Λένε ότι η ιδιοφυΐα βρίσκεται πολύ κοντά στην παράνοια. Πράγματι, αρκετοί μεγάλοι καλλιτέχνες κατέληξαν σε ιδρύματα με αμφίβολη θεραπευτική αξία. Στη ζωή του Γιαννούλη Χαλεπά όμως, του σημαντικότερου ίσως Νεοέλληνα γλύπτη, δεν υπάρχουν μόνο μια ελπιδοφόρα άνοιξη και μια κατάβαση στην κόλαση. Υπάρχει και μια αναπάντεχη ανάσταση, μια απρόσμενη επανεμφάνιση της ιδιοφυΐας, η οποία μάλιστα μας έδωσε έργα πολύ πιο προσωπικά από τα παλιά. Η βασανισμένη του ζωή, ακόμα και μετά την αναζωπύρωση της δημιουργικότητας, είναι που μας συγκίνησε τόσο πολύ, γι’ αυτό και προσπαθήσαμε να τη μεταφέρουμε σε εικόνες. Μερικοί πιστεύουν ότι ο Χαλεπάς είναι κάτι σαν άγιος. Ποιος ξέρει; Το σίγουρο είναι ότι η ιστορία του δεν μοιάζει με καμιά άλλη.
Ο Δημήτρης Βανέλλης γεννήθηκε στη Λέσβο και από το 1976 ζει στην Αθήνα. Εργάζεται στη Βιβλιοθήκη της Ανώτατης Σχολής Καλών Τεχνών στην Αθήνα. Από το 1990 γράφει σενάρια για κόμικς για πολλούς Έλληνες δημιουργούς (Δερβενιώτη, Γ. Δημητρίου, Ζαφειράτο, Ζήκο, Ζογλοπίτου, Κυριαζή, Πέτρου, Σόλη κ.ά.), που δημοσιεύονται στη "Βαβέλ", το "9", το "Σινεμά" κ.α., αρκετά άρθρα, ενώ τέσσερα άλμπουμ της σειράς "Φανούρης Άπλας" (με συν-σεναριογράφο τον Δ. Καλαϊτζή και σκίτσα του Σπύρου Δερβενιώτη) εκδόθηκαν τη δεκαετία του 1990 από τη Μαμούθ Κόμικς. Έχει γράψει επίσης τα βιβλία "Η μουσική στο κεφάλι μου", "Ασμόλ", "Έξω από την Γκρίζα Χώρα" και "Το καλοκαίρι μου έξω από τον Θόλο". Το 2011 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις "Τόπος" το άλμπουμ "Παραρλάμα και άλλες ιστορίες του Δημοσθένη Βουτρά" σε σχέδια του Θανάση Πέτρου.
Όμορφη δουλειά για έναν ιδιοφυή καλλιτέχνη. Η ασπρόμαυρη εικονογράφηση βοηθάει στο να αναδείξει την βασανισμένη ζωή του Χαλεπά, ο οποίος δεν αντιμετώπισε ποτέ τους δαίμονές του (με κύριο τη μητέρα του;) και αναγνωρίστηκε από το ευρύτερο κοινό λίγο πριν το τέλος της ζωής του. Χρειάζονται τέτοιες προσεγμένες δουλειές για προσωπικότητες που με τον έναν ή άλλο τρόπο, έβαλαν τη σφραγίδα τους στην ιστορία της χώρας μας. Όχι με κριτήρια εθνικής υπερηφάνειας και συνείδησης, αλλά υπό το πρίσμα ότι με το έργο τους προσπάθησαν να βρουν τη θέση και τις ρίζες των ανθρώπων με τον τόπο τους.
Πρώτα και κύρια να πω ότι ερωτεύτηκα την εικονογράφηση, ήταν ακριβώς αυτή που έπρεπε. Με έκανε να μένω ώρα σε κάθε σελίδα για να αφομοιώσω κάθε λεπτομέρεια. Η ιστορία αυτού του ταλαιπωρημένου ανθρώπου είναι πολύ ενδιαφέρουσα και ανέκαθεν μπορώ να πω ότι με μάγευαν τα έργα του, τώρα που ξέρω με τι προσωπικές θυσίες τα παρήγαγε, ακόμα παραπάνω.
φέτος κάθε πρωί για να πάω στη δουλειά μου, μιας και η Γαλατσίου είναι άθλια επιλογή για περπάτημα, έκανα μια λίγο μεγαλύτερη αλλά μακράν ωραιότερη διαδρομή και περπατούσα σχεδόν από την αρχή ως το τέλος της την οδό Χαλεπά. Πήρε μια ολόκληρη σχολική χρόνια αλλά κάπου τον Μάϊο θυμήθηκα να αναρωτηθώ και να γκουγκλάρω ποιος ήταν ο Γιαννούλης Χαλεπάς που ειχε ονοματίσει τον δρομο με τα φαρδιά πεζοδρόμια και τις πικροδάφνες.
στην αναζήτηση βρήκα το βιβλίο και κάτι εβδομάδες αργότερα το παρήγγειλα τυχαία και αυθόρμητα από ένα βιβλιοπωλείο που είχα επισκεφτεί άλλη μια μόνο φορά με την φίλη-συνάδελφο από το σχολείο που με πήγαινε η οδός Χαλεπά κάθε πρωι.
Το διάβασα ολόκληρο μια μέρα που μου έδωσα ένα απελπισμένο ρεπό από το άλλο μου διάβασμα γιατί προκοπή δεν έκανε, κάπου στη μέση έβαλα τα κλάματα και δεν σταμάτησαν μέχρι να το τελειώσω.
Το βιβλίο και η ιστορία στο τέλος θέλουν πολυ να αφήσουν μια γλυκιά τροπή, μια ελπίδα, ένα «κοιτα! όλα καλά! εξιλεωθήκαν όλα!», και καλα κανουν και το καταλαβαινω, ωστόσο εγώ δεν μπόρεσα να αναχωρήσω από το σκοταδι και την βαθιά θλίψη της μέσης
Γιαννουλης με το σκουφάκι του και τον πηλό του και την αγάπη του για την Αθήνα και την ασκητική του την ευαισθησία, έχω μείνει με ένα τεράστιο, στενάχωρο παράπονο για το πως του φέρθηκαν, και μια ενισχυμένη επιθυμία για την βόλτα στο Α’ Νεκροταφειο που αναβάλλω χρόνια τώρα.
Πολλές φορές έχουμε ακούσει ότι το έργο ενός καλλιτέχνη αυτονομείται από τον ίδιο και αποκτά τη δική του αυταξία. Βέβαια είναι προφανές ότι κάθε καλλιτεχνικό έργο είναι ένα ανθρώπινο δημιούργημα και επομένως δεν μπορεί παρά να φέρει τις ιδέες, τις αξίες (ακόμα και τις «λόξες») του κάθε καλλιτέχνη και της εποχής του, ακόμα κι όταν καταφέρνει αυτός με κάποιο έργο του να ξεπερνά ακόμα και τον εαυτό του. Η πιο συχνή καλλιτεχνική φιγούρα που αναφέρεται σε αυτού του τύπου τις συζητήσεις είναι φυσικά ο Νταλί και μάλλον όλοι γνωρίζουμε τους λόγους…
Όμως τι συμβαίνει σε αυτή την περίπτωση με τους καλλιτέχνες που στην εποχή τους θεωρήθηκαν «τρελοί» και στιγματίστηκαν από τον κοινωνικό τους περίγυρο; Δεν είναι λίγες αυτές οι περιπτώσεις καλλιτεχνών. Το αποκορύφωμα βέβαια είναι η περίοδος της ναζιστικής Γερμανίας όπου το ναζιστικό καθεστώς εκδίωκε όποιον καλλιτέχνη (κυρίως τους μοντερνιστές) δεν ταίριαζε με τα φασιστικά του πρότυπα ως «τρελό» και «εκφυλισμένο». Ανάμεσα στους καλλιτέχνες που στιγματίστηκαν και που τα έργα τους εκτέθηκαν σε εκθέσεις που καλούσαν τον κόσμο να έρθει να δει πόσο «τρελοί» είναι αυτού του είδους οι καλλιτέχνες ξεχωρίζουν ονόματα όπως του Κλεέ και του Καντίνσκι.
Στην Ελλάδα υπήρξε έντονη λογοκρισία στο παρελθόν με αποκορύφωμα της επταετία της Χούντας, όμως ποτέ δεν έλαβε τέτοιες διαστάσεις. Γι’ αυτό και δεν έχουμε πολλούς Έλληνες καλλιτέχνες να έχουν στιγματιστεί ως «τρελοί» προκειμένου να λογοκριθούν και να εκδιωχθούν. Στα καθ’ ημάς περισσότερο κυνηγήθηκαν οι ανατρεπτικές ιδέες, οι οποίες κατά περιόδους ήταν απαγορευμένες όπως ήταν απαγορευμένος και ο κύριος εκφραστής τους, το Κομμουνιστικό Κόμμα.
Η περίπτωση του Χαλεπά δεν είναι μία ιστορία λογοκρισίας σε καμία περίπτωση (αντιθέτως η μη ενασχόλησή του με τα «κοινωνικά δρώμενα» θεωρήθηκε μία απ’ τις αρετές της τέχνης του). Όμως είναι η ζωή ενός καλλιτέχνη που για πολλά χρόνια της ζωής του θεωρήθηκε «τρελός» απ’ τον κοινωνικό του περίγυρο και γι’ αυτό έζησε για δεκαετίες τον εγκλεισμό στα φρενοκομεία της εποχής. Πρόκειται για μία σκληρή ιστορία, όπου σε έναν καλλιτέχνη με ολοφάνερο ταλέντο δεν επιτράπηκε -λόγω υποτροφίας- να ολοκληρώσει τις σπουδές του στο Μόναχο και λίγο καιρό αφότου επέστρεψε στην Ελλάδα έζησε τον εγκλεισμό για τέσσερις δεκαετίες. Όμως η καλλιτεχνική του ιδιοφυία δεν χάθηκε σε αυτά τα «σκοτεινά χρόνια» της ζωής του. Γι’ αυτό όταν επέστρεψε στο νησί του, στην Τήνο, συνέχισε να δουλεύει με τα ελάχιστα υλικά που διέθετε μέχρι που έζησε τη δική του «Ανάσταση» με την επιστροφή του στην Αθήνα, όπου αφοσιώθηκε αποκλειστικά πλέον στο έργο του, το οποίο τον καθιέρωσε στο πάνθεον της νεοελληνικής γλυπτικής.
Η ζωή του Χαλεπά έχει έντονα μυθιστορηματικά στοιχεία. Αυτός ήταν και ένας απ’ τους βασικούς λόγους που επέλεξαν ο Δημήτρης Βανέλλης (σενάριο), ο Θανάσης Πέτρου (σχέδιο) και οι Εκδόσεις Πατάκη να την μεταφέρουν σε comic. Και το αποτέλεσμα τους δικαιώνει απόλυτα, αφού η πολυτελής σκληρόδετη έκδοση τους εύκολα μπορεί να χαρακτηριστεί ως ένα απ’ τα καλύτερα ελληνικά comics της χρονιάς.
Ο «Χαλεπάς» είναι ένα από αυτά τα comics που δεν απευθύνεται στενά στους λάτρεις των comics της χώρας, αλλά σε ένα πολύ ευρύτερο αναγνωστικό κοινό. Μπορεί να διαβαστεί από φιλότεχνους κάθε ηλικίας και γενικώς από αναγνώστες που δεν έχουν συνηθίσει τη φόρμα των comics. Εντάσσεται στην κατηγορία εκείνων των comics που έχουν δημιουργήσει τη συζήτηση αν θα πρέπει να τα ονομάζουμε graphic novels, ανάμεσα στα οποία ξεχωρίζουν πολυδιαβασμένοι τίτλοι όπως το Αϊβαλί του Soloup (που πρόσφατα εκδόθηκε και στην Αμερική) και ο Ερωτόκριτος των Γούση, Παπαμάρκου, Ράγκου (που πρόσφατα τύπωσε τη 10η χιλιάδα του!).
Το σενάριο του Δημήτρη Βανέλλη καταφέρνει να αφηγηθεί με μυθιστορηματικό τρόπο τη ζωή ενός από τους σημαντικότερους Έλληνες καλλιτέχνες βασιζόμενος σε μία πλούσια βιβλιογραφία και κάνοντας εκτενή χρήση αποκομμάτων εφημερίδων, επιφυλλίδων και άλλων σχετικών κειμένων της εποχής. Τη ζωή του Χαλεπά την αφηγείται σε μία ιστορία που κινείται μεταξύ δράματος και θρίλερ, πριν φτάσει στην τελική λύτρωση η οποία διατηρεί έντονα δραματικά στοιχεία. Ο νέος αναγνώστης γνωρίζει με αυτό τον τρόπο τους σημαντικότερους σταθμούς της ζωής του Χαλεπά και παράλληλα έρχεται και σε μία πρώτη επαφή με το έργο του. Μπορεί έτσι το comic να λειτουργήσει και ως έναυσμα για να μυηθεί κάποιος στην γλυπτική του Χαλεπά. Όμως σίγουρα θα αποτελέσει μία πολύτιμη προσθήκη και στη βιβλιοθήκη ενός φιλότεχνου ήδη εξοικειωμένου με το έργο του Χαλεπά, ο οποίος μπορεί να ταξιδέψει ξανά στο παρελθόν του καλλιτέχνη μέσα από την οπτική των Βανέλλη και Πέτρου.
Όσον αφορά το σχέδιο του Θανάση Πέτρου (Γρα-Γρου, Παραρλάμα, Το Γιουσούρι, Ένα Γλυκό Ξημέρωμα, Στη Μάχη των Θερμοπυλών) αυτό είναι ιδιαίτερα ζωγραφικό, και σε κάποια δισέλιδα ίσως θυμίζει περισσότερο ζωγραφικό πίνακα και όχι comic. Ο Πέτρου με το ασπρόμαυρο σχέδιό του δίνει ιδιαίτερη έμφαση στα τοπία, τα κτήρια και τις ενδυμασίες που μαρτυρούν την εποχή στην οποία εκτυλίσσεται η ιστορία. Μπορούμε μάλιστα να βρούμε σκηνές που το σχέδιό γεμίζει έντονες αποχρώσεις, προκειμένου να δώσει ένταση. Αυτή την τεχνική τη χρησιμοποιεί κυρίως στα «σκοτεινά χρόνια» του Χαλεπά και ιδιαίτερα στις δραματικές σκηνές που εκφράζει την ψυχική διαταραχή που τον οδήγησε στον ψυχιατρικό εγκλεισμό. Ιδιαίτερη μνεία αξίζει και η λεπτομέρεια με την οποία ο Πέτρου αναπαριστά τα σημαντικότερα γλυπτά του Χαλεπά τα οποία κατέχουν ιδιαίτερη θέση στο comic αφού ο αναγνώστης τα συναντά στην εποχή που δημιουργήθηκαν και τα τοποθετεί ανάλογα με το εκάστοτε στάδιο της ζωής του καλλιτέχνη.
Τελικά ο «Χαλεπάς» των Θανάση Πέτρου και Δημήτρη Βανέλλη πρέπει να χαρακτηριστεί graphic novel; Η συζήτηση επ’ αυτού είναι μεγάλη και έχουν υποστηριχθεί αξιόλογα επιχειρήματα και απ’ την μία και απ’ την άλλη πλευρά. Πάντως, κατά την άποψή μου, ο «Χαλεπάς» είναι ένα απ’ αυτά τα έργα για τα οποία τα comics πήραν τον χαρακτηρισμό «9η Τέχνη». Το έργο των Πέτρου και Βανέλλη είναι μία μοναδική αφήγηση, η οποία θα μπορούσε να πάρει τη μορφή και άλλων τεχνών, αλλά έχει ιδιαίτερη αξία που μεταφέρεται στο χαρτί με τη μορφή του comic. Και αυτό όχι γιατί είναι πιο προσιτό στις νεότερες ηλικίες -όπως εύκολα θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς- αλλά γιατί τα comics είναι μία τέχνη με τη δική της καλλιτεχνική αξία και τη δική τους ομορφιά. Αρκεί να τα προσέξει κανείς για να το καταλάβει. Και μέσα απ’ τις σελίδες του Χαλεπά μπορεί να πάρει μία ιδέα γι’ αυτή την τέχνη και τις δυνατότητές της.
Probably the best Greek graphic novel this year + one of the best this decade that fades away...
Yannoulis Chalepas was the greatest Greek sculptor of Modern Greece and is a great example of how one's family & country can destroy, but for a moment, even such an artist, only to return as a phoenix from his flames.
Κόμικ με τη ζωή και το έργο του Γιαννούλη; Τι υπέροχη σκέψη! Πόσο αληθινά έχει εμπνεύσει η ιστορία αυτού του ανθρώπου τόσους άλλους ανθρώπους γενιές μετά, ώστε να γράφουν βιβλία και κόμικ βασισμένα στα γεγονότα της ζωής του;! Ξεκίνησα το κόμικ στην παραλία την Κυριακή που πήγα να κάνω ένα μπάνιο να δροσιστώ και πραγματικά πλάι στη θάλασσα, με τα πόδια μου στην άμμο, δεν ήθελα να το αφήσω. Βουτούσα για λίγο και ξανά μετά το έπιανα με αποτέλεσμα να το τελειώσω σχεδόν σε λίγες ώρες. Ειλικρινά αυτό το “διαμαντάκι” διαβάζεται μονορούφι και παρά το γεγονός πως δεν πρόκειται για χαρούμενο παραμύθι, σας διαβεβαιώνω πως στο τέλος σας φυλάει μια μικρή – πολύτιμη – κάθαρση.
"Εβγαζα στη βοσκή τα λιγότερα αρνάκια μου και έβρισκε τότε η ψυχή γαλήνιο τον τόπο της. Τα κλείδωνα στο σπίτι τα φαρμάκια μου και στο βουνό αρμόνιζε η καρδιά τον τρόπο της". Αυτά είπε στο τρία επι τρία ο Μπουκάλας για τον Χαλεπά και είχε και δίκιο. Οι άλλοι δύο της πράξης ήταν ο Παπαδιαμάντης και ο Θεοτοκόπουλος. Ήταν όλοι τους -ή τουλάχιστον στο περίπου- αυτό που έλεγε ο Περίδης κάποτε "Τρελοί δεν είναι, παλικαράκι μου, όλοι οι τρελοί". Είχε το graphic novel αυτό για τη ζωή του Χαλεπά έναν λυγμό που τον συνάντησα και διαβάζοντας την ζωή του Παπαδιαμάντη. Έναν λυγμό που με έκατσε κάτω, με κέρασε ποτό και τσιγάρο και με έβαλε να κλαίω για όσα τους βασάνισαν. Είχε και εικόνες και έγγραφα από όλη του τη ζωή. Μια ζωή που είχε φως και μπόλικο σκοτάδι. Δεν μπορώ να πω με σιγουριά ότι στο τέλος ο Χαλεπάς ησύχασε, όμως μπορώ να πω με σιγουριά ότι ήθελα να τον κάνω μια αγκαλιά και ότι θα επισκεφτώ επιτέλους το πρώτο νεκροταφείο. Πάλι το ριβιού δεν έβγαλε νόημα.
Ένα συνταρακτικό κόμικ για έναν συνταρακτικό καλλιτέχνη. Ο Βανελλης γράφει ένα εξαιρετικό σενάριο που δένει πανέμορφα με το σχέδιο του Πέτρου. Πραγματικά αυτό το δίδυμο δεν απογοητευει ποτέ. Μόνο πρόβλημα που έχω είναι πως δόθηκε παραπάνω προσοχή στην ασθένεια του Χαλεπά και το πώς η κοινωνία το χειρίστηκε, παρά στην προβολή της τρέλας του για την γλυπτική. Θα ήθελα να έβλεπα παραπάνω την καλλιτεχνική του νοοτροπία. Με αυτή την έλλειψη χάνετε και ένας βασικός παράγοντας συναισθηματικής σύνδεσης του αναγνώστη με τον πρωταγωνιστή που είναι δυστυχώς εμφανής στο κόμικ.
Θα έδινα 3.5 αστέρια. Το διάβασα πολύ ευχάριστα. Μου άρεσαν τα σκίτσα. Μαθαίνεις και την ιστορία του Χαλεπά. Δημιουργεί μια ατμόσφαιρα που σε "πιάνει" και νιώθεις λίγο τι πέρασε αλλά υπάρχουν πολλά κενά στην ιστορία που τα προσέχεις. Δεν γνωρίζουμε όλες τις λεπτομέρειες από τη ζωή του και το καταλαβαίνω αυτό αλλά μπορεί κανείς να πει μια ιστορία που να είναι συνεκτική ακόμη κι αν υπάρχουν κενά. Πάντως το προτείνω. Διαβάζεται πολύ γρήγορα και αξίζει το χρόνο που του αφιερώνεις.
Πιο πολύ με βιογραφία μοιάζει καθώς σου παραθέτει και έγγραφα που αφορούν στη ζωή του γλύπτη και νομίζω πως χάνει λίγο από την αίγλη του graphic novel καθώς επιλέγει να ακολουθήσει μια αφήγηση σε και από τρίτο πρόσωπο.
Ο «Χαλεπάς» είναι ένα απ’ αυτά τα έργα για τα οποία τα comics πήραν τον χαρακτηρισμό «9η Τέχνη». Το έργο των Πέτρου και Βανέλλη είναι μία μοναδική αφήγηση, η οποία θα μπορούσε να πάρει τη μορφή και άλλων τεχνών, αλλά έχει ιδιαίτερη αξία που μεταφέρεται στο χαρτί με τη μορφή του comic. Και αυτό όχι γιατί είναι πιο προσιτό στις νεότερες ηλικίες -όπως εύκολα θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς- αλλά γιατί τα comics είναι μία τέχνη με τη δική της καλλιτεχνική αξία και τη δική τους ομορφιά. Αρκεί να τα προσέξει κανείς για να το καταλάβει. Και μέσα απ’ τις σελίδες του Χαλεπά μπορεί να πάρει μία ιδέα γι’ αυτή την τέχνη και τις δυνατότητές της.