοχή των γεγονότων και μας την παρουσιάζει με εξαιρετική μαεστρία. Για να το καταφέρει αυτό, χρησιμοποιεί υπαρκτά ιστορικά πρόσωπα και γεγονότα. Δεν θέλουμε να σας δώσουμε ούτε ένα όνομα και δεν ξέρουμε αν πρέπει να σας πούμε ακόμα και την περίοδο καθώς τα στοιχεία αποκαλύπτονται ένα ένα και τα κομμάτια του παζλ μπαίνουν στη θέση τους και θα ήταν άδικο να σας στερήσουμε τη χαρά της ανακάλυψης που βιώσαμε κι εμείς. Δεν λείπει φυσικά και το στοιχείο της δράσης και της περιπέτειας ενώ στο τέλος αποκτά και “κινηματογραφική” χροιά. Ήταν ένα μαγικό αναγνωστικό ταξίδι που θα προκαλέσει αναταραχή στους λάτρεις του είδους και θα προκαλέσει ρίγη ενθουσιασμού και στους φίλους του ιστορικού μυθιστορήματος. Θεωρούμε πως ο Βαγγέλης Γιαννίσης έχει μέλλον και σε αυτό το είδος γραφής και θα πρέπει παράλληλα με το αστυνομικό να διερευνήσει και αυτή του την κλίση. Διότι όχι μόνο διεξάγει έγκυρη έρευνα, αλλά εφαρμόζει και αφομοιώνει τα στοιχεία της έρευνας αυτής στη δική του ιστορία δημιουργώντας ένα αληθοφανές ιστορικό περιβάλλον, ένα νέο κόσμο, μια νέα ροή στην αληθινή ιστορία του κόσμου.
Καλή δουλειά έχει γίνει και στην έκδοση του βιβλίου με τη δεύτερη να διορθώνει δυο μικρά λαθάκια της πρώτης. Η επιμέλεια εξαιρετική και καλοδουλεμένο το εξώφυλλο.
Εν κατακλείδι, ο Βαγγέλης Γιαννίσης δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από πολλούς συγγραφείς της σκανδιναβικής λογοτεχνίας. Εννοείται ότι το συστήνουμε ανεπιφύλακτα!
Και μια υποσημείωση- παρότρυνση προς τον εκδότη: ο Γιαννίσης μπορεί να “σταθεί” αδιαμφισβήτητα και στο εξωτερικό! Μεταφράστε τον!
Οι υπόλοιποι σίγουρα διαβάστε το! Αν ήδη το έχετε στο ράφι με τα αδιάβαστα, αφήστε οτιδήποτε άλλο και ξεκινήστε αυτό! Και όσοι δεν διαβάζετε αστυνομικά, μάλλον ήρθε η ώρα!
Ο Βαγγέλης Γιαννίσης αφήνει - για λίγο - τον επιθεωρητή Άντερς να πάρει μια ανάσα, μετά από τέσσερα βιβλία όπου πρωταγωνιστεί, και καταπιάνεται με μια αληθινή ιστορία. Μόνο που αυτή η ιστορία δεν είχε τέλος ή μάλλον δεν είχε το τέλος που η αστυνομία προσδοκούσε. Το απανθρακωμένο πτώμα μιας γυναίκας βρέθηκε, πριν περίπου πενήντα χρόνια, σε μια κοιλάδα – στην κοιλάδα του θανάτου – κοντά στην πόλη Μπέργκεν. Τα στοιχεία που οι αστυνομικές αρχές είχαν στα χέρια τους και οι εκτεταμένες έρευνες που έγιναν, οδήγησαν σε ενδείξεις, και όχι αποδείξεις. Οι υποθέσεις ότι ανήκε σε κάποιο κατασκοπικό δίκτυο, μάλλον περιέπλεξαν την υπόθεση η οποία τελικά κατέληξε στο αρχείο.
Ο Βαγγέλης Γιαννίσης παίρνει τον μίτο της υπόθεσης από την αρχή και στήνει τη δική του εκδοχή για το ποια ήταν η γυναίκα του Ίσνταλ και ποιοι ήταν υπεύθυνοι για το θάνατό της. Το γεγονός και μόνο πως στηρίζεται σε μια ανεξιχνίαστη υπόθεση είναι ιντριγκαδόρικο. Και για εμάς σαν αναγνώστες που, προσμένουμε τη λύση ενός μυστηρίου – αλλά, και για τον συγγραφέα που έχει την ευκαιρία όχι απλώς να «εξιχνιάσει» την υπόθεση, αλλά και να στήσει κυριολεκτικά μια ολόκληρη ιστορία πάνω σ΄αυτή, ισορροπώντας εξαιρετικά ανάμεσα στην αλήθεια και στη μυθοπλασία, και φανερώνοντας παράλληλα την ενδελεχή έρευνα που έκανε για να ζωντανέψει ένα σκηνικό των χρόνων του Ψυχρού πολέμου.
Μπέργκεν- Νορβηγία- χειμώνας- κοιλάδα του θανάτου. Ένα μέρος απόκοσμο, βαρύ από τους θρύλους που κουβαλά, έρχεται να δικαιώσει τη φήμη του. Είναι αυτοκτονία ή δολοφονία; Στο ερώτημα αυτό καλείται να απαντήσει η τοπική αστυνομία με επικεφαλής τον Ρολφ Στόλεσεν που γρήγορα αναγκάζεται να συνεργαστεί με τον πράκτορα της Νορβηγικής Ασφάλειας Kripos, Άνερς Φλο, ένα ιδιόρρυθμο και φοβερά ευφυές άτομο. Αναπόφευκτα θα έρθουν σε μικροδιαφωνίες. Ο καθένας τους κουβαλάει το δικό του φορτίο. Χρονικά η ιστορία εκτυλίσσεται μέσα σε 22 ημέρες το 1970, ακουμπά λίγο για τις ανάγκες της το 1971 και μεταφέρει με δύο μόνο κεφάλαια τον αναγνώστη στο 2016 προσφέροντάς του ένα τέλος καταλυτικό και απρόσμενο. Τα μικρά κεφάλαια βοηθούν πολύ τον αναγνώστη να ακολουθήσει τη γρήγορη ροή και την ένταση του κειμένου, και παράλληλα να απολαύσει και τον αφηγηματικό λόγο του συγγραφέα αλλά και να ζήσει τους χαρακτήρες των ηρώων που, ο Γιαννίσης δεν τους αφήνει απλά να ακολουθούν την ιστορία αλλά αναπτύσσει τις δικές τους ζωές χωρίς αυτό να αποβαίνει σε βάρος της υπόθεσης.
Οι σχέσεις γονέων και παιδιών και οι μοιραίες καταλυτικές επιδράσεις πάνω στις μετέπειτα συμπεριφορές τους, τα σημάδια που μένουν χαραγμένα βαθιά μετά από μια απώλεια, η τάση για αυτοκαταστροφή και το πόσο μεγάλος είναι ο κίνδυνος να ξεπεραστούν κάποια όρια, είναι θέματα που με μεγάλη ευαισθησία θίγει ο συγγραφέας και τα διαπραγματεύεται σε σωστή αντιστοιχία ποσόστωσης με εκείνα της κυρίως υπόθεσης.
«Οι τρεις τους άρχισαν να τρώνε σιωπηλοί. Κανείς δεν αισθανόταν την ανάγκη να μιλήσει. Δεν υπήρχε κάτι να πουν άλλωστε. Ήταν τρία σπασμένα κομμάτια γυαλί τα οποία κάποτε ανήκαν στο ίδιο βάζο, και η πολύτιμη σιωπή που επικρατούσε μέσα στην καλύβα ενώ έτρωγαν ήταν η κόλλα που τους διατηρούσε – έστω και πρόσκαιρα – ενωμένους σε μια κανονικότητα η οποία βρισκόταν πάντοτε μακριά από τον Στόλεσεν, όσο κι αν άπλωνε τα χέρια του προσπαθώντας να την αγγίξει. »
Ο Γιαννίσης ξεπέρασε εαυτόν σ΄αυτό το μυθιστόρημα. Ο πήχης μπήκε ακόμη πιο ψηλά και χαίρομαι ιδιαίτερα γι΄αυτό! Εν κατακλείδι, αν θέλετε να απολαύσετε ένα πολύ καλό σκανδιναβικό νουάρ μυθιστόρημα, – ναι, κάποια στιγμή έψαξα να βρω ποιος το μετέφρασε (!), ένα κράμα αστυνομικού και κατασκοπικού μυθιστορήματος - για να ακριβολογώ, με αριστοτεχνική πλοκή – αναζητήστε το. Θα σας καλύψει απόλυτα!
Υ.Γ. Πρέπει να τονίσω πως αξίζει να διαβαστεί ο επίλογος όπου ο συγγραφέας αναφερόμενος στους λόγους που τον οδήγησαν στη συγγραφή αυτού του βιβλίου, ξεδιπλώνει και τις σκέψεις του πάνω σε ένα καυτό κοινωνικό θέμα, καθώς και η εισαγωγή που είναι γραμμένη από τον Jorn Lier Horst.
Θετικά στοιχεία Κινηματογραφική γρήγορη γραφή Σωστός αφηγηματικός λόγος Δυνατή πλοκή – σωστή δομή Κοινωνικά μηνύματα Εμβάθυνση στους χαρακτήρες των ηρώων Πολύ καλή επιμέλεια
Πραγματικά όταν ξεκινήσαμε αυτό το βιβλίο, δεν ξέραμε τι να περιμένουμε. Πόσο ενδιαφέρον μπορεί να έχει μια υπόθεση άλυτη εδώ και χρόνια και χωρίς ιδιαίτερα στοιχεία; Η επίλυση ενός άλυτου από τον προηγούμενο αιώνα μυστηρίου αποτελεί πρόκληση για κάθε ενδιαφερόμενο είτε αυτός είναι ντετέκτιβ της αστυνομίας, είτε συγγραφέας αστυνομικών ιστοριών, είτε ένας απλός αναγνώστης. Στην αρχή φάνηκε ότι η υπόθεση της γυναίκας δεν θα ήταν το κύριο σημείο του βιβλίου αλλά η αφορμή για να μας μιλήσει για τις ζωές και τις υποθέσεις των αστυνομικών. Επίσης, στην αρχή θεωρήσαμε πως ήταν ακόμη μια ακόμη ιστορία που χάθηκε στο ράφι με τα ανεπίλυτα μυστήρια και πως ακόμη ένας συγγραφέας θα προσπαθήσει να προσφέρει στον αναγνώστη μερικά πιθανά σενάρια που ίσως να επαληθευτούν, ίσως και όχι. Γρήγορα όμως διαψευστήκαμε καθώς μετά τις απαραίτητες συστάσεις με τα κεντρικά πρόσωπα, η γυναίκα και η υπόθεσή της έρχονται για τα καλά στο προσκήνιο.
Σιγά σιγά ο συγγραφέας ξετυλίγει το κουβάρι της ζωής της γυναίκας και του μυστηρίου που την περιβάλλει και οι αποκαλύψεις είναι το λιγότερο συγκλονιστικές. Η γυναίκα παύει να είναι ένα νεκρό πτώμα στα ερμάρια του ιατροδικαστή και αποκτά σάρκα και οστά, ολοκληρωμένη προσωπικότητα, συναισθήματα και μια αληθινή ζωή γεμάτη περιπέτεια. Ο Γιαννίσης δεν προσφέρει απλά υποθέσεις, έχει στο μυαλό του μια πλ��ρη και ολοκληρωμένη εκδοχή των γεγονότων και μας την παρουσιάζει με εξαιρετική μαεστρία. Για να το καταφέρει αυτό, χρησιμοποιεί υπαρκτά ιστορικά πρόσωπα και γεγονότα. Δεν θέλουμε να σας δώσουμε ούτε ένα όνομα και δεν ξέρουμε αν πρέπει να σας πούμε ακόμα και την περίοδο καθώς τα στοιχεία αποκαλύπτονται ένα ένα και τα κομμάτια του παζλ μπαίνουν στη θέση τους και θα ήταν άδικο να σας στερήσουμε τη χαρά της ανακάλυψης που βιώσαμε κι εμείς. Δεν λείπει φυσικά και το στοιχείο της δράσης και της περιπέτειας ενώ στο τέλος αποκτά και “κινηματογραφική” χροιά. Ήταν ένα μαγικό αναγνωστικό ταξίδι που θα προκαλέσει αναταραχή στους λάτρεις του είδους και θα προκαλέσει ρίγη ενθουσιασμού και στους φίλους του ιστορικού μυθιστορήματος. Θεωρούμε πως ο Βαγγέλης Γιαννίσης έχει μέλλον και σε αυτό το είδος γραφής και θα πρέπει παράλληλα με το αστυνομικό να διερευνήσει και αυτή του την κλίση. Διότι όχι μόνο διεξάγει έγκυρη έρευνα, αλλά εφαρμόζει και αφομοιώνει τα στοιχεία της έρευνας αυτής στη δική του ιστορία δημιουργώντας ένα αληθοφανές ιστορικό περιβάλλον, ένα νέο κόσμο, μια νέα ροή στην αληθινή ιστορία του κόσμου. Καλή δουλειά έχει γίνει και στην έκδοση του βιβλίου με τη δεύτερη να διορθώνει δυο μικρά λαθάκια της πρώτης. Η επιμέλεια εξαιρετική και καλοδουλεμένο το εξώφυλλο.
Εν κατακλείδι, ο Vagelis Giannisis δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από πολλούς συγγραφείς της σκανδιναβικής λογοτεχνίας. Εννοείται ότι το συστήνουμε ανεπιφύλακτα!
Και μια υποσημείωση- παρότρυνση προς τον εκδότη: ο Γιαννίσης μπορεί να “σταθεί” αδιαμφισβήτητα και στο εξωτερικό! Μεταφράστε τον! Οι υπόλοιποι σίγουρα διαβάστε το! Αν ήδη το έχετε στο ράφι με τα αδιάβαστα, αφήστε οτιδήποτε άλλο και ξεκινήστε αυτό! Και όσοι δεν διαβάζετε αστυνομικά, μάλλον ήρθε η ώρα!
Οταν γραφεις την άποψη σου και το ρημάδι αποφασίζει να σου τη σβήσει πέντε λέξεις πριν πατησεις save εχεις τόση τσαντιλα που ξεχνας τι εγραψες. Οπότε επανερχεσαι μετα απο μερες με πιο καθαρό μυαλό. Η Γυναίκα του Ισνταλ λοιπόν. Στην αρχη δυσκολεύεσαι να βλέπεις το ονομα του συγγραφέα στο εξωφυλλο και μεσα να μην εχει Αντερς... Που παμε χωρις Αντερς και τι θα απογίνουμε μου λετε? Ημουν δυσπιστη. Ξεκίνησα να διαβάζω με επιφύλαξη. Η αληθινη ιστορία μιας γυναίκας που δολοφονηθηκε και έμεινε ανεξιχνίαστη για σχεδόν 50 χρόνια. Ο Βαγγέλης Γιαννίσης ψαχνει... Και μας δίνει τη δικη του εκδοχη στην ιστορια. Ξεμπερδέυει τα γεγονότα με μαεστρία και ακρίβεια. Νιωθω πως πέρασαν ωρες επί ωρων με το να είναι χωμένος σε σημειώσεις αρθρα ερευνες και λεπτομέρειες που δεν είναι ορατές σε κοινούς θνητούς. Πραγματικά δεν μπορείς να καταλάβεις που σταματα η αλήθεια και που ξεκινα η μυθοπλασία. Η παγωμένη ατμόσφαιρα του βιβλίου σε μεταφέρει στο Μπέργκεν και ας χτυπάει σαρανταρια το θερμόμετρο την ωρα που διαβαζεις. Σε παει πίσω στο 1970 και πραγματικά είναι σαν να ζεις και συ εκεί για λιγο. Τη διαφορά κανουν οι μικρες λεπτομέρειες όσον αφορά στην τεχνολογία (που δεν υπήρχε τότε) Πολλοί χαρακτήρες που ενω στην αρχη φαίνεται να είναι περιττοι τουλάχιστον σε μένα που με πιάνει ζαλάδα απο εναν αριθμο και πανω, σιγα σιγα ο καθενας κουμπωνει στη θεση του και ολα τα στοιχεία σε οδηγουν στην λυση. Δύσκολο εγχείρημα να πιάσεις μια τέτοια ιστορία και να βαλεις τα δικά σου μετρα ωστε το αποτέλεσμα είναι αυτό που πήραμε μεσα απο τη ματιά του συγγραφέα. Αποστολή εξετελεσθη με απόλυτη επιτυχία.
Μια πολύ καλή προσπάθεια του Βαγγέλη Γιαννίση να εξηγήσει και να λύσει το μυστήριο της γυναίκας του Ίσνταλ! Έχει μικρά κεφάλαια που δεν κουράζουν αν και λίγο παραπάνω προσωπικά απ' όσο θα μου άρεσε! Αρκετή δράση και ανατροπές αν και πολλά ονόματα, ημερομηνίες και μέρη που θέλουν συγκέντρωση κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης! Για το τέλος θα ήθελα να είχε λίγο παραπάνω πληροφορίες για τη ζωή των πρωταγωνιστών στα χρόνια που πέρασαν! Γενικά μια πολύ καλή ιστορία και η πρώτη μου αναγνωστική επαφή με τον συγγραφέα που σίγουρα με ιντριγκαρε αρκετά για να διαβάσω και κάποιο άλλο βιβλίο του!
Ο Βαγγέλης πήρε ένα ρίσκο. Να δώσει άδεια στον αγαπημένο μας Άντερς και να καταπιαστεί με μια διαφορετική ιστορία. Όμολογω, είναι πολύ τολμηρό να ξεφύγεις από τη σιγουριά του πρωταγωνιστή σου. Η κίνηση αυτή μου δείχνει πως ο Βαγγέλης νοιάζεται να γράψει για να ευχαριστήσει πρώτιστα τη ψυχή του και αυτό με κάνει να τον εκτιμώ ακόμη περισσότερο και ως λογοτέχνη και ως άνθρωπο (και ας μην τον έχω γνωρίσει από κοντά).
«Η γυναίκα του Ίσνταλ» είναι ένα βιβλίο εξαιρετικό. Ξεκινά με μια πραγματική ιστορία: το πτώμα μίας γυναίκας ανακαλύπτεται. Η ταυτότητα της είναι άγνωστη και δύσκολο να βρεθεί. Η συνέχεια που έχει πλέξει ο συγγραφέας είναι καθηλωτική. Ιστορικά στοιχεία μιας άλλης εποχής και αστυνομική έρευνα κάνουν τις εξελίξεις να τρέχουν, ενώ αρχικά τα δεδομένα είναι περιορισμένα και δεν διαφαίνεται καμία λύση. Πιστεύω πως είναι ένα χάρισμα, υπάρχει και στα άλλα του βιβλία: να βλέπεις το αδιέξοδο και όμως, μια μικρή λεπτομέρεια να ανοίγει τον δρόμο για παρακάτω.
Οι χαρακτήρες διέπονται από μια φυσικότητα, αισθάνεσαι ότι τους ξέρεις, τους έχεις μιλήσει. Να σας πω το πιο εντυπωσιακό από όλα; Όταν ολοκληρώνεις το βιβλίο νιώθεις πως η εκδοχή του, ναι, μπορεί να είναι αληθινή! Φαίνεται η δουλειά που έχει γίνει όχι μόνο όσον αφορά το κείμενο σε λογοτεχνική βάση, αλλά και σε επίπεδο έρευνας και πολυεπίπεδης σκέψης.
Και μιας και η γυναίκα αυτή υπάρχει όντως θαμμένη, χωρίς κανείς να την έχει αναζητήσει ποτέ, είμαι σίγουρη πως το βιβλίο αυτό αποτελεί έναν ύστατο φόρο τιμής. Ίσως, κάπου, σε κάποια άλλη διάσταση -αν υπάρχει- η ψυχή της να χαμογελάει κάθε φορά που κάποιος άναγνωστης διαβάζει την ιστορία της.
3.5* Πολύ ενδιαφέρουσα η (πραγματική) ιστορία, και ο συγγραφέας δίνει μια αρκετά πειστική λύση στο μυστήριο, μια λύση που θα μπορούσε να αγγίζει όντως τη πραγματικότητα (με μερικές αλλαγές ίσως στα πρόσωπα) για τον θάνατο και την πραγματική ταυτότητα της μυστηριώδους γυναίκας του Ίσνταλ! Το καλύτερο βιβλίο του συγγραφέα που έχω διαβάσει, αν και θα το ήθελα λιγάκι πιο γρήγορο... Επίσης με ξένισαν ένα δυό πράγματα, αλλά αυτό είναι δικό μου θέμα!
Είναι το πρώτο βιβλίο του Γιαννίση που διαβάζω, πόσο να αντισταθεί κανείς μετά από τόσες καλές κριτικές! Όπως οι περισσότεροι γνωρίζουν, ο συγγραφέας βασίζεται σε ένα αληθινό έγκλημα που συνέβη τη δεκαετία του '70 στη Νορβηγία και παραμένει άλυτο για να δημιουργήσει τη δική του εκδοχή και να παράσχει μια αληθοφανή λύση. Αναφέρω το "αληθοφανή", γιατί θεωρώ ότι πραγματικά καταφέρνει να πείσει ότι τα πράγματα θα μπορούσαν να έχουν συμβεί έτσι και παρέχει ένα ικανοποιητικό κλείσιμο σε αυτή την ιστορία. Επειδή δεν είμαι λάτρης των αστυνομικών μυθιστορημάτων και συνήθως το eye rolling δίνει και παίρνει, οφείλω να παραδεχτώ ότι ο Γιαννίσης δείχνει να έχει κάνει αρκετή έρευνα και σε συνδυασμό με τον τρόπο που αποτύπωσε την ιστορία αυτή στο χαρτί, το βιβλίο μου φάνηκε ευκολοδιάβαστο και άξιο να διαβαστεί ακόμα και από κάποιον που το είδος του δεν είναι του γούστου του.
Τέλος η Γυναίκα του Ίνσνταλ καιιιι.......ουάου????Αριστοτεχνικά μπλεγμένη η πραγματικότητα με την μυθοπλασία,τόσο αληθοφανής σε πάρα πολλά σημεία,που πραγματικά θα μπορούσε αυτή να ήταν η εξέλιξή της.Μπράβο κ.συγγραφέα μας,άλλη μια εξαιρετική ιστορία ήρθε να προστεθεί στις ήδη υπάρχουσες με τον Άντερς!!5⭐
Τον Νοέμβριο του 1970 στην απομακρυσμένη κοιλάδα του Ίσνταλ στην πόλη Μπέργκεν της Νορβηγίας θα βρεθεί το απανθρακωμένο πτώμα μιας γυναίκας. Το μυστήριο γύρω από το θάνατο της μεγαλώνει όταν δίπλα της θα βρεθούν επίσης καμμένα διάφορα αντικείμενα όπως ένα διαβατήριο αλλά και από τα ρούχα της έχουν αφαιρεθεί οι ετικέτες. Οι έρευνες της αστυνομίας αλλά και η συμβολή της Νορβηγικής Ασφάλειας, της KRIPOS, θα φέρουν στην επιφάνεια και άλλα στοιχεία που θα συνθέσουν ίσως το προφίλ της νεκρής η οποία ονομάστηκε ως η Γυναίκα του Ίσνταλ λόγω της τοποθεσίας που βρέθηκε αλλά και του μυστηρίου που κάλυπτε την ταυτότητα της.
Η ιατροδικαστική εξέταση θα αποκαλύψει ότι η γυναίκα είχε καταναλώσει μεγάλη ποσότητα χαπιών χωρίς όμως αυτή της η πράξη να είναι η κύρια αιτία του θανάτου της. Παρ’ όλα αυτά ο ιατροδικαστής θα γράψει στο πόρισμα του ότι ο θάνατος της γυναίκας πιθανότατα προήλθε από κατανάλωση χαπιών και δηλητηρίασης από μονοξείδιο του άνθρακα. Ο Αρχηγός της αστυνομίας μετά από μερικές μέρες θα ανακοινώσει ότι η άγνωστη αυτοκτόνησε και θα κλείσει την υπόθεση. Μια δήλωση που πολλούς δεν τους έπεισε από ότι φαίνεται με βάση τα στοιχεία που είχαν βρεθεί και έδειχναν ότι μάλλον η συγκεκριμένη γυναίκα υπήρχε περίπτωση να ήταν κατάσκοπος. Μην ξεχνάμε ότι το 1970 διανύαμε στην Ευρώπη την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου.
Η ιστορία της γυναίκας του Ίσνταλ όμως δεν θα ξεχαστεί από τους Νορβηγούς και το 2016, 46 χρόνια μετά την ανεύρεση του πτώματος της, η Νορβηγική τηλεόραση θα ανοίξει για μια τελευταία φορά την υπόθεση αναζητώντας την πραγματική της ταυτότητα η οποία μέχρι και σήμερα παραμένει ένα αναπάντητο μυστήριο. Η πρώτη φορά που είχα διαβάσει για τη συγκεκριμένη υπόθεση ήταν σε ένα άρθρο που έγραψε ο συγγραφέας Βαγγέλης Γιαννίσης μέσα από μια εβδομαδιαία στήλη που διατηρεί σε μια ιστοσελίδα ποικίλης ύλης. Όταν έμαθα ότι το καινούργιο του βιβλίο όχι μόνο αφορά την συγκεκριμένη ιστορία αλλά φέρει και τον τίτλο «Η γυναίκα του Ίσνταλ» ήξερα ότι έπρεπε να το διαβάσω. Φανατική του Άντερς Οικονομίδη και των άλλων βιβλίων του συγγραφέα γνώριζα ότι θα είναι ένα πολύ δυνατό βιβλίο. Και δεν έπεσα καθόλου έξω. Μπορώ να πω μάλιστα, τώρα που το τέλειωσα, ότι είναι το καλύτερο βιβλίο του μέχρι τώρα.
Μέσα από μια πολύ ώριμη και μεστή γραφή μας μεταφέρει στο Μπέργκεν του 1970 και μας παρασύρει στην αφήγηση της ιστορίας της γυναίκας του Ίσνταλ. Δημιουργεί το κατάλληλο υπόβαθρο που χρειάζεται προκειμένου να «κολλήσει» την πραγματικότητα με τη μυθοπλασία χαρίζοντας μας ένα εξαιρετικό δείγμα συγγραφικής δουλειάς και μάλιστα από Έλληνα δημιουργό που δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από εκείνα των ξένων συγγραφέων. Η εκδοχή που δίνει ως απάντηση όλων των ερωτημάτων που βασανίζουν τις αστυνομικές αρχές εδώ και πενήντα χρόνια ίσως να είναι τελικά αυτή που αναζητούσαν από την πρώτη μέρα που ανακάλυψαν το απανθρακωμένο πτώμα της στην κοιλάδα του Ίσνταλ. Τα μικρά κεφάλαια του βιβλίου χαρίζουν στιγμές αγωνίας και έντασης στους αναγνώστες δίνοντας τους το έναυσμα να συνεχίσουν την ανάγνωση προκειμένου να δουν που θα τους οδηγήσει η πένα του Γιαννίση.
Μια ανεξιχνίαστη υπόθεση που δίνει έμπνευση σε έναν πολυγραφότατο συγγραφέα οδηγώντας τον σε πολύπλοκα λογοτεχνικά μονοπάτια στη χειμωνιάτικη Νορβηγία με ήρωες που φαντάζουν τόσο απτοί στα μάτια μας. Με αδυναμίες, προβληματισμούς, έντονες προσωπικότητες που θα μας φέρουν σε επαφή με ανθρώπους που παλεύουν να ισορροπήσουν τις δικές τους ζωές σε αντιδιαστολή με τις επαγγελματικές τους υποχρεώσεις. Η λυρικότητα που διέπει σε πολλά κομμάτια τη γραφή του Βαγγέλη Γιαννίση ανάγει το όλο πόνημα του σε ένα μαγευτικό ταξίδι στα θρυλικά μέρη της απόκοσμης Νορβηγικής γης μεταφέροντας μας σε μια εποχή του παρελθόντος μέσα από ένα ιδιαίτερο νουάρ μυθιστόρημα.
Το προλογικό σημείωμα του διακεκριμένου συγγραφέα Jorn Lie Horst απλά μας εισάγει στην ιστορία της γυναίκας του Ίσνταλ αλλά και όσα θα ακολουθήσουν στις επόμενες σελίδες και δεν θα μπορούσαμε παρά να αναγνωρίσουμε ότι αυτό είναι από μόνο του ένα ακόμα συν για το βιβλίο. Μην παραλείψετε να διαβάσετε το επίσης πολύ ενδιαφέρον σημείωμα του Γιαννίση στο τέλος του βιβλίου και όχι πριν τελειώσετε την ανάγνωση του για να αποφύγετε τυχόν spoiler. Μην μπείτε στον πειρασμό να κρυφοκοιτάξετε τις τελευταίες σελίδες και απλά κάντε λίγη υπομονή. Άλλωστε η ιστορία που έχει πλέξει ο συγγραφέας είναι τόσο καθηλωτική που θα σας βυθίσει στην αφήγηση της χωρίς να μπορέσετε να αφήσετε το βιβλίο από τα χέρια σας.
Ο Βαγγέλης Γιαννίσης αποφάσισε να ασχοληθεί με την μυστηριώδη ιστορία της γυναίκας του Ίσνταλ παίρνοντας ένα μεγάλο συγγραφικό ρίσκο που στέφθηκε όμως με απόλυτη επιτυχία. Σίγουρα ένα από αστυνομικά θρίλερ της φετινής χρονιάς που θα συζητηθεί για πολύ καιρό από τους λάτρεις του είδους. Εγώ από τη μεριά μου σας εύχομαι απλά «Καλή ανάγνωση»…
Καλογραμμένο, με τη σταθερά καλη πενα του Γιαννίση, μας δινει μια αλλη ματια πανω σε ενα εγκλημα που απασχόλησε πολυ τη Σκανδιναβία του 1970. Ενδιαφέρουσα η εικόνα της υπαρξης νεοναζί στη χώρα και γοητευτικο το παραμύθι της επιβίωσης του Χίμλερ και της ανακαλυψης του στη Νορβηγία. Αλλη μια φορά ο Γιαννίσης αποδεικνύεται βιρτουόζος της πενας και της φαντασίας πλαθοντας μια αληθοφανή ιστορία που διαβάζεται με εντονο ενδιαφέρον.
Εξαιρετικό βιβλίο βασισμένο σε πραγματικό γεγονός και με μια "λύση" του συγγραφέα στο τέλος που θα μπορούσε να είναι και αληθινή! Πρώτη μου επαφή με τον Βαγγέλη Γιαννίση και όχι τελευταία! Πραγματικά αξίζει να το διαβάσετε αν δεν το έχετε κάνει ήδη! 4,5⭐
B.R.A.CE. 2020 Κανονικά 3,5 αστεράκια Εξαιρετικό επιχείρημα για να αποδείξεις τις ικανότητες σου ως συγγραφέας. Πάρε μια ιστορία που δεν είναι δική σου και κάνε την δική σου. Απολαυστική διήγηση και ενδιαφέρουσα ιστορία.
Μια γυναίκα βρίσκεται απανθρακωμένη σε μια ορεινή κοιλάδα της Νορβηγίας. Έγκλημα ή αυτοκτονία; Γιατί άφησε γύρω της τα προσωπικά της αντικείμενα σα να επρόκειτο ν’ αυτοκτονήσει; Γιατί λείπουν οι ετικέτες από τα ρούχα της; Ποια είναι και πώς βρέθηκε στην κοιλάδα; Ποια είναι η πραγματική της ταυτότητα και γιατί χρησιμοποιούσε ψεύτικα ονόματα και μεταμφιέσεις; Τι κρύβεται πίσω από τον κώδικα που βρέθηκε στη φόδρα της βαλίτσας της;
Ο Βαγγέλης Γιαννίσης, με αφορμή την πραγματική υπόθεση της γυναίκας χωρίς ταυτότητα στη Νορβηγία του 1970, έγραψε τη δική του οπτική γωνία γι’ αυτό το έγκλημα με τον γνωστό συναρπαστικό τρόπο. Μάλιστα, ο Jørn Lier Horst γράφει στην εισαγωγή περισσότερα πάνω σ’ αυτό. Ο Βαγγέλης Γιαννίσης λοιπόν έκανε ενδελεχή έρευνα σε όσα στοιχεία μπόρεσε να βρει και κατάφερε να ταιριάξει τις ελάχιστες αποδείξεις με τη γόνιμη φαντασία του, δημιουργώντας ένα δυνατό stand-alone μυθιστόρημα, γεμάτο καρτέλ ναρκωτικών, δίκτυο διαφυγής εγκληματιών πολέμου σε χώρες της νότιας Αμερικής, προσωπικά προβλήματα σε πολλούς χαρακτήρες και μια συναρπαστική ατμόσφαιρα γεμάτη απανωτές ανατροπές και αποκαλύψεις.
Είμαστε στο 1970. Ο Ρολφ Στόλεσεν, προϊστάμενος του Τμήματος Εγκλημάτων Κατά Ζωής της Αστυνομικής Διεύθυνσης του Μπέργκεν, έναν χρόνο μετά τη δολοφονική απόπειρα εναντίον του που, παρ’ όλ’ αυτά, στοίχισε τη ζωή της γυναίκας του, Μπέτε, αναλαμβάνει την υπόθεση μιας μυστηριώδους γυναίκας που βρέθηκε νεκρή στην κοντινή κοιλάδα του Ίσνταλ, την Κοιλάδα του Θανάτου όπως την αποκαλούν οι ντόπιοι. Μεγαλώνει μια έφηβη κόρη, την Ίντε, με την οποία τα πράγματα χειροτέρεψαν μετά τη μοιραία νύχτα, με αποτέλεσμα συνεχείς καβγάδες μεταξύ τους, ενώ ο πατέρας του, Άρνε, πρώην αλκοολικός, νιώθει πως του κάνει τη ζωή δυσκολότερη, μιας και πιστεύει πως διαιωνίζει τα δικά του λάθη στην ανατροφή της Ίντε.
Γύρω από τον Στόλεσεν κινούνται εξίσου ενδιαφέροντες χαρακτήρες, όπως ο αρχιφύλακας Ούλε Στραντ, που έχει χωρίσει με τη γυναίκα του, η οποία έμαθε πως είναι έγκυος κι αυτό του δημιουργεί άγχος που δεν μπορεί να αντιμετωπίσει με σωστό τρόπο, η ασυμβίβαστη αρχιφύλακας Ελίσε Μπόλερ που έχει μια σκιά στο παρελθόν της, οι αστυφύλακες Αλφ Μάρνουμ και Έμπε Φάρνες (ή Ψάρι, μιας και είναι το νεότερο μέλος του τμήματος), οι οποίοι συνδέονται άρρηκτα με κάτι που καλύτερα είναι να μείνει κρυφό, ο Άνερς Φλο, ειδικός πράκτορας του Εγκληματολο��ικού που καταφτάνει από το Όσλο σχεδόν αμέσως για να αναλάβει την υπόθεση, έξυπνος και διορατικός, που νιώθει να πνίγεται στο περιβάλλον του Μπέργκεν, μια πόλη που σαφώς δεν είναι καλύτερη από το Όσλο αλλά τον κάνει να αισθάνεται πιο βρώμικος, ο διοικητής της Αστυνομικής Διεύθυνσης του Μπέργκεν Φρανκ Λίκεν και άλλοι.
Όλοι αυτοί οι άνθρωποι μπλέκουν σ’ ένα αρχικά αξεδιάλυτο κουβάρι χωρίς άκρες, ο καθένας με τα μυστικά του και τις φιλοδοξίες του, σταδιακά όμως οι κρίκοι ενώνονται, οι εξελίξεις δημιουργούν νέα ερωτήματα, η υπόθεση κορυφώνεται σταδιακά και οδηγεί σε πολλά μονοπάτια. Ποιο είναι όμως το σωστό; Τι σχέση έχει μια οικογενειακή τραγωδία της Γερμανίας του 1940 με το σήμερα; Είναι αλήθεια όσα λέγονται για γνωστούς Ναζί εγκληματίες πολέμου; Ναι, αλλά ποια είναι η γυναίκα του Ίσνταλ και τι σχέση έχει με όλα αυτά;
Το μυθιστόρημα σέβεται απόλυτα την εποχή του 1970 και τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούσαν αστυνομικές διευθύνσεις και μυστικές υπηρεσίες. Το ένα βήμα οδηγεί στο άλλο, οι χαρακτήρες αλληλοεπιδρούν με απρόσμενο τρόπο, η ιστορία ξεφεύγει πολλές φορές από τα κλισέ και τις ασφαλείς πεπατημένες και δε διστάζει να δείξει διαφορετικά προσωπεία και απρόσμενες αντιδράσεις. Η υπόθεση της γυναίκας του Ίσνταλ γίνεται όλο και πιο περίπλοκη ενώ το ασφυκτικό περιβάλλον της Νορβηγίας κάνει τα πράγματα ανυπόφορα: «Οι νύχτες στην πόλη τέτοια εποχή, στις παρυφές του χειμώνα, ήταν μεγάλες, πηχτές σαν πίσσα, σε έσφιγγαν στη μαύρη και μελαγχολική αγκαλιά τους μέχρι η ομίχλη της κατάθλιψης να τυλίξει το μυαλό και να το κάνει να αποζητήσει παρηγοριά στο μπουκάλι ή στην καραμπίνα» (σελ. 49). Πιο συγκεκριμένα, στο Μπέργκεν: «Οι φόροι, ο θάνατος και η βροχή ήταν οι μοναδικές σταθερές της ζωής» (σελ. 56).
Εκτός από τον υποδειγματικό τρόπο συνένωσης επιμέρους ιστοριών και τις επεκτάσεις της καθαυτής πλοκής, μου άρεσε ο τρόπος με τον οποίο χειρίστηκε ο συγγραφέας μια γνωστή θεματική επιλογή που θα συναντήσουμε σε πολλά μυθιστορήματα, την οποία τοποθέτησε σε εντελώς διαφορετικές βάσεις, εξίσου ρεαλιστικές και ανθρώπινες όμως. Επίσης, πολλές διαχρονικές παρατηρήσεις με έβαλαν σε σκέψεις: «Τα συναισθήματα ήταν κουραστικά. Ειδικά αυτά που είχαν να κάνουν με άτομα τα οποία δεν υπήρχαν πια. Τα συναισθήματα δίχως ανταπόκριση. Εξουθένωναν» (σελ. 188). Ο συγγραφέας δεν είναι υπέρμαχος της μοίρας: -«Πώς νομίζεις ότι θα εξελιχθεί το παιδί ενός μέθυσου το οποίο κακοποιούνταν συστηματικά ή ένα παιδί που μεγάλωσε στον δρόμο; -Κι αυτό είναι αποτέλεσμα μιας μοίρας που αποφάσισε το μέλλον του παιδιού αυτού, ή γινόμενο του συνόλου της ελεύθερης βούλησης όσων ατόμων σχετίζονται με το άτομο αυτό» (σελ. 266). Η ποικιλία των χαρακτήρων δίνει και διάφορες ερμηνείες στους βασικούς θεματικούς άξονες της ιστορίας, όπως με τον ηλικιωμένο εγκληματία πολέμου που έκανε εντύπωση στην Μπόλερ: «-Αν συναντούσα κάποιον από αυτούς στον δρόμο, δεν θα μου περνούσε από το μυαλό ότι μπροστά μου βρίσκεται ένα τέρας. -Νομίζεις πως είναι τέρατα; -Δεν είναι; -Σίγουρα έκαναν τερατώδεις πράξεις. Και σίγουρα θέλουμε να πιστεύουμε πως είναι τέρατα… Γιατί, αν δεν είναι τέρατα, αν είναι καθημερινοί άνθρωποι σαν κι εμάς, αυτό σημαίνει πως είμαστε κι εμείς οι ίδιοι ικανοί να κάνουμε τέτοιες τερατώδεις πράξεις αν οι συνθήκες μας ωθήσουν» (σελ. 271),
Εκτός από την πικρία που άφησε ο πόλεμος στα θύματα, εκτός από τις βρώμικες δουλειές που παίζονται σε σκοτεινά υπόγεια, έχουμε και μια στοργική (όσο γίνεται) ματιά στις ανθρώπινες σχέσεις που αναπτύσσονται σε μια καταθλιπτική χώρα. Ειδικά οι οικογενειακοί δεσμοί του Στόλεσεν με την κόρη και τον πατέρα του είναι πολύ δυνατοί: ο μεν πατέρας (Άρνε) παραδέχεται πως μισεί τον γιο του γιατί του θυμίζει τη νεκρή μητέρα του αλλά με το πέρασμα του χρόνου κατάλαβε πως ο πόνος της απώλειας ελαττώνεται («Κάποια στιγμή, όταν χάνεις κάθε ελπίδα, τα κύματα αραιώνουν. Δεν χαμηλώνουν σε ύψος, αλλά πάντως αραιώνουν. Σου δίνουν χρόνο να πάρεις μια ανάσα, και, όσο περνάει ο καιρός, καταλαβαίνεις ότι η συχνότητά τους μικραίνει», σελ. 118), ο δε γιος (Ρόλφε) μεταχειρίζεται εξίσου σκαιά, αν και με τύψεις, την κόρη του, με αφορμή τη δολοφονία της δικής του γυναίκας. «Ήταν τρία σπασμένα κομμάτια γυαλί τα οποία κάποτε ανήκαν στο ίδιο βάζο…» (σελ.176). Θα καταφέρουν να εξισορροπήσουν αυτές τις λεπτές θέσεις;
«Η γυναίκα του Ίσνταλ» είναι ένα ανατρεπτικό μυθιστόρημα που βασίζεται σε πραγματική υπόθεση που ακόμη ταλανίζει τη Νορβηγία και μας ταξιδεύει πίσω στη δεκαετία του 1970 αλλά και στα χρόνια του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου και στο κοντινό μας μέλλον. Καλοδουλεμένοι χαρακτήρες, πλούσια πλοκή, ενδιαφέρουσες απόψεις, διαχρονικά μηνύματα, διεισδυτικότητα και σασπένς είναι μερικά μόνο από τα θετικά χαρακτηριστικά που συναντώ σε κάθε βιβλίο του Βαγγέλη Γιαννίση και πάντα μου χαρίζουν την ίδια, αν όχι μεγαλύτερη, αγωνία και απόλαυση.
Η ιστορία δεν αποτελεί μια δημοσιογραφική προσέγγιση του εγκλήματος αλλά ακολουθεί τον αστυνόμο Στόλεσεν και την ομάδα του στην αναζήτηση του υπεύθυνου του εγκλήματος. Αναλώνεται περισσότερο στο τι γίνεται στην ζωή των αστυνομικών παρά για το έγκλημα καθεαυτό. Γενικότερα σαν ιστορία ήταν εξωφρενική αλλά ο συγγραφέας κατάφερε να την φέρει στα πλαίσια της πραγματικότητας και να σε κάνει να πιστέψεις ότι όντως έχει πλεκτεί αυτό το παράξενο κουβάρι γεγονότων.
Για μια ακόμα φορά ο Γιαννίσης παρουσιάζει χαρακτήρες χτυπημένους από την μοίρα για επιπλέον τραγικότητα που, από ένα σημείο και έπειτα, απλά αναρωτιέσαι τι ακόμα θα φάνε στην μούρη.
Είναι οι λεπτομέρειες που σε κρατάνε μέχρι τελευταία στιγμή εθισμένο στο βιβλίο για να δεις τι θα γίνει μετά περιμένοντας την κλιμάκωση, η οποία ήρθε με έναν δυνατό γδούπο και κοίταζες άφωνος το βιβλίο.
Ήταν μια πολύ καλή προσπάθεια. Είχε έναν ευφυή τρόπο γραφής. Ο άνθρωπος ξέρει να παίζει με την γλώσσα και να την φέρνει στα μέτρα του ώστε να δημιουργεί αυτές τις καταπληκτικές περιγραφές και εικόνες. Δημιουργεί συναισθήματα τόσο έντονα που απορείς εάν το νιώθει ο χαρακτήρας ή εσύ. Ξέρει να χειρίζεται τον αναγνώστη του και το βιβλίο «Η γυναίκα του Ίσνταλ» είναι το καλύτερο παράδειγμα.
Με λίγα λόγια, εάν δεν έχετε το έχετε διαβάσει ακόμα, τότε πρέπει να πάτε στο κοντινότερο βιβλιοπωλείο και να το αγοράσετε. Δεν θα μετανιώσετε καμιά σελίδα του, αν και θα μπερδευτείτε με τα τόσα ονόματα που χρησιμοποιεί (Αν το διαβάζεις αυτό Γιαννίση, σε παρακαλώ λιγότερα ονόματα την επόμενη φορά).
Είναι χειμώνας του 1970 στη Νορβηγία όταν το απανθρακωμένο σώμα μιας γυναίκας αποκαλύπτεται στην κοιλάδα του Ίσνταλ. Η αστυνομία του Μπέργκεν με επικεφαλή τον Ρολφ Στόλεσεν και δύο ειδικοί πράκτορες του Εγκληματολογικού θα κλειθούν να λύσουν το μυστήριο του θανάτου της. Τα στοιχεία δεν είναι επαρκή για να αποφανθούν αν πρόκειται για αυτοκτονία ή δολοφονία. Ενώ οι έρευνες συνεχίζονται τα στοιχεία που έρχονται στο φως είναι όλο και πιο περίεργα. Ψεύτικα έγγραφα, μεταμφιέσεις, κωδικοποιημένα σημειώματα και ρούχα με κομμένες ετικέτες είναι τα μόνα πράγματα που έχουν οι αστυνομικοί στα χέρια τους για την άγνωστη γυναίκα. Στην προσπάθειά τους να ανακαλύψουν τι πραγματικά συνέβη στη γυναίκα, θα έρθουν αντιμέτωποι με ένα καλά κρυμμένο μυστικό, το οποίο κάποιοι θα κάνουν τα πάντα για να μην αποκαλυφθεί.
Αν είστε λάτρεις του νουάρ και της κατασκοπείας τότε σίγουρα θα ευχαριστηθείτε αυτό το, βασισμένο σε αληθινή ιστορία, μυθιστόρημα.
Καλογραμμένο και εξαιρετικά ενδιαφέρον βιβλίο (δεν περίμενα κάτι λιγότερο άλλωστε). Η ερμηνεία που δίνει ο συγγραφέας στην πραγματική ιστορία της γυναίκας του Ίσνταλ είναι εξαιρετικά αληθοφανής, και ο τρόπος που την παρουσιάζει κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον. Οι χαρακτήρες της ιστορίας είναι πολύ καλά δουλεμένοι και αυτό συμβάλει στην αληθοφάνεια της ιστορίας.
Κάθε φορά, που ξεκινώ ένα βιβλίο και θέλω να γράψω άποψη κρατώ σημειώσεις στα αγαπημένα μου τετράδια. Κάποιες από αυτές τις κρατάω μέχρι την τελευταία σελίδα του βιβλίου, άλλες όμως μου τις αφαιρεί ο συγγραφέας, γιατί μου αλλάζει τις σκέψεις μου.
Με το βιβλίο του Βαγγέλη Γιαννίση μου συνέβη αυτό. Και είναι η πρώτη φορά, που χαίρομαι
Καθώς διάβαζα λοιπόν, το χέρι μου άρχισε να απαριθμεί τα αρνητικά και δε θα το κρύψω, ήταν πολλά μια σελίδα ολόκληρη σε τετράδιο Α4 και όμως πολλά από αυτά διαγράφτηκαν.
Η γυναίκα του Ισνταλ είναι ένα βιβλίο, που βασίζεται πάνω σε αληθινά γεγονότα και ο συγγραφέας θέλησε να ξανά γράψει την ιστορία ή να βάλει μια δική του πινελιά στην ιστορία ή ακόμη να την κάνει γνωστή. Άγνωστες οι Βουλές του Γιαννίση 😏
Όποιος δώσει μια ευκαιρία στο βιβλίο θα καταλάβει ότι ο συγγραφέας εργάστηκε πολύ. Η έρευνα είναι ενδεχελεις & πολυδιάστατη. Οι πληροφορίες σίγουρα, που αφορούν το γεγονός της ιστορίας δεν είναι απόηχος μυθοπλασίας αλλά σκληρή και επιμονή δουλειά. Πολλή δουλειά
Όποτε ο συγγραφέας μπορούμε να πούμε ότι έγραψε ένα βιβλίο πάνω σε ένα ήδη υπάρχον γεγονός. Και το θετικό σε αυτό είναι ότι δεν έδωσε στο αναγνωστικό κοινό ένα μυθιστόρημα - ρεπορτάζ, που έχει μια ξύλινη δημοσιογραφική ροή αλλά κάτι πιο ουσιώδες, που κρατάει τον αναγνώστη.
Από τις πρώτες σελίδες σε βάζει στην ατμόσφαιρα της υπόθεσης. Σε ένα σκοτεινό, βαρύ, βροχερό και κρύο περιβάλλον. Σε έναν σκληρό κόσμο, σε έναν υπόκοσμο γεμάτο μυστικά και βια. Έναν κόσμο γεμάτο μυστήριο.
Η ροή και η δράση της ιστορίας είναι στις πρώτες 200 σελίδες αργή. Αργή και δύσκολη. Ψέματα δε θα πω. Οι πρώτες 200 σελίδες ήταν βάσανο. Χάθηκα από τον πυρήνα της ιστορίας και αν δεν εμφανίζονταν κατά διαστήματα να μου πει και μια εξέλιξη θα νόμιζα ότι διάβαζα άλλο βιβλίο
Γιατί;
📝 Γιατί στις πρώτες αυτές 200 σελίδες, το βιβλίο εστιάζεται περισσότερο στα διαπροσωπικά θέματα των ηρώων. Στα ψυχολογικά τους. Στις σχέσεις, που είχαν μεταξύ τους. Στις ζωές που έκαναν εκτός αστυνομικού σώματος. έτσι ώστε Οι Ιστορίες τους να κλέβουν την αρχική ιστορία της γυναίκας του Ισνταλ.
📝 Στις ίδιες σελίδες λοιπόν, στις πρώτες 200, χάθηκα. Το βιβλίο κινείται σε τόσο διαφορετικά μέτωπα, που έχανα την ουσία του πραγματικού θέματος του βιβλίου.
📝 Η έρευνα κινείται πολύ αργά και μπερδεμένα, γιατί με όλα τα παραπάνω, που ανέφερα, που αναλύονταν σε πολύ μεγάλο ποσοστό η αστυνομική έρευνα κρυβόταν.
Όλα τα παραπάνω μέχρι τις 200 σελίδες.
Μετά ο συγγραφέας βάζει γκολ από τα αποδυτήρια. Μη σας πω και από τις κερκίδες.😏
Από τις 200 σελίδες και μετά και από το δεύτερο μέρος του βιβλίου όλα αρχίζουν να ξεκαθαρίζουν. Βέβαια η δράση και ως επί το πλείστων και η ροή συνεχίζει να είναι αργή αλλά όχι χωρίς θετικά αποτελέσματα και η αγωνία φτάνει στο ζενίθ της.
Διότι μετά ξεκινά ένα γαϊτανάκι με τόσες πληροφορίες, εξελίξεις και ανατροπές που ξεχνάς τις πρώτες 200 σελίδες.
Μετά ξεκινάει ο Γολγοθάς του αναγνώστη. Γιατί οι αποκαλύψεις είναι πολλές και πέφτουν η μία πάνω στην άλλη.
Και όσο διαβάζεις βλέπεις ότι ο συγγραφέας έχει καταπιαστεί με ένα θέμα πολύ λεπτό και ευαίσθητο.
Δεν είναι εύκολο πάντα να διαβάζεις βιβλία,που έχουν κάποια θέματα, που είναι λίγο πιο λεπτεπίλεπτα. και πάντα αναρωτιόμουν πώς νιώθει ένας συγγραφέας κάθε φορά, που καταπιάνεται με ένα τέτοιο θέμα. Ο Βαγγέλης γιάννισης έφερε στο προσκήνιο μία ιστορία, που δεν είναι απλά ένας φόνος. Είναι κάτι παραπάνω από φόνος. Είναι κάτι παραπάνω από ένα έγκλημα.
Η κατασκοπεία, ο ναζισμός, οι Εβραίοι, και όλη η αλήθεια, που κρύβεται πίσω όχι από αυτή την ιστορία αλλά πολλές άλλες ιστορίες. Αυτό είναι ένα μικρό κομμάτι του κόσμου, πίσω από αυτό όμως κρύβονται άλλες πολύ πιο μεγάλες ιστορίες. Ιστορίες με ματωμένα χνάρια πάνω τους.
Ο συγγραφέας ρίσκαρε. Δεν είναι εύκολο να πάρεις μία ιστορία αληθινή και να προσπαθείς να της δώσεις μία δική σου πνοή. Όχι να την αλλάξεις αλλά να την προωθήσεις στον αναγνώστη και να της δώσεις κάτι από τη γραφή σου. Γιατί δεν είσαι ελεύθερος να κάνεις πράγματα. Πρέπει να προσπαθήσεις να κινηθείς στο μοτίβο, που έχει ίδια ιστορία. Να μην ξεπεράσεις τα όριά και φανεί η ιστορία ψεύτικη.
Κι αν μη τι άλλο ο συγγραφέας έδωσε ένα βιβλίο, που φαίνεται ρεαλιστικό και αληθοφανής.
Ναι μου άρεσε πάρα πολύ
Ειδικότερα τα φιλοσοφικά κοινωνικά μηνύματα, που περνά μέσα από τα αποσπάσματα του.😏
Τα αρνητικά, που βρήκα είναι τα παραπάνω, που αναφέρω έως τις 200 πρώτες σελίδες.. Και θα ήθελα λιγότερο έρωτα και συναίσθημα. Νομίζω ότι ήταν λίγο παραπάνω από ό,τι αντέχω 😏😏
Κατά τα άλλα είναι ένα βιβλίο, που αξίζει και για τον Γιαννίση, που ρίσκαρε αλλά και για να ακούστει αυτή η ιστορία περισσότερο. Πρέπει να ακουστεί.!!
Στη Νορβηγία, τον χειμώνα του 1970, την ήσυχη ζωή στην πόλη του Μπέργκεν έρχεται να διαταράξει ένα αποτρόπαιο γεγονός. Στην κοιλάδα του Ίσνταλ ανακαλύπτεται το απανθρακωμένο πτώμα μιας άγνωστης γυναίκας. Ένας θάνατος αίνιγμα – μυστήριο. Αυτοκτονία ή δολοφονία; Κανείς δεν είναι σίγουρος αρχικά. Ύστερα από την ιατροδικαστική εξέταση που έγινε, αποδείχτηκε πως η γυναίκα είχε καταναλώσει υπερβολική ποσότητα υπνωτικών χαπιών. Άρα αυτοκτονία. Αφού όμως ήθελε να αυτοκτονήσει και είχε πάρει τα χάπια, γιατί να πέσει και στην φωτιά που είχε ανάψει; Από την άλλη μεριά, στις αποσκευές της γυναίκας βρέθηκαν αντικείμενα που θα χρησιμοποιούσε μόνο κάποιος που θα ήθελε να αποκρύψει την αληθινή του ταυτότητα, όπως πχ. ψεύτικα έγγραφα, κωδικοποιημένα σημειώματα, περούκες, πολλά διαβατήρια, διάφορα ξένα νομίσματα γυαλιά ηλίου, είδη μεταμφίεσης και ρούχα με κομμένες τις ετικέτες. Επομένως δολοφονία…
Αν και τα στοιχεία για την υπόθεση διχάζουν και είναι πάρα πολύ λίγα, η νορβηγική αστυνομία με αρχηγό τον επιθεωρητή Ρολφ Στόλεσεν σε συνεργασία με δυο ειδικούς πράκτορες της Kripos που καταφθάνουν από το Όσλο, θα προσπαθήσουν να ρίξουν φως στην υπόθεση και να την διαλευκάνουν.
Ο κ.Γιαννίσης καταφέρνει με απόλυτη μαεστρία να στήσει ένα μοναδικό και αληθοφανές σκηνικό. Ένα εκπληκτικά αρμονικό πλέξιμο της μυθοπλασίας με την πραγματικότητα, που ο αναγνώστης δεν μπορεί να καταλάβει πού αρχίζει το ένα και πού τελειώνει το άλλο.
Η γραφή του είναι κινηματογραφική, με ολοζώντανους και παραστατικούς διαλόγους, γρήγορη ροή και απροσδόκητες ανατροπές που κρατούν αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Επίσης, είναι πασιφανής η εκτενής και προσεκτική έρευνα όλων των στοιχείων της υπόθεσης που έγινε από το συγγραφέα και σε συνδυασμό με την πλούσια φαντασία του, μας δίνει μια άκρως ικανοποιητική και αληθοφανή λύση στην υπόθεση της γυναίκας του Ίσνταλ, η οποία μέχρι και σήμερα παραμένει ανεξιχνίαστη. Θερμά συγχαρητήρια κ. Γιαννίση!!!
ΥΓ. Αν και η απουσία του Άντερς Οικονομίδη είναι αισθητή, το βιβλίο είναι πάρα πολύ καλό και σας το προτείνω.
* Η ζωή μας είναι το αποτέλεσμα των επιλογών που κάνουμε με βάση αυτά που μας δίνει. ------------> σελίδα 262
"Μπορείς να πάρεις όσες προφυλάξεις υπάρχουν, Ρολφ. Μπορεί να τα κάνεις όλα σωστά. Αν το κακό σε σημαδέψει, όμως, θα σε βρει. Θα σε βρει και θα σε καταστρέψει, και δεν μπορείς να κάνεις απολύτως τίποτα για να το αποτρέψεις". Όταν είδα ότι ο Βαγγέλης Γιαννίσης έγραψε ένα μυθιστόρημα με αληθινά γεγονότα μιας, εδώ και πολλά χρόνια ανεξιχνίαστης υπόθεσης, αναρωτήθηκα πως άραγε να τελειώνει το βιβλίο. Κι όταν έφτασα στο τέλος του είπα πολλά μπράβο. Πρώτη θετική εντύπωση ότι γνωστός ξένος συγγραφέας προλογίζει σε ελληνικό βιβλίο. Τελειώνοντας και τον σχεδόν επίλογο ένιωσα τη περηφάνια του Γιαννίση αλλά και του Horst. Δεύτερη θετική εντύπωση η εξέλιξή του. Τρίτη θετική εντύπωση ότι δεν ένιωσα να κάνει πουθενά κοιλιά, ούτε βρήκα κάποιο κομμάτι περιττό. Τριτοπρόσωπη αφήγηση ταιριάζει στην εποχή της πλοκής, χαρακτήρες καλά ψυχογραφημένοι με τα προβλήματά τους που τα βλέπουμε παράλληλα με την έρευνα, χωρίς να κουράζουν. Ιδιαίτερα η σχέση πατέρα - κόρης δείχνει τα λάθη που γίνονται κάποιες φορές από θλίψη και θυμό λόγω μιας απώλειας. Ένιωσα ένταση κάποιες στιγμές και αγωνία. Και σε αυτό βοήθησαν τα μικρά κεφάλαια. Το τέλος με την λύση της υπόθεσης με άφησε με τις καλύτερες εντυπώσεις αφού δε μου έμεινε κανένα ερωτηματικό. Τα στοιχεία της έρευνας μαζί με τη μυθοπλασία κούμπωσαν σωστά και βγήκε ένα βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί.