"Τα τάπερ της Αλίκης" είναι μια αθηναϊκή τοιχογραφία της εικοσαετίας 1980-2000. Τρεις γενιές γυναικών ζουν, ονειρεύονται και διεκδικούν: Η Κοραλία, είκοσι χρόνια καθαρίστρια στη ΦΙΝΟΣ ΦΙΛΜ. Η κόρη της Ελένη, πωλήτρια στο ΜΙΝΙΟΝ, που κάνει κι επιδείξεις τάπερ σε σπίτια κυριών. Και το "εξώγαμο" κοριτσάκι της, η Αλικούλα, που πήρε το όνομα της νονάς της Αλίκης Βουγιουκλάκη. Η μικρή μέσα στα πολύχρωμα τάπερ της μαμάς κρύβει παιχνίδια, πασχαλίτσες για τα μαλλιά, στρασάκια, Μπάρμπι, επιθυμίες, ελπίδες κι όνειρα. Όταν η Αλίκη μεγαλώνει, κλείνει ερμητικά μέσα στα τάπερ όλα όσα αισθάνεται. Αγάπη, οργή, πόνο, έρωτα, γέλιο και κλάμα. Μέχρι που η ζωή της θα απαιτήσει να ανοίξει τα αεροστεγή καπάκια και ν’ αφήσει τα συναισθήματά της ελεύθερα. "Τα τάπερ της Αλίκης" είναι ένα γκράφιτι στους τοίχους των πολυκατοικιών της Κυψέλης, των μπορντέλων της Φυλής, των θεατρικών σκηνών, των παλιών καταστημάτων και των ρετιρέ με τις στρωμένες τσόχες για κουμκάν. Είναι όσα ζήσαμε κι αγαπήσαμε σε μια Αθήνα που δεν μένει πια εδώ.
Η Έλενα Ακρίτα γεννήθηκε στην Αθήνα. Είναι κόρη του Λουκή Ακρίτα (από την πόλη Μόρφου της Κύπρου) και της Σύλβας Ακρίτα (από τη Θεσσαλονίκη, με μικρασιατική καταγωγή). Ως δημοσιογράφος συνεργάστηκε με το περιοδικό Ταχυδρόμος και τις εφημερίδες Το Βήμα, Έθνος, Έθνος της Κυριακής, Ειδήσεις και Τα Νέα όπου, μέχρι τώρα, αρθρογραφεί κάθε Σάββατο. Συνεργάστηκε με τους ραδιοφωνικούς σταθμούς ΕΡΑ1, Αθήνα 9,84, Flash και ΑΝΤ1. Επίσης, έχει παρουσιάσει τηλεοπτικές δημοσιογραφικές και ψυχαγωγικές εκπομπές (Κυριακάτικα, Ο πιο Αδύναμος Κρίκος, Φώτα Πορείας κ.λπ.) και έχει γράψει σενάρια για την τηλεόραση. Έχει μεταφράσει και διασκευάσει από τα αγγλικά και τα γαλλικά πολλά θεατρικά έργα, πρόζες και μιούζικαλ. Το θεατρικό της έργο Η Δίαιτα του Αστροναύτη ανέβηκε την περίοδο 2000-2001 σε σκηνοθεσία Σταμάτη Φασουλή. Βιβλία της: Από την Έλενα με Xαμόγελο, Ραντεβού με την Έλενα, Η Έλενα στη Xώρα των θαυμάτων, Η Διαθήκη, Τα Φλου, εκδ. Κάκτος. Γεννήθηκα Ξανθιά, Και οι Ξανθιές έχουν Ψυχή, Χτυποκάρδια στο Κρανίο, εκδ. Καστανιώτη. Το Μήλο βγήκε απ’ τον Παράδεισο, Φόνος 5 Αστέρων, Το Μυστικό της Μπλε Πολυκατοικίας, εκδ. Διόπτρα. Ζει στο σπίτι όπου γεννήθηκε.
Μόλις το τελείωσα. Πάρτε ποπ κορν. Θα γίνω κακιά. Και πάλι… Ειλικρινά είχα όλη την καλή διάθεση να μου αρέσει αυτό το βιβλίο. Δεν ξέρω αλλά με είχε ψήσει ότι θα διαβάσω κάτι νοσταλγικό. Τελικά ενώ περιμένεις μια ταινιάρα της Φίνος Φιλμ με πρωταγωνίστρια τη Βουγκιουκλάκη παίρνεις ένα μιξ μελό του 50 που το 1980 δε θα βγαινε καν στις κινηματογραφικές αίθουσες αλλά θα κυκλοφορούσε απευθείας σε βιντεοκασέτα. Και βασικά αδικώ και τις ταινίες μελό που εγώ προσωπικά πολύ αγαπώ. Εχω δει εγώ όλη την φιλμογραφία του Χρηστάκη του Νέγκα και ένας πολύ καλός μου φίλος με αποκαλεί Μαρθούλα από το Βούρτση ντε. Κατά τη γνώμη μου τα τάπερ της Αλίκης είναι ένα κακό βιβλίο και δεν είναι κακό επειδή ανήκει στο είδος του ελαφρολαϊκού αλλά γιατί ενώ είχε όλα τα φόντα να γίνει ένα πραγματικά πολύ καλό βιβλίο δεδομένων και των αναμνήσεων της συγγραφέως από κείνη την εποχή, τελικά καταλήγει να είναι ένα συνονθύλευμα ιστοριών που θα μπορούσαν άνετα να είναι ήρωες καθημερινής σαπουνόπερας και το κακό είναι ότι δεν είναι καν ένας Στράτος και μια Ρεγγίνα βρε αδερφέ (Δες Βέρα στο δεξί). Ο καλός ο μύλος όλα τα αλέθει. Πόρνες, ανύπαντρες μανάδες, κακοποιημένα τέκνα, μοιχείες, λίγο φίνος φιλμ για να σπάει η πίκρα, πολύ πασόκ, καταπιεσμένη ομοφυλοφιλία και λίγο μέγκα τσάνελ (εντάξει ομολογώ ότι φλέρταρα με τα 3 αστεράκια γιατί η αλήθεια είναι ότι και μένα η παραμονή πρωτοχρονιάς του 97 βλεποντας στο μέγκα τσάνελ τον Διονύση Σχοινά να κάνει πρόταση γάμου στην Καίτη Γαρμπή ακόμα καταλαμβάνει θέση στο τοπ 3 καλύτερης αλλαγής χρόνου έβερ). Διαβάζεται εύκολα , σε κάποια σημεία θα γελάσεις κιόλας παρόλο που κάπου θα τις εχεις ξαναδιαβάσει τις ατάκες, θα νοσταλγήσεις λίγο και θα ψάξεις μήπως παίζει η τηλεόραση τη Μανταλένα αλλά μέχρι εκεί. Το στήσιμο είναι τελείως πασέ για τα γούστα μου και εντελώς κλισεδιάρικο που δε σώνεται με μερικές εύστοχες ατάκες σωστά τοποθετημένες στο χωροχρόνο του βιβλίου. Η συγγραφέας Ακρίτα δεν καταφέρνει να με πείσει ούτε και σε αυτό το βιβλίο. Αυτά.
Θα μπορούσε να είναι σενάριο βιντεοταινίας του Ομηρου Ευστρατιάδη ή σειράς του Δαλιανίδη. Δεν περιγράφει την Ελλάδα εκείνης της εποχής, όπως ατυχώς παρουσιάζεται, μα είναι η ίσως χειρότερη εκδοχή μιας εποχής τον χαρακτήρα της οποίας η συγγραφέας αδυνατεί να αποτινάξει από την γραφή της, πολύ πιθανόν γιατί και η ίδια ήταν μία μαριονέτα αυτής. Το ξινισμένο ύφος των χαρακτήρων, τα τσαταλιασμένα νεύρα, η ειρωνεία και το αγενές χιούμορ, το κουτσομπολιό και η μικροαστική μιζέρια, όλα υπάρχουν εδώ. Αν τώρα που έκλεισε το Mega, φέτος το καλοκαίρι σαν λείπει το Ρετιρέ, τότε ίσως το βιβλίο αυτό να καλύψει προσωρινά το κενό αυτό. Σε κάθε άλλη περίπτωση αποφύγετέ το όπως τα κουνούπια τις ταμπλέτες.
Ακόμα μία (αναμενόμενη) απογοήτευση. Όταν μου έδωσε η φίλη μου το βιβλίο, το κοίταξα με μισό μάτι. Κάτι ενθυμούμαι, ψέλλισα φέρνοντας στο μυαλό μου την προηγούμενη αρνητική εμπειρία μου με το "Φόνο 5 αστέρων". Καλοκαίρι είναι (είπα), εύκολα διαβάζεται (είπε η φίλη μου), το πήρα. Θα μπορούσε να ήταν ένα ωραίο βιβλίο. Οι δεκαετίες μετά το '80 δεν είναι ακόμη θαμμένες στη λήθη και η αναδρομή θα μπορούσε να ξυπνήσει αναμνήσεις και νοσταλγία, από όσους συμβαδίζουν ηλικιακά με τη συγγραφέα συν/πλην μια δεκαετία ίσως. Δυστυχώς όμως πέρασε και δεν κόλλησε.
Το έχω ξαναπεί. Δεν αρκεί να είσαι μορφωμένη, μπιέν ελεβέ και με παιδεία, για να ξέρεις να γράφεις. Άλλο το να γράφεις χρονογραφήματα, άλλο ένα βιβλίο που θέλει να εμφανίζεται σοβαρό, με γραφή που σε έλκει και χαρακτήρες καλά μελετημένους. Τα τάπερ περιείχαν τα πάντα και συνέφεραν. Από κλισέ κάθε είδους, μέχρι ό,τι πιασάρικο κυκλοφορεί και πουλάει. Η ξύλινη κουτάλα ανακάτευε ομού στην κατσαρόλα, τα βάσανα της εγκαταλελειμμένης γιαγιάς, της ανύπαντρης μητέρας, της κακοποιημένης κόρης, της υπέρβαρης φιλενάδας, του πατέρα με κύρος που πληροφορείται ότι ο γιος του προτιμά τα αγόρια, της αγαθής - άκακης - γαλαντόμου τσατσάς που εκδίδει μεν αλλά φροντίζει τα κορίτσια της, της πρώην πόρνης - μαθηματική διάνοια και νυν επιχειρηματία ηλεκτρονικών υπολογιστών και άλλα πολλά. Ανάμεσα σε αυτά, σαν το καρότο στη φασολάδα, έπεφτε και ολίγη από επικαιρότητα της εποχής : ο σεισμός της Καλαμάτας, η έλευση του άστρου της Βηθλεέμ - Mega στις άχαρες ζωές μας, το Πασοκικό μεσουράνημα κλπ.
Τελικά, άρχισα να πιστεύω ότι η συγγραφέας είναι υπερεκτιμημένη. Φυλάσσω πιστά το ένα αστεράκι μου για τις διάφορες Χρυσόμυγες (αρσενικές και θηλυκές). Σκέφτηκα να το βάλω και εδώ αλλά τελικά, υποχώρησα στα δύο. Η αλήθεια, ως συνήθως, βρίσκεται στη μέση.
Δεν κατάφερα να το ολοκληρώσω. Θα ήταν χάσιμο πολύτιμου χρόνου. Μία μπούρδα και μισή. Γιατί άλλο να γράφεις χρονογράφημα τη δεκαετία του 80 και άλλο να είσαι αξιόλογος συγγραφέας. Και θυμώνω πολύ γιατί άνθρωποι, όπως η Ακρίτα ή ο Κορτώ κ.ά. μπορούν να εκδόσουν ένα κάκιστο κείμενο, γραμμένο κυριολεκτικά στην τουαλέτα, μόνο και μόνο επειδή έχουν τη γνωριμία και γιατί αυτή η ελαφρότητα της αφήγησης απευθύνεται σε ένα συγκεκριμένο είδος αναγνωστικού κοινού που αποφέρει όμως ζεστό χρήμα στους εκδότες τους. Και επειδή η έκδοση είναι κατα βάθος μπίζνα, φτάσαμε στο σημείο να εκθειάζονται σκουπίδια και να βραβεύονται ή για να ακριβολογούμε να προωθούνται (βλ. Public). Όχι άλλο κάρβουνο! Κάηκε ο εγκέφαλός μας! Ευτυχώς που δεν χρειάστηκε να το αγοράσω.
Αυτό το βιβλίο τα είχε όλα, Μινιόν και εμπρησμους, Πασοκ, Κοσκωτά, bullying, ομοφυλοφιλία, Βουγιουκλάκη και Καρέζη, μπουρδέλα και ιερόδουλες, κουτσομπολιό και άλλα πολλά που με έκαναν να "μπουχτισω".. Οκ καταλαβαίνω πως ο σκοπός της κυρίας Ακριτα ήταν να μεταφέρει μια κάποια νοσταλγία αλλά δυστυχώς εμένα με πονοκεφαλιασε.
Αγόρασα αυτό το βιβλίο εξαιτίας μιας κριτικής που το χαρακτήριζε το τρίτο στεφάνι της εποχής μας. Όταν ξεκίνησα να το διαβάζω δεν μπορούσα να σκεφτώ πιο άτυχη και βεβηλη σύγκριση από αυτήν. Το βιβλίο δεν έχει κανένα βάθος, οι χαρακτήρες είναι καρικατούρες και το όλο εγχείρημα αποδεικνύει την ελάχιστη σχέση που έχει η συγγραφέας με τους ανθρώπους για τους οποίους θέλει να μιλήσει. Περισσότερο πρόκειται για μια παραμορφωμενη εικόνα του τιμίου και απλού λαού που έχουν οι ευαίσθητοι άνθρωποι που όμως δεν έχουν φύγει ποτέ από το φιλόξενο Ψυχικό. Όσο το διάβαζα είχα πραγματικά την αίσθηση ότι κρατάω κάτι τόσο ευτελές και πλαστικό όσο ένα ταπερ..
Αν και το ξεκίνησα με κάποιες προσδοκίες δεν κατάφερα να το φτάσω ούτε μέχρι τη μέση....Μου φάνηκε απλοϊκός ο τρόπος γραφής και ειλικρινά δεν ένιωσα να παίρνω κάτι από το συγκεκριμένο βιβλίο....
Η γεμάτη υποσχέσεις δεκαετία του 1980 με τα φανταχτερά καταστήματα και αυτή του 1990 με τις νέες προσδοκίες και με τα δειλά βήματα του σχολικού εκφοβισμού και της αποδοχής των ομοφυλόφιλων, λάθη που κοστίζουν ακριβά, επιλογές που σε πηγαίνουν εντελώς αντίθετα απ’ ό,τι ήθελες ή είχες σχεδιάσει, δυστυχισμένες οικογένειες και κατεστραμμένες καριέρες, όλα τακτικά τοποθετημένα μέσα στα τάπερ των αναμνήσεων της Αλίκης και του καθενός από μας. Αυτά και άλλα τόσα είναι το νέο μυθιστόρημα της κυρίας Έλενας Ακρίτα και τα έχει όλα: χιούμορ και δάκρυ, πίκρα και γέλιο, αναμνήσεις χαράς και δυστυχίας, ποικίλες ιστορίες διαφορετικών ανθρώπων που επηρεάζονται από σημαντικά γεγονότα της εποχής τους και αλλάζουν αντιλήψεις, χαρακτήρα, στάση ζωής, νοοτροπία, αποφάσεις, σκέψεις.
Το μυθιστόρημα περιστρέφεται γύρω από τρεις γυναίκες, την Αλίκη, βαφτιστήρα της Αλίκης Βουγιουκλάκη, τη μάνα της, Ελένη, που δουλεύει στο Μινιόν και ταυτόχρονα κάνει επιδείξεις τάπερ, και τη γιαγιά της, Κοραλία, που ξεκίνησε καθαρίστρια στα στούντιο της Φίνος Φιλμ για να συνεχίσει ταξιθέτρια στο θέατρο της εθνικής μας σταρ. Τρεις άρρηκτα δεμένες ζωές, με τις Κυριακές και τις Δευτέρες τους, με τους μπλεγμένους έρωτες και τις απογοητεύσεις, με τις ανατροπές και τις εκπλήξεις, με τους χωρισμούς και τις πολιτικές αντιλήψεις. Γύρω τους μια πλειάδα εξαιρετικά δουλεμένων και προσεκτικά επιλεγμένων χαρακτήρων τις συνοδεύει σε αυτό το ταξίδι που λέγεται ζωή, χαρίζοντας ανεπανάληπτες κωμικοτραγικές στιγμές και στιγμιότυπα μιας εποχής που πέρασε και μιας εποχής της οποίας ζούμε τα απόνερά της μ’ εκείνο τον κλαυσίγελω που σχηματίζεται όταν τα σκεφτόμαστε.
Η ιστορία ξεκινάει με την κλασική γραφή της κυρίας Ακρίτα, με χιούμορ δηλαδή και αρμονική ένταξη δικών της αναμνήσεων, διαβασμάτων και ερευνών στα πρώτα βήματα της πλοκής που διάλεξε να χαρίσει στους αναγνώστες. Περιστατικά και σκηνές απείρου κάλλους που χαρίζουν αβίαστο γέλιο και ταυτόχρονα ένα μειδίαμα για όσα πέρασαν και χάθηκαν. Ευχάριστα στιγμιότυπα που στη συνέχεια όμως, και χωρίς να παραμερίζονται τα προτερήματα της γραφής, αρχίζουν να ωριμάζουν, να δένουν, να συγκροτούνται σε ένα μυθιστόρημα με σκληρές επιπλοκές. Οι ιστορίες αυτών των ανθρώπων σταδιακά μας απομακρύνουν από τη Φίνος, την Κυψέλη και το Μινιόν για να μας ταξιδέψουν στην άνοδο του ΠΑΣΟΚ, τη δίκη του Κοσκωτά, το ατύχημα του Τσερνόμπιλ, τη λαμπερή πορεία Καρέζη και Βουγιουκλάκη, όλα τους μικρά διαμαντάκια στο διάδημα της ζωής μας που στήνει δεξιοτεχνικά η συγγραφέας. Δεν χρησιμοποιούνται δηλαδή οι αναμνήσεις και τα βιώματα μιας σημαντικής κυρίας του πολιτισμού μας για να ντύσουν ένα αφήγημα για το οποίο θα συζητάνε οι κολωνακιώτισσες κυρίες στα καρμπόν κυριακάτικα πρωινά τους αλλά για ένα μυθιστόρημα σωστά δομημένο, άρτια σχεδιασμένο και γεμάτο αντιφατικά συναισθήματα και απανωτές εκπλήξεις και ανατροπές, που όταν φτάσει το πολυπόθητο και λυτρωτικό φινάλε ο γύρω και μέσα μας κόσμος δε θα είναι ξανά ο ίδιος.
Η γιαγιά Κοραλία ζει σ’ ένα τριάρι στην Κυψέλη, σ’ ένα σαλονάκι «Η Φίνος Φιλμ παρουσιάζει», όπου ένα συνονθύλευμα παράταιρων αντικειμένων, δώρο από τον Φίνο για την προκοπή και την εργατικότητά της που δούλευε επί 27 χρόνια ως καθαρίστρια στα πλατό («σαν ρουφηξιά τσιγάρου πέρασαν») απαρτίζουν την καθημερινότητά της, όλα πράγματα που έπαιξαν τον δικό τους σιωπηλό ρόλο στις ταινίες. Η μαμά Ελένη μεγάλωσε μόνη την κόρη της κι αργότερα γνώρισε τον άνθρωπο που δέχτηκε να αποκαταστήσει εκείνη και να υιοθετήσει το παιδί, μόνο που αυτό θα είναι η αρχή μιας ανατρεπτικής σειράς ερωτικών και όχι μόνο μπερδεμάτων. Τέλος, η Αλίκη, με τα τάπερ της ερμητικά κλειστά, γεμάτα σκέψεις, φόβους, απορίες, τινάζει τη μαθητική της ζωή στον αέρα όταν ερωτεύεται τον καθηγητή της κι από κει και πέρα εξελίσσεται ένα συναρπαστικό γαϊτανάκι γεγονότων που θ’ αλλάξει για πάντα τις ζωές όλων τους έτσι και πάψει να είναι πλατωνικό. Γύρω τους κινούνται ο Πέτρος κι ο Δημήτρης, ένα ζευγάρι που έχει να ξεπεράσει πολλά εμπόδια για να γίνει ευτυχισμένο, η τσατσά Φιφή, ο πιο απροσδόκητος φίλος και σύμμαχος της οικογένειας, η κολλητή φίλη της Αλίκης, Δόμνα, που ζει τραγικές περιπέτειες με απροσδόκητες εξελίξεις, η Μιρέλλα που μπλέκεται σ’ έναν γάμο συμφερόντων και τόσοι άλλοι. Ιστορίες, περιπέτειες, εξελίξεις, εμπόδια, ανατροπές, ένα αθόρυβο ποτάμι με αναπάντεχες στροφές και ασταμάτητη, διαρκή ροή.
Κι όλα αυτά γραμμένα πότε με γέλιο και πότε με δάκρυ, να τα χειρίζεται η κυρία Ακρίτα με κυνισμό κι αγάπη ταυτόχρονα, να τα απωθεί από κοντά της και να τα ξαναφέρνει στην αγκαλιά της μετανιωμένη, να δείχνει με το δάχτυλο και να σηκώνει και το χαλί να κρύψει τη σκόνη, να τα μπερδεύει και να τα ξεκαθαρίζει, να μας στερεί και να μας χαρίζει, μια ασταμάτητη δηλαδή καλολαδωμένη μηχανή ποικίλων συναισθημάτων που θα ταξιδέψουν τον αναγνώστη σ’ ένα πολυεπίπεδο, μεστό, γεμάτο εικόνες, ένταση, συναίσθημα μυθιστόρημα. Σε πολλά συμφώνησα και σ’ άλλα τόσα διαφώνησα, κάπου ήθελα μια άλλη τροπή, κάπου αλλού συναίνεσα, κάπου θύμωσα και κάπου ανακουφίστηκα. Πολλές φορές στο νέο μυθιστόρημα της συγγραφέως διάβασα για καταστάσεις δύσκολες, απάνθρωπες και τραγικές αλλά και για μαντάτα ευφρόσυνα, χαρούμενα, αισιόδοξα. Και, όπως κάνει κάθε βραβευμένο με Michellen αστέρι εστιατόριο που σέβεται το μενού του, έτσι και σ’ αυτό το μυθιστόρημα η συγγραφέας αποδομεί στα οργανικά του συστατικά τον κάθε χαρακτήρα, τον απογυμνώνει, τον παρουσιάζει με ολίγη, σκόρπια τήδε κακείσε, σάλτσα και rare ψήσιμο. Σαρκασμός, κυνισμός και ταυτόχρονα φροντίδα, έγνοια, αγάπη για ό,τι παρουσιάζεται και περιγράφεται.
Το χιούμορ είναι παντού διάχυτο. Εκτός από αξέχαστες σκηνές πολλών σελίδων, όπως τα πρώτα και μοναδικά γενέθλια που έκανε η γιαγιά Κοραλία στο διαμέρισμα της Σποράδων στην Κυψέλη ή την ανεκδιήγητη εκδίκηση που πήρε η μάνα μιας μαθήτριας από τον διευθυντή του σχολείου μετά την απόπειρα αυτοκτονίας της κόρης της, έχουμε και βιτριολικές ατάκες είτε απότοκες του σουρεαλιστικού των γεγονότων είτε απροσκάλεστες αλλά απαραίτητες σε δύσκολες περιστάσεις. Ιδού η απάντηση της τσατσάς Φιφής όταν τη ρώτησαν τι δουλειά κάνει: «-Εισαγωγές-Εξαγωγές, είπε την αλήθεια η Φιφή. Απλώς δεν ανέφερε το προϊόν» (σελ. 46). Δε θα ξεχάσω τον τρόπο με τον οποίο περιγράφηκε η προϊσταμένη ορόφου στο Μινιόν, ένας χαρακτήρας που όλοι συναντάμε με διάφορες μορφές στην επαγγελματική μας ζωή: «Ήταν πάντα ο μέσος όρος, δέκα φορές να την έβλεπες δεν τη θυμόσουν, γι’ αυτό η Ανθούλα έγινε πικρόχολη με τα χρόνια. Οι μέσοι όροι γεμίζουν μίσος γι’ αυτούς που τους προσπερνούν χωρίς να τους γνωρίζουν» (σελ. 19). Το ίδιο γλυκόπικρη είναι η στάση της κυρίας Ακρίτα και απέναντι στον δειλό αλλά γεμάτο φιλοδοξίες για παράσημα και προτομή του, στρατιωτικό, πατέρα του Ανέστη, Θεοδόσιο ή Σάκη: «Πέθανε ακριβώς όταν η κυρία Νίκη είχε πια βαρεθεί να του σιδερώνει στολές και να τις κρεμάει προσεχτικά στα μετόπισθεν της ζωής του» (σελ. 30). Κι όλη αυτή η δύναμη και η ενάργεια ζωντανεύουν ανάγλυφα χαρακτήρες λίγων σελίδων, φανταστείτε δηλαδή πόσο καλά και ακριβοδίκαια έχουν καταγραφεί οι πρωταγωνιστές.
Η δύναμη των λέξεων που χρησιμοποιεί η συγγραφέας και ο τρόπος με τον οποίο τις τοποθετεί μπροστά στα μάτια του αναγνώστη είναι κάτι το ανεπανάληπτο. Δε γίνεται να μη δακρύσεις όταν διαβάζεις κάτι τέτοιο: «Όταν είσαι μικρός, μόνος και φοβισμένος, δεν ξεχνάς ποτέ τη νύχτα του απόλυτου τρόμου σου, μια δεύτερη μάνα σου έδωσε να φας πατατούλες τραγανές και αυγά μάτια όμορφα σαν κεχριμπάρι» (σελ. 65). Ούτε φυσικά θα μείνει άδακρυς οφθαλμός στο τέλος του μυθιστορήματος, όπου ο ρεαλισμός μπλέκεται γλυκά με τον σουρεαλισμό και καταγράφονται αλησμόνητες σκηνές αποχαιρετισμού. Αυτή η πένα, αυτό το στυλ, μπορεί να καταστρέψει με μία μόνο πρόταση την ατμόσφαιρα που έχει στήσει αμέσως πριν και να απογειώσει ή να προσγειώσει τα δρώμενα του κεφαλαίου ή της παραγράφου σε χρόνο dt: «Δεν υπάρχει πιο ισχυρός οδοστρωτήρας από τη ρουτίνα. Έρχεται μια στιγμή που ένα νόστιμο λεμονάτο είναι πιο σημαντικό από ένα ηλιοβασίλεμα μετά τον έρωτα… οι κουβέντες όταν δεν τις θέλεις και η σιωπή όταν δεν την αντέχεις» (σελ. 72). Και παρακάτω: «Με τους μυστικούς έρωτες να κορώνουν και λαμπαδιάζουν, οι φιλίες περνάνε στο πίσω κάθισμα του οχήματος με τα σπασμένα φρένα» (σε. 188). Και τέλος: «Τα δύο βασικά τους προβλήματα ήταν, πρώτον, η φθορά και, δεύτερον, η αδιαφορία τους να κάνουν το παραμικρό γι’ αυτή» (σελ. 283).
Το μυθιστόρημα καλωσορίζει τον αναγνώστη στα σαλόνια των σπιτιών της Κυψέλης, του Βύρωνα, του Κολωνακίου και στα άδυτα της ψυχής των γυναικών κυρίως, καταγράφοντας διαχρονικές παρατηρήσεις για γεγονότα και αντιλήψεις που θα μείνουν πάντα ίδια, όσα χρόνια κι αν περάσουν: «Πόσο με καταλαβαίνεις, κι εγώ τα ίδια περνάω, τα ίδια μαρτύρια, τα ίδια βάσανα, εσύ καλά, εγώ ας τα λέμε, πώς περάσατε, να εδώ οικογενειακά, συγχαρητήρια, συλλυπητήρια, περαστικά, καλορίζικος, να ζήσετε, να σας ζήσουν. Ίδια λόγια, ίδιες ζωές, λες και παντρεύτηκαν όλες τον ίδιο άντρα κι έκαναν τα ίδια παιδιά» (σελ. 10). Άνθρωποι που «χάσανε το πλοίο της γραμμής» και τα Κύθηρα της ζωής ποτέ δε θα τα βρούνε. Πόσο παραστατικά και με μετρημένες λέξεις αναδεικνύεται μέσα στην απλότητά της η ζωή μιας οικογένειας: «Η ζωή τους μπορεί ��α ήταν μια σταλιά αλλά ήταν τακτική, καθαρή και σιδερωμένη σαν τις στολές της πωλήτριας και της ταξιθέτριας που έφερναν το ψωμί σ’ αυτό το σπίτι… Ήσυχες μέρες περασμένες με παρκέ, όμορφες, γυαλιστερές» (σελ. 18). Και τα τάπερ στη ζωή της Αλίκης να παίζουν τον δικό τους ρόλο: «Έτσι, τα βράδια καθόταν στο δωμάτιό της, άνοιγε τα πολύχρωμα τάπερ της και στοίβαζε μέσα φόβους και δάκρυα κι αμφιβολίες κι αγωνίες και μοναξιές κι απελπισίες κι ερωτήσεις χωρίς απάντηση. Με το αεροστεγές τους καπάκι φυλάκιζε τους πόνους της καρδιάς με την ελπίδα πως χωρίς αέρα τα δάκρυά της θα πνίγονταν για πάντα» (σελ. 122). Και η συγγραφέας εκεί, να βαστά μαχαίρι και βαμβάκι και να τα τοποθετεί εναλλάξ στο μυαλό του αναγνώστη ή, ακόμη χειρότερα, ταυτόχρονα.
Από την άλλη, με πόσο λυρικό τρόπο ντύνει το κείμενο τις δυσκολίες της ζωής μιας πόρνης: «Η Τζίνα δεν έμοιαζε με τις άλλες πουτάνες, που μέσα τους έκρυβαν φοβισμένα παιδιά στριμωγμένα σε μια γωνίτσα της ζωής τους της ίδιας» (σελ. 100). Πόσο κοφτά, ωμά και ρεαλιστικά καταγράφονται οι σκηνές σ’ ένα νοσοκομείο: «Γύρω κόσμος, φωνές, άρρωστοι, επισκέπτες, κατουρημένες πάπιες που πηγαινοέρχονταν, δίσκοι με τους ζελέδες της θλίψης, μουτρωμένες νοσοκόμες, νυσταγμένοι γιατροί, βογκητά και παντόφλες. Πολλές παντόφλες. Παντόφλες αντρικές, γυναικείες, μάλλινες, σατινέ, παιδικές, παντόφλες του πόνου και της κούρασης και της αγωνίας και της ελπίδας και του χρόνου που πάγωνε μέσα στις καρδιές» (σελ. 199-200). Με πόσο πόνο ψυχής σκύβει η κυρία Ακρίτα πάνω από ένα παιδί: «Ο καθένας στον κόσμο του και στη μέση ένα κοριτσάκι που μεγάλωνε σαν πεταμένο χαρτομάντιλο» (σελ. 147).
Παρ’ όλα τα πολλά και σημαντικά προτερήματα του μυθιστορήματος, πιστεύω πως ορισμένα από τα ζευγάρια που διάλεξε η συγγραφέας για να επικεντρωθεί έζησαν πάρα πολλά γεγονότα που έδειξαν μεν το πώς άλλαξαν οι επιθυμίες και οι συμπεριφορές και πώς επήλθε η φθορά στις σχέσεις, ίσως όμως και να μη χρειαζόταν τόση έκταση, κι ας διανθίζονταν με σημαντικά κωμικοτραγικά στιγμιότυπα για να δίνουν την απαραίτητη σπιρτάδα που θα τραβήξει τον αναγνώστη ως το τέλος. Αντίθετα, οι ζωές της Δόμνας και της Φιφής καταγράφονται ακριβώς όπως πρέπει, συμπυκνωμένα και γεμάτες ένταση.
Η σπιρτάδα του Γιάννη Ξανθούλη και η μελαγχολία της Αλκυόνης Παπαδάκη αγκαλιάζουν το ταλέντο της κυρίας Ακρίτα και δημιουργούν ένα αξέχαστο μυθιστόρημα, που αντικατοπτρίζει τις ζωές τριών γυναικών και τις εξελίξεις τριών δεκαετιών (1970-1990). Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα που με στενοχώρια ολοκλήρωσα, μιας και δεν ήθελα να αποχωριστώ τις ζωές των χαρακτήρων που τόσο απλόχερα μου χαρίστηκαν και χωρίς αιδώ μου συστήθηκαν. Γυναικεία κακοποίηση, σχολικός εκφοβισμός, η σιωπή της ομοφυλοφιλίας, οι ριζικές αλλαγές των καταστάσεων και εξ αυτών των συμπεριφορών σε μια σχέση κι έναν γάμο (γι’ αλλού κινήσαμε εμείς κι αλλού η ζωή μάς πάει), ο αντίκτυπος από τα πολιτικά σκάνδαλα, η μετατροπή έξυπνων και με προσόντα γυναικών σε υποχείρια συζύγων κομπλεξικών και τόσο μα τόσο λίγων, η λάμψη της Αλίκης Βουγιουκλάκη και ο τρόπος με τον οποίο επηρέασε τον κόσμο γύρω της, οι «αλύτρωτοι» της δεκαετίας του 1970 που ήταν παγιδευμένοι στον σκληρό νόμο περί διαζυγίου που άλλαξε άρδην το 1983 και τόσα άλλα μικρά και μεγάλα γεγονότα συμπορεύονται με μια πλειάδα χαρακτήρων που αγάπησα, μίσησα, συμπόνεσα και απώθησα. «Τα τάπερ της Αλίκης» είναι μια κατάθεση ψυχής, γεμάτη ειλικρίνεια και ρεαλισμό, χωρίς ωραιοπάθειες και στρουθοκαμηλισμούς, ένα δυνατό και πολυεπίπεδο μυθιστόρημα.
Είπα αφού κοντεύουμε να πάθουμε κατάθλιψη απ' τον κοροναϊό να διαβάσω κάτι πιο ανάλαφρο, πιο αισιόδοξο, κάτι νοσταλγικό των παλιών ωραίων χρόνων βρε παιδί μου... Τζίφος η προσπάθεια. Το ανάγνωσμα είναι μια ελληνική εκδοχή μεταξύ Άρλεκιν και βίπερ Νόρα. Δεν έχω ξαναδιαβάσει Ακρίτα και μάλλον γι' αυτό την πάτησα. Κρίμα...
Η Άκριτα ξέρει πως να λέει μια ιστορία. Απατηλά απλοϊκή ιστορία ρέει αβίαστα και μοιράζεται μαζί μας τις αναμνήσεις πενήντα χρόνων. Δεν ξέρω αν οι νεότεροι αναγνώστες θα βιώσουν τα συναισθήματα όσων γεννήθηκαν τις δεκαετίες του 50/60. Αλλά σίγουρα θα το απολαύσουν.
Ανοίγοντας ένα βιβλιο ποτε δε ξέρεις σε πιο μαγικό κόσμο θα βρεθείς. Θα ήθελα να ήμουν ένας αόρατος ήρωας του βιβλίου, να ήμουν ανάμεσα στους ήρωες και να ζούσα και εγω εκεί μαζί τους. Να έμπαινα σε αυτό το υπέροχο φωτογραφικό άλμπουμ. Πόσο μου λείπει αυτή η εποχή. Δεν την έζησα σαν Ενήλικας αλλα ως παιδί μα την έζησα μέσα από ιστορίες της μαμάς μου, της γιαγιάς μου σε μια εποχή που όλα ήταν τόσο αλλιώς. Ναι τόσο όμορφα αλλιώς. Αγγίζω νοερά με την ψυχή μου το σαλονάκι της Κοραλίας. Περιφέρομαι ανάμεσα σε ανθρώπους του θεάτρου που δε γνωρίσα αλλα έζησα μέσα από τα μάτια της οικογένειας μου. Η Άλικη Βουγιουκλάκη. Η Τζένη Καρέζη και άλλοι πόλοι ήταν η παρέα μας. Η παρέα εκείνη που έφερνε πιο κοντά τα Σαββατοκύριακα τις οικογένειες μας. Οι ασπρόμαυρες ταινίες που λατρέψαμε.. Ναι αυτές οι ταινίες που έγιναν σήμα κατατεθέν για μια εποχή που χάσαμε και δε ξανα γυρίζει πίσω. Μονο μέσα από τις ταινίες μπορούμε να γυρίσουμε στις Εποχές εκείνες, σε αναμνήσεις και θυμίσεις που μας πονάνε αλλα εμείς νοσταλγούμε. Ωραία χρόνια γεμάτα που πάντα μένουν στα δικά μας ταπερακια.
Η γραφή είναι νοσταλγική, στιγμές είναι που τσακίζει κόκκαλα, άλλες παλι σε κάνει να γελας έως ότου σου φέρει δάκρυα στα μάτια.
Κάθε εικόνα και σαν ένα φωτογραφικό άλμπουμ που με γυρίζει πίσω και υπόσχομαι ότι θα κρατήσω σαν φυλαχτό στη ψυχή μου.
Θυμίσεις από τα έργα Που έπαιζαν στο megga. Οι τρεις χαριτες τότε και τωρα. Γιατί και η Κοράλια. Η Ελένη και η Άλικη τρεις χαριτες Είναι που έζησαν και παλέψαν για την δική τους εποχή. Τα δικά τους ιδανικά. Για την δική τους ψυχή.
Ένα σαλονάκι της Φινος Φιλμ, ένα μπορντελο, μια επιδιξη ταπερ και μια λάθος κηδεία πλέκουν το γαϊτανάκι για αυτό το υπέροχο βιβλιο.
Στιγμές και σκάνδαλα από μια Αθήνα που κάπου ξεχάσαμε μέσα στις νέες Εποχές που μας προσπεράσαν. Και μονο κάπου κάπου λέμε: Θυμάσαι τότε αλλα και πάλι ξεχνάμε.
Τραγικοκωμικές καταστάσεις που σημάδεψαν την ιστορία μας σαν χώρα μα και σαν πολιτισμό και ιδεολογία περνάνε μέσα από τις σελίδες του βιβλίου. Και ανάμεσα τους οι ήρωες που αν και έζησαν σε μια άλλη όμορφη εποχή θα μπορούσαν να ζουν και στο σήμερα γιατί τα προβλήματα, τα λάθη και οι συνέπειες δε αναλώνονται στο χρόνο περνάνε και αυτά στο χώροχρονο με ταχύτητα φωτός
Όσο και αν άλλαξαν οι πλατείες, οι ταινίες, τα ρούχα, οι εποχές.. Οι ψυχές δεν αλλάζουν. Οι κακές και οι καλές. Μένουν στάσιμες και άλλοτε πονούν πολύ και άλλοτε πάλι σε κάνουν ευτυχισμένο.
Οι τρείς Χαριτες λοιπόν ζουν τα δικά τους δράματα και προβλήματα μέσα από το μικροσκόπιο της δίκης τους εποχής. Έχουν τα καλα τους και τα άσχημα τους. Αντιμετωπίζουν με χιούμορ η ακόμη και με τραγικές αντιδράσεις το κάθε τι που τους συμβαίνει μα το καλο είναι ότι δε το βάζουνε κατω. Παλεύουν με χαμόγελο και λίγη τρέλα αυτά που τους προσφέρει η ζωή και συνεχίζουν αναμένοντας τα καλύτερα που τους περιμένουν.
Μέσα από το βιβλιο της Κας Ακρίτα έμαθα για γεγονότα που δε γνωρίζα. Έμαθα και δάκρυσα για ψυχές που έφυγαν στιγματισμένες. Έμαθα για τη ζωή που ακόμη και σήμερα δεν αλλάζει αλλα εκείνη την εποχή ήταν πιο σκληρή ναι πιο ανθρώπινα σκληρή.
Βλέπετε δε βασιλεύει πάντα το καλο και όταν μας συμβαίνει κάτι έξω από τα συνηθισμένα φοβόμαστε και αντί να το αντιμετωπίσουμε, το καλύπτουμε για να μην γίνεις «Τέρας» και μας στοιχειώσει.
Μέσα από τα Ταπερ της Αλίκης λοιπόν εγω έζησα σε αλλοτινές Εποχές ξεχασμένες μα όχι λησμονημένες.
Γιατί έκτος από ένα ωραίο βιβλιο είναι και ένα άλμπουμ της ζωής που όλοι θα θέλαμε να αγγίξουμε, να ζήσουμε αλλα δε θα το καταφέρουμε. Ένα βιβλιο που σίγουρα θα ξανα διάβαζα Ένα βιβλιο που θα γίνει η μικρή βίβλος της ψυχής μου για να θυμάμαι ότι μαζί με εκείνη την εποχή Έχασα και κάτι δικό μου αγαπημένο και λησμονημένο. Την γεύση της ζάχαρης και της κανέλας της παιδικότητας μου
Πολύς θόρυβος για το τίποτα. Μια ιστορική αναδρομή της Αθήνας από το 1979 έως τις αρχές του 2000 και μια ιστορία ειπωμένη με σκανδαλοθηρική διάθεση προορισμένη για τα χαμηλά μορφωτικά στρώματα που θέλγονται από τέτοια αναγνώσματα. Όλο το κείμενο διαπνέεται από ένα υφάκι κι ένα φτηνό χιούμορ ξεπατικωμένα από τη θητεία της "συγγραφέως" στο twitter. Λογοτεχνικά δεν έχει κάτι κι ούτε βρίσκεις κάτι ως απάντηση στο ερώτημα "τώρα αυτό τι μου άφησε ;" Κάποια ίσως παλιά ξινισμένα κουτσομπολιά και ματιές σε ζωές μικροαστών και περιθωριακών ηρώων μέσα από την κλειδαρότρυπα. Ζεις άνετα και χωρίς να το διαβάσεις.
Είμαι φαν της γραφής της Έλενας. Ωστόσο, αυτό το βιβλίο είναι για όλους όσοι έχουμε ζήσει τα 80ς κάτι σαν το οικογενειακό μας άλμπουμ, σαν ένα ξεχασμένο Ρομάντζο στο σπίτι της γιαγιάς. Το Μινιόν, η Αλίκη, το σκάνδαλο Κοσκωτά, μια εποχή που έφυγε, αλλά όταν τη συναντάς είναι σαν να ανοίγει ένα βαζάκι γλυκό του κουταλιού, παρελαύνει στα Τάπερ της Αλίκης. Η διήγηση σε φέρνει και στα 00ς, αλλά όλο το χρήμα είναι τα 80ς.
Πρόκειται για ένα ανάλαφρο καλοκαιρινό ανάγνωσμα με απρεπές, για μένα τουλάχιστον, λεξιλόγιο. Το βιβλίο για μένα είναι κάτι ιερό και αξίζει να είναι όσο το δυνατόν περισσότερο προσεγμένο. Παρά ταύτα, διαβαζόταν ευχάριστα. Η αλήθεια είναι ότι περίμενα πολλά περισσότερα και απογοητεύτηκα κάπως. Μετά από μια συγγραφέα που έγραψε τη "βέρα στο δεξί" σίγουρα αναμένεις να είναι κάτι αντίστοιχο ή ανώτερο.
Με μεγάλη εκτίμηση στη δημοσιογραφική πένα της Έλενας Ακρίτα, δίνω 4 αστεράκια αξιολογώντας το βιβλίο περισσότερο σαν ένα άλμπουμ με φωτογραφίες όλων των παιδικών και εφηβικών μου χρόνων που το είχα χάσει. Δηλαδή σαν ένα θησαυρό ανεκτίμητης (συναισθηματικής) αξίας. Από το λατρεμένο Μινιόν των πιο όμορφων Κυριακών μου, μέχρι τις κλωστές DMC της γιαγιάς μου που ξεπρόβαλλαν από ένα τεράστιο ξύλινο κουτί, ένα νοσταλγικό ταξίδι στο χρόνο, στις εικόνες μιας Αθήνας που ερωτεύτηκαμε, που μας έδεσε με αόρατο νήμα για πάντα και που δυστυχώς-δεν υπάρχει πια παρά μόνο στο μυαλό μας.
Η γραφή της κυρίας Ακρίτα είναι γνωστή, μου αρέσει και δεν έχω κανένα θέμα. Τώρα που το βγάλαμε αυτό από τη μέση πάμε παρακάτω.
Μια πολύ όμορφη ιστορία, δοσμένη με χιούμορ και πολλές αναμνήσεις από την παλιά Αθήνα. Αυτοί που ζήσανε τα μέρη και τις στιγμές θα θυμηθούν και οι υπόλοιποι θα μάθουν, γιατί καθώς κυλάει η ζωή των ηρωίδων κυλάνε και οι εποχές σε μια Αθήνα που δεν υπάρχει - με αυτή τη μορφή - πια. Πέρασα καλά διαβάζοντας το και το προτείνω ανεπιφύλακτα!
Άκου να δεις τι γίνεται με αυτό το μυθιστόρημα τώρα:
Όλες οι ηρωίδες έχουν κακοποιηθεί. Όλες ανεξαιρέτως οι γύναικες που αναφέρονται σ’αυτό, ήσαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, λυπητερά θύματα. Όλες κακοποιημένες από άντρες μαλάκες, άντρες αλκοολικούς, αριβίστες, ανεύθυνους. Δεν υπάρχει τίμιος άντρας στο βιβλίο, ούτε για δείγμα. Υπάρχει μια προκομμένη τσατσά, όμως, που παρόλο που εκμεταλλεύεται κορίτσια εντούτοις φωτίζεται η θετική πλευρά της, ήτοι: το πόσο καθαρή και μοδάτη ήταν, πόσο πολύ τις πρόσεχε τις πουτάνες της, αλλά και πόσο πολύ έξυπνες ήταν εκείνες, που στο τέλος, όταν έκλεισε το μπουρδέλο άνοιξαν επιχειρήσεις και έγιναν πρώτης τάξης επιχειρηματίες. Επίσης, θέλεις κατατρεγμένους γκέι; Έχουμε! Θέλεις χοντρή που υφίσταται ψυχολογικό πόλεμο για τα κιλά της; Έχουμε! Γενικώς έχουμε όλη τη σύγχρονη, ανυπόφορη κορεκτίλα τοποθετημένη στο τότε, δηλ. στο 1980-2000, όλη πακεταρισμένη σε ένα χαριτωμένα γραμμένο αριστερό μανιφέστο όπου όλοι οι πλούσιοι, άντρες στρέητ είναι κακοί, και όλοι οι υπόλοιποι θύματα. Υπόθεση για γέλια, αλλά τόσο πολύ καλογραμμένη που σχεδόν της το συγχωρείς.
2,5 και πολύ... Η Αγία ελληνική οικογένεια με απ' όλα... Δεν έλειπε τίποτα... Και η ανύπαντρη μάνα του '80, και η πεθερά που βλέπει τον γιο της, καλύτερο απ' όλους και όλες τις υποψήφιες νύφες ανεπαρκείς για τον κανακάρη της, και να και το σχολικό bullying μαζί με body shaming, και ας μην είχαν αυτές τις ορολογίες τότε ... και να μη ξεχάσω και το ρομάντζο της δεκαεξαχρονης κόρης με τον καθηγητή της και την ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη... Και έλα που μελισταλαχτος γαμβρός μας βγήκε και γερό ποτήρι και βίαιος... Να θίξουμε και το θέμα της οικογενειακής κακοποίησης... Κερασάκι στην τούρτα η Βουγιουκλάκη... Και ζήσαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα... Ίσως εγώ να περίμενα άλλα...
This entire review has been hidden because of spoilers.
Κι εκεί που περιμένεις να διαβάσεις ένα ελαφρύ βιβλίο και να γελάσεις, αρχίζεις να γυρνάς μια μια τις σελίδες δίχως να καταλαβαίνεις το πώς. Βουτάς στις ιστορίες γυναικών Όχι μόνο των πρωταγωνιστριων, αλλά και της Μάρως, της Δόμνας, της νίκης, της φιφης, της Τζινας, της μιρελλας...Κάπου έχεις την αίσθηση ότι κ ο εαυτός σου καθρεφτίζεται εκεί. Ιστορίες γυναικών που ζουν ανάμεσά μας. Πανταχού παρόν το χιούμορ κ οι καυστικες περιγραφές. Παράλληλα όμως θίγονται διαχρονικα θέματα: η ομοφυλοφιλία, η ενδοοικογενειακή κακοποίηση, η απιστία στο γάμο κ η φθορά του, ο σχολικός εκφοβισμός. Όλα δένουν σε ένα πολιτικό πλαίσιο, που ξετυλίγεται στο παρασκήνιο από το 1984 μέχρι το 1997 χωρίς να γίνεται κουραστικό, αφού δένει αρμονικά με την ιστορία που εξελίσσεται.
Εξαιρετικό βιβλίο. Δεν μπορείς να το αφήσεις κάτω. Μέσα από το χιουμορ και την προφορικότητα της αφήγησης η Ακρίτα δίνει φωνή στους «αόρατους» της δεκαετίας του 1980. Τους γκει, τις πόρνες, τα θύματα ενδοοικογενειακής κακοπόιησης, την αποδεκτή για την εποχή σχολική τρομοκρατία. Η ηθογραφία της Αθήνας μελετημενη και στην παραμικρή λεπτομέρεια,. Διάβαζα μια κριτική που που έλεγε πως τα Τάπερ της Αλίκης είναι η φυσική συνέχεια από το βιβλίο Τρίτο Στεφάνι του Τσίρκα. Με μια ενδιάμεση στάση στην Αρχαία Σκουριά της Μάρως Δούκα κατά τη γνώμη μου.
Δεν είναι κακό. Ειδικά αν έχεις ζήσει στις συγκεκριμένες δεκαετίες. Το κατατάσσω στα καλοκαιρινά βιβλία, δηλαδή βιβλία που διαβάζονται άνετα, χωρίς να απαιτούν να σκεφτείς κ να ζοριστείς. Ιστορίες καθημερινών ανθρώπων κ είχα την ατυχία να έχω το όνομα της Βουγιουκλάκη, που απεχθάνομαι γιατί άρεσε στην μαμά μου, που επίσης απεχθάνομαι. Ήθελα λοιπόν να δω τι ομοιότητες θα μπορούσα να έχω με την Αλίκη (όνομα γλυκανάλατο, χωρίς χαρακτήρα, που θα σου πουν αμέσως όταν συστηθείς «στην χώρα των θαυμάτων;» ή «Βουγιουκλάκη» 🤮). Δεν είμαι αιθέρια ύπαρξη, ούτε γκαστρώθηκα στο σχολείο, ούτε συλλογή από τάπερ είχα ποτέ. Δεν έχω διαβάσει κάτι ��λλο από την συγγραφέα, οπότε επιφυλάσσομαι για κάτι πιο συγκλονιστικό.
This entire review has been hidden because of spoilers.
Τρεις γενιές γυναικών, σε μια εποχή που καμμιά σχεδόν ομοιότητα δεν φέρει με τη σημερινή, αγωνίζονται, αγαπούν,χαίρονται,δακρύζουν, τολμούν! Πολύ μου άρεσε!Μου έφερε στο μυαλό εικόνες κ αρώματα μιας εποχής με παιδική αφέλεια κι εφηβικά όνειρα! Η χιουμοριστική και νοσταλγική ατμόσφαιρα αυτού του βιβλίου ,με γοήτευσε!
Συμπαθητικό, κρατάει το ενδιαφέρον αν θέλεις ένα βιβλίο που να διαβάζεται σχετικά εύκολα για την παραλία και γενικά δεν με ζόρισε καθόλου να το τελειώσω. Απλά θεώρησα λίγο κλισέ κάποια πράγματα. Λίγο ξεπερασμένα και αναμενόμενα κάποια μοτίβα. Θα έβαζα ένα 7!