Το αριστούργημα αυτό του Δημήτρη Χατζή, περιλαμβάνει 7 διηγήματα, που όλα τους έχουν σαν κύριο θέμα τις συνταρακτικές αλλαγές που επέφερε στην προπολεμική κοινωνία της «μικρής του πόλης»- και, κατ’επέκταση, και σε όλη την ελληνική κοινωνία-ο πόλεμος, και η διαφαινόμενη αναπόφευκτη εξέλιξη στα ήθη, στα πιστεύω, και τις συνήθειές της. Και υποδόρια, διαχέει το μήνυμα πως η δογματική περιχαράκωση «σ’αυτά που ξέραμε», στα «έτσι είναι» «έτσι πρέπει», η αδιαμφισβήτητη προσήλωση στην παράδοση, που ζηλότυπα και με ιδιοτέλεια καλλιεργούσαν, επέβαλλαν και περιφρουρούσαν οι πολιτικοί και θρησκευτικοί ταγοί, οδηγούν νομοτελειακά στην απώλεια, την καταστροφή, στο τέλος...
Κάθε μία ιστορία και κάθε χαρακτήρας περιγράφονται με απλοϊκότητα, αλλά με εντυπωσιακή ενάργεια και διεισδυτική ακρίβεια. Χωρίς λεξιλαγνείες και λεκτικούς εντυπωσιασμούς, με όπλο την ντοπιολαλιά «της μικρής του πόλης» ο Δ.Χ. μας κάνει κοινωνούς της ζωής των κατοίκων της και των προβλημάτων της. Και βέβαια, η «μικρή του πόλη» περιλαμβάνει τόσο τους μεροκαματιάρηδες βιοπαλαιστές, όσο και τους «αρχόντους» που διαφέντευαν.
Θα σταθώ ιδιαίτερα στο διήγημα «Σαμπεθάι Καμπιλής», στο οποίο ο Δ.Χ., με το λιτό του ύφος, περιγράφει διεισδυτικά τη δομή και τη ζωή της κοινωνίας των Εβραίων που είχε φυτρώσει στην «μικρή του πόλη», τα Γιάννενα, πριν από ανυπολόγιστα χρόνια (από τη Ρωμαιοκρατία; από την εποχή του Φερδινάρδου και της Ισαβέλλας;) και που επιβίωνε στον εβραϊκό μαχαλά. Φτωχοί βιοπαλαιστές οι πιο πολλοί, με σεβασμό στην θρησκεία τους και τα έθιμά τους, συμβιώνοντας αρμονικά με τους -λίγους- χριστιανούς της γειτονιάς. Ο ήρωας του διηγήματος, ο Σαμπεθάι Καμπιλής, πιστός στην Γραφή και τα προστάγματά της, παρόλο που επίσημα δεν κατέχει κάποια θρησκευτική ή πολιτική θέση, κινεί άτυπα τα νήματα της κοινότητας. Διακατέχεται από ιερό πόθο η κοινότητα να κρατήσει άσβεστη την Εβραϊκή πίστη και τις διδαχές του Ταλμούθ, και να παραμείνει για πάντα συσπειρωμένη γύρω από την «κλώσσα», την εβραϊκή γειτονιά (και την εξουσία του...). Μέντορας και χορηγός ενός χαρισματικού και πολλά υποσχόμενου παιδιού, το οποίο υποσυνείδητα και ανομολόγητα προορίζει για διάδοχό του στην κοινότητα, και το οποίο εκτιμά περισσότερο από τα φυσικά του τέκνα. Όταν διαπιστώνει ότι το παιδί αυτό, ο αγαπημένος του μαθητής, στον οποίο είχε εναποθέσει όλες του τις ελπίδες για τη συνέχιση της εβραϊκής παράδοσης και την επιβίωση της κοινότητας σύμφωνα με τους εβραϊκούς νόμους, έχει προσχωρήσει αμετάπειστα στο στρατόπεδο των διεθνιστών, ο Σαμπεθάι Καμπιλής, επικαλούμενος τον Αβραάμ, το προσφέρει θυσία για τη «σωτηρία» της εβραϊκής οικογένειας.
Τα μηνύματα για το κυνήγι των Εβραίων από τους ναζί φτάνουν μέχρι «την μικρή πόλη», παρόλα αυτά ο Σαμπεθάι Καμπιλής αποτρέπει κάθε φοβισμένο να ξεφύγει από την αγκαλιά της «κλώσσας», να εγκαταλείψει την πόλη, να κρυφτεί και να σωθεί. Όπως γράφει ο Δ.Χ. « δεμένους με τα χίλια σκοινιά του, δίβουλους και τρομαγμένους, ο Σαμπεθάι Καμπιλής τους κράτησε κει, με χίλιους τρόπους, με μηχανές κ’ ελπίδες και με φοβερίσματα..... Και τους προφτάσαν εκεί. Και τους πήραν όλους.... και χαθήκαν όλοι-τέσσερις χιλιάδες ψυχές, έξω από κείνους τους λιγοστούς, μετρημένους στα δάχτυλα - που δεν θέλησαν ν’ ακούσουν τον Σαμπεθάι Καμπιλή και σπάσανε τα σκοινιά του και φύγανε...