"Η Ειρωνεία"
Vladimir Jankélévitch
Εκδόσεις @Πλέθρον
(Σκόρπιες σκέψεις)
Ψάχνοντας να βρω έναν τρόπο να εμπλουτίσω την ματιά μου στο παιχνίδι ζωής και θανάτου, καταληπτού και ακατάληπτου, νοήματος και ανόητου οδηγήθηκα σε αυτό το βιβλίο. Ο Jankélévitch, ένας λεπτολόγος των εννοιών, ένας εξισορροπιστής των αντίθετων, ένας μουσικός φιλόσοφος, προσπαθεί να μας μυήσει στα μυστικά όπλα μιας συνείδησης που παλεύει να χειριστεί τον κόσμο. Η ειρωνεία λοιπόν είναι ένα πολύ δυνατό όπλο που η χρήση της μας ενημερώνει έχει τα καλά της και τα κακά της. Χωρισμένο στα δύο το βιβλίο στο πρώτο μέρος λεξικογραφεί την ειρωνεία διαφοροποιώντας την από παρεμφερείς έννοιες. Την ορίζει και παρουσιάζει τα οφέλη της. Στο δεύτερο μέρος -που μέχρι να το διαβάσεις έχεις κάνει έναν γόνιμο αντίλογο και μετά βλέπεις ότι ο ίδιος τον κάνει στον εαυτό του προσθέτοντας από πάνω και πιο αναλυτική κριτική- παρουσιάζει τους κινδύνους της ειρωνείας, των παρεκβολών της και της αμετροέπειας της χρήσης της. Προσοχή στην εργαλειοποίησή της από το μηδενισμό.
"Η ειρωνεία είναι ως τα άκρα συνειδητοποιημένη, με απέραντες ωστόσο, ζώνες ασυνειδησίας. Ευαίσθητη ως προς τα εκτός, αναισθητοποιημένη ως προς το εσωτερικό της."
Θεωρεί την ειρωνεία ως μια όαση στις εναλλαγές της ιστορίας μεταξύ τραγικού και ανάλαφρου.
Ο ειρωνευτής αποφεύγει τη βαθύτητα. Όταν είναι ερωτευμένος αγαπά μόνο με ένα μικρό κομμάτι της ψυχής του.
Σαν ένα εργαλείο απομάγευσης η ειρωνεία πώς καταφέρνει τελικά να κρατήσει το ενδιαφέρον της για τον κόσμο;
Παρόλο που διαπιστώνει ότι:
"Η συνείδηση είναι ένα μέσον για να αντικειμενοποιούμε την οδύνη, όταν αναλυθεί, η οδύνη αναγεννάται και συγκεφαλαιώνεται ακατάπαυστα, κι ο άνθρωπος περνάει χωρίς τέλος από οδύνη σε συνείδηση και από συνείδηση σε οδύνη."
Κι αλλού: Αρκεί να εμφανιστεί το ένστικτο για να πετύχει εκ νέου τη συναίνεσή μας. Γίνεται δεκτό αμέσως από τον είρωνα που τον εκθέτει". Φαίνεται λοιπόν να καταλήγει να αναλύει την ειρωνεία σαν έναν αυτοματισμό που μπορεί ενεργοποιείται (παρόλο που τη συνδέει με τη συνείδηση) ως άμυνα σε κάθε κακοτοπιά. Καταδικασμένος όμως μηχανισμός να χάνει μπροστά στο ένστικτο.
"Μήπως η ειρωνεία δεν είναι η ελευθερία, δηλαδή η κίνηση που μας μεταφέρει στο επέκεινα".
Έχει ένα κομμάτι που αναφέρεται στη γλώσσα και που και αυτός μας ενημερώνει πως η γλώσσα ως εργαλείο του συμβολικού πεδίου πάντα θα υστερεί στα νοήματα που ο πομπός προτίθεται να μεταφέρει. Αυτό που συνειδητοποίησα όμως είναι ότι μια λέξη μπορεί να ειπωθεί ή να γραφεί και με πολύ λιγότερες προθέσεις αλλά ο παραλήπτης να τις δώσει πολύ περισσότερα νοήματα. Χρειάζεται λοιπόν να ληφθεί υπόψιν και το πλαίσιο της ανταλλαγής.
"Είναι μια ποίηση που ποτέ δεν καταλήγει σε ποίημα"
Προβληματική: θα μπορούσε να ειπωθεί πως η ειρωνεία είναι ο εχθρός της δημιουργίας;
Διαφωνώ όταν λέει πως "όπως το παιχνίδι έτσι και η ειρωνεία απομακρύνει τη συνείδηση από το χρησιμοθηρικό συμφέρον στο οποίο προσχωρούσε". Πολλές φορές εργαλειοποιείται η ειρωνεία προς αποδόμηση του αντικειμένου. Όπως δεν συμφωνώ ότι το παιχνίδι είναι κάτι μόνο για να χαρεί κάποιος. Μπορεί να ισχυροποιήσει ταυτόχρονα και θέσεις εξουσίας αλλά και να επιτρέπει την έκφραση βίαιων ενστίκτων.
Θεωρεί ότι το ψεύδος έχει πάντα κακόβουλη πρόθεση με σκοπό να εξαπατήσει ενώ η ειρωνεία έχει σκοπό να βοηθήσει. Θα μπορούσε να υποστηρίξει κάποιος το αντίθετο και για τα δύο. Τι γίνεται με το είδος ειρωνείας που έχει πρόθεση να κάνει τον συνομιλητή να νιώσει άσχημα;
Στην ουσία λεξικογραφεί την έννοια της ειρωνείας προσπαθώντας να την αποκαθάρει και να την διαφοροποιήσει από συγγενείς και όμορες έννοιες. Όπως πχ με τον κυνισμό ή τον κομφορμιστικό ριζοσπαστισμό.
Νιώθω ότι δεν καταπιάστηκε καθόλου με τις καταγωγικές καταβολές της ειρωνείας. Τι παρακινεί το άτομο κάθε φορά να ειρωνεύεται. Το μόνο που λέει είναι ότι ο ειρωνευτής είναι υπερασπιστής της αλήθειας. Μιας αλήθειας που διαισθάνεται ότι υφέρπει κάτω από το ψέμα. Θεωρεί δηλαδή εαυτόν κάτοχο του αληθούς ή γνώστη του ψέματος. Πάλι όμως μπαίνει στο τραπέζι η κουβέντα περί αλήθειας, πρόθεσης και καταγωγής αυτής της αλήθειας. Ποιανού συμφέροντα δηλαδή εξυπηρετεί αυτή η αλήθεια.
Μας λέει «Γενικά, θα μπορούσε να υπάρξει ένα μέσον που θα αφαιρούσε κάθε λόγο ύπαρξης από τους είρωνες: αυτό θα ήταν να συναινέσει ο καθένας στο να είναι ο εαυτός του. Οι καλοί για να πραγματωθούν και να βαθύνουν, οι κακοί για να σταυρώσουν την ίδια την κακία τους, και οι απελπισμένοι για να πεθάνουν από απελπισία. Καθώς όμως —από συμφέρον ή από ματαιοδοξία;— οι συνειδήσεις προτιμούν να παίζουν ρόλους, ο είρωνας κυκλοφορεί ανάμεσά τους παίζοντας το ρόλο των ρόλων τους. Αποφασίζει να είναι ψευδώς υποκριτής, ώστε ο αληθινός υποκριτής να ξαναγίνει νομιμόφρων. Υπερθεματίζει λοιπόν σε υποκρισία και παίζει με το ίδιο το παιχνίδι του.» Ο είρωνας δεν είναι κι αυτός ένας ρόλος, με όλες τις προθέσεις και τις ιδιοτέλειες που μπορεί να τον διακρίνουν;
Μας λέει ότι η ειρωνεία (από την φύση της αμφίσημη) θέλει το καθετί να είναι οξύ, διακριτό και μονοσήμαντο. Πώς μπορούμε τότε να αξιώσουμε κάτι παραπάνω γι αυτή πέραν από ένα παιχνίδισμα της γλώσσας που μας επανατοποθετεί σε χώρο και χρόνο;
"Είναι (ως μορφή πρωτεϊκή) πιο ποικιλόμορφη απ’ τα ψεύδη, πιο ζωντανή και πιο νοήμων". Αποκαλύπτει το σκάνδαλο αλλά, δεν θα ήταν άραγε ένα σκάνδαλο η επικράτησή της παντόθεν; Το ίδιο προβληματίζει και τον συγγραφέα όταν αναρωτιέται αν κατά τύχη η ειρωνεία δεν συνέβαινε να αναπηδήσει πάνω στο σκάνδαλο, αν βούλιαζε μέσα του ή αν ευρίσκε ευχαρίστηση σ’αυτο. "Αρκεί" μας λέει "την ώρα που μας ξυπνά από την πλάνη μας, η διάφανη αυγή να μη μας στερήσει την ελπίδα μας". Τι είναι αυτό αν όχι μια ποιητική επίκληση στο μεταφυσικό. Τι μας προστατεύει από την ασυδοσία της ειρωνείας άραγε;
Και όλη την κριτική που έκανα στο βιβλίο, μου την αναιρεί στο τέλος καθώς ο ίδιος παρουσιάζει τους κινδύνους της ειρωνείας. Εκεί που νομίζεις ότι έκανε ένα βιβλίο για να εκθειάσει την ειρωνεία εκεί είναι που την αποβαραθρώνει. Και μετά πάλι μπορεί να την αποκαταστήσει αφού την περνά κι αυτή από μια αμφισημία. Δεν είμαστε και εντελώς σίγουροι τί πρόσημο δίνει στη δήλωση: "Η ειρωνεία αποτελεί αυτοκαταστροφή και εκμηδένιση όλων των αντικειμενικών περιεχομένων".
Η ανία είναι μια από τις επικίνδυνες εκβολές της ειρωνείας.
Μας λέει πως η αφθονία εξουθενώνει. Η ανία είναι ο τρόπος που έχουν οι πλούσιοι να είναι φτωχοί. Ο είρωνας, λέει, πνίγεται μέσα στη μελαγχολική του ευπορία και μέσα στην κενή πληρότητά του, γιατί το να είσαι όλα είναι να μην είσαι πλέον τίποτε. Δεν λύνει όμως την εξίσωση πως επιβιώνουν οι ζάμπλουτοι από αυτό το spleen.
Εγκλωβισμένος ο είρωνας στο στο παρελθόν από θλίψη και στο μέλλον από ελπίδα χάνει το παρόν και καθώς δεν βρίσκεται σε καμμία στιγμή του χρόνου, δεν εντοπίζεται και στο χώρο. Δεν είναι πουθενά. Παντού εξόριστος. "Με την ψυχή στην ανεργία και τη συνείδηση σε διαρκή μόχθο, ο αιώνιος ξένος εξαερώνεται στο βασίλειο του παραληρήματος".
Ο πρώτος κίνδυνος λοιπόν είναι ότι ο είρωνας παίζει παιχνίδια σε εχθρούς και φίλους και, καθώς προδίδει όλον τον κόσμο, μένει μόνος, αδυνατισμένος και χωρίς ελπίδα, συντροφιά με τις ιδιοτροπίες του.
"Η πληρότητα του εγώ δεν υπάρχει χωρίς το σεβασμό στο μη εγώ", και αν "το αντικείμενο καθίσταται ευτελές κι επουσιώδες" με τα τεχνάσματα του είρωνα τότε ο κίνδυνος ο κόσμος να απομείνει κενός είναι ορατός.
"Το σοβαρό είναι το ολικό, αυτό που δεν διατηρεί σχέσεις με καμία άλλη ύπαρξη". "Το κωμικό είναι αποτέλεσμα της ενδεχομενικότητας, η αναγκαιότητα, καθώς αποκλείει κάθε άλλο ενδεχόμενο δεν προσφέρει λαβή στην ειρωνεία".
"Τα πράγματα είναι μάλλον σοβαρά χάρη σε ό,τι βαθύ περιέχουν, και μάλλον ευτελή με βάση ό,τι επιφανειακό διαθέτουν: αποσυνδεδεμένα στην επιφάνεια, επανασυνδέονται στο βάθος της ζωής, σε αυτή τη σοβαρή περιοχή όπου το οικουμενικό είναι παρόν, σε καθένα από τα μέρη της".
"Ο είρωνας, αναισθητοποιώντας τον εαυτό του για να μην συγκινείται από τη γευστικότητα των ποιοτήτων, απαρνείται τούτη την πολύτιμη αφέλεια που κάνει για μας τα πράγματα κατοικήσιμα κι ανθρώπινα".
"Η ειρωνεία είναι πολύ διαυγής για να προχωρήσει σε δράση".
"Εξαερώνει όλα τα προβλήματα αντί να τα επιλύει. Είναι περισσότερο απ’ όσο αληθινά θαρραλέα."
Απο την άλλη: "Είναι η δύναμη να θεωρούμε τα πράγματα από μιαν ορισμένη σκοπιά"
"Το χιούμορ λέει ότι τίποτε δεν είναι αναντικατάστατο, αλλά η τύψη διαμαρτύρεται ότι όλα είναι αναντικατάστατα: η ειρωνεία κάνει να συνηχήσουν η τύψη με το χιούμορ, και αποφασίζει ότι τίποτε δεν είναι μάταιο, αν και όλα είναι ματαιότητα."
"Καθώς υπάρχει μέσα στις ιδέες μας μια τάση να πηγαίνουν μέχρι τα άκρα των επηρμένων αντιθέσεων, μέσα στα αισθήματά μας μια οσμή πάθους που τα μεταμορφώνει σε εμμονές και κάποτε σε καρκινώματα, μέσα στις ενέργειές μας, τέλος, μια διάθεση να μετατρέπονται σε συνήθεια ή ψυχαναγκασμό, έχουμε ανάγκη από ένα ρυθμιστή που να εξισορροπεί με μια ορισμένη ευεργετική ελαφρότητα την τριπλή «φρενίτιδα» της λογικής, της μνήμης και του ονείρου. Αυτός ο γνώμονας μετασχηματισμού είναι η ειρωνεία."
"Η ειρωνία ουσιαστικοποιεί και πυκνώνει τον σεβασμό, αποδιαρθρώνοντας όλα όσα είναι μη ουσιώδη".
"Η ειρωνεία υποκρίνεται για να καταρρακώσει τις απομιμήσεις του απόλυτου που δεν προσεγγίζεται ποτέ"
Το βιβλίο κλείνει με μια εξαιρετική ανάλυση της διαλεκτικής των αντιθέτων καταλήγοντας ότι η ειρωνεία πασχίζει να παλινορθώσει το πνεύμα της αθωότητας και μια καρδιά εμπνευσμένη, τις ιδιότητες δηλαδή που μάχεται, και που χωρίς αυτές δεν θα είχε λόγο ύπαρξης όντας το αντίθετό τους. Όπως οι εποχές διαδέχονται η μία την άλλη.