Τα όμορφα χωριά, όμορφα καίγονται. Τα άσχημα χωριά, δυστυχώς, δεν καίγονται καθόλου. Στέκουν περήφανα, σύμβολα της ασχήμιας μας, της μιζέριας μας, της απάθειάς μας… Οι ήρωες, μια παρέα φιλαράκια στη μικρή τους πόλη. Οι ζωές τους αποτυπωμένες, έμμεσα, άμεσα, μέσα στα μπαρ, μέσα από τα μπαρ. Γαντζωμένοι. Σκαλωμένοι. Και γύρω τους η απέθαντη ελληνική επαρχία. Μια ζωή μέσα της, έξω της και στις παρυφές της παράλληλα. Ένα περίεργο εσωτερικό μπαλάντζο. Δεν αναπολούν τα παρελθοντικά βήματά τους στη μεγαλούπολη ή στο εξωτερικό – τα έχουν ζήσει και τα δυο, αλλά τα ίδια αυτά βήματά τους είναι που τους έφεραν πάλι στα γαμημένα πάτρια εδάφη. Η προσπάθειά τους, ο σκοπός τους ίσως, είναι να τη «βγάλουν καθαρή» στην ελληνική επαρχία και όσο μπορούν να αντιμετωπίσουν, εκτός από τη μίζερη πόλη τους, και τις εσωτερικές τους αντιφάσεις. Γιατί, όπως και να το κάνεις, δεν μπορείς κάποτε να μην γίνεσαι ένα με αυτό που δεν θα ήθελες ποτέ να είσαι. Θα τα καταφέρουν άραγε;
Οι "Σκαλωμένοι σε ένα μπαρ" είναι ένα μυθιστόρημα που υμνεί την Παρέα και το συλλογικό πνεύμα. Και το κάνει με τρόπο εξωφρενικά επίκαιρο, με ύφος της χαρμολύπης του αιώνα που διανύουμε και με γλώσσα που διαπερνά επιδέξια τις βεντάλιες από τις ντοπιολαλιές και τα τζάργκον της μοντέρνας ζωής. Το λογοτεχνικό εύρημα είναι πρωτότυπο και διασκεδαστικό: τα αδιέξοδα μιας γενιάς (αυτής του Δεκέμβρη) εξετάζονται μέσα από τον μεγεθυντικό φακό της ελληνικής επαρχίας μέσω των πολλαπλών αφηγητών μιας παρέας. Ήρωες που διατηρούν με κάθε κόστος την λοξή ματιά τους στα πράγματα, που γλεντούν και χαίρονται την ζωή τους, true γρεβενιώτες Δον Κιχώτες μέσα στο γενικευμένο κυνισμό και την ακινησία του ελληνικού μικροαστισμού, τολμούν να στήσουν δεσμούς, τολμούν να υπερασπίζονται τα αυτοτελή δίκαια των σύγχρονων πληβείων από θέση ενστίκτου κι όχι "προγραμματικά", συχνά συντρίβονται από τις ίδιες τους τις αντιφάσεις και το βάρος τους, περιφρουρούν τις φιλίες, τα συντροφικά bromances και τους τρυφερούς έρωτές τους με μπόλικο χιούμορ, ακόμα περισσότερο αυτοσαρκασμό και το γνήσιο αίσθημα μιας εύθραυστης γενναιότητας. Το μπαρ, ως χώρος κι ως επιτέλεση, μου φάνηκε ως μετωνυμία για το συλλογικό υποκείμενο, την "γλυκιά συμμορία" που πίνοντας αλκοόλ ξορκίζει την απομόνωση και την πνευματική μοναξιά κι εύχεται στην υγεία μιας αλλιώτικης ζωής. Οι παρεκβάσεις στον κύριο κορμό της αφήγησης έρχονται από την καινούρια και θαυμαστή γλώσσα του αιώνα, την γλώσσα των καβαλάρηδων της Πληροφορικής. Εάν από την επόμενη γενιά με ρωτούσαν τι έπαιζε την δεκαετία του '10 στην underground λογοτεχνία θα πρότεινα σίγουρα Χατζηκυριακίδη.
Βαλκανικό, μετα-μπουκοφσκικό, anti-campus novel με τρελό ρυθμό, πολύ γέλιο και ιδιοφωνία. Σπάει με θόρυβο τα στεγανά της σοβαροφανούς ελληνικής λογοτεχνίας. Συστήνεται ανεπιφύλακτα.
Ο συγγραφέας πραγματεύεται επιτυχώς τη σχέση αγάπης-μίσους για την επαρχία, και κατ’ επέκταση για τον τόπο καταγωγής, στοχεύοντας τις κοινωνικές παθογένειες που τη χαρακτηρίζουν, αλλά και τις φιλίες που έχουν αντέξει στο χρόνο. Βοηθάει προφανώς και η βαθιά γνώση του αντικειμένου, καθότι είναι και ο ίδιος «επαρχιώτης». Το «Σκαλωμένοι σ’ ένα μπαρ» κεντρίζει το ενδιαφέρον του αναγνώστη από την αρχή μέχρι το τέλος, ενώ τον αφήνει με ένα γλυκό αίσθημα νοσταλγίας και αναστοχασμού.
Στο δεύτερο βιβλίο του, ο Στέργιος Χατζηκυριακίδης φέρνει τους ωραία παλαβούς χαρακτήρες του να δράσουν σε μια μια μικρή επαρχιακή πόλη, εκεί που όλα είναι πιο έντονα. Μέσω 5 φίλων -που εντελώς απροσδόκητα αφηγούνται διαφορετικές στιγμές (συνήθως ανά κεφάλαια) της κοινής τους ζωής κάνοντας το όλο βιβλίο πολύ πιο ενδιαφέρον- οι "Σκαλωμένοι σε ένα μπαρ" μιλούν για πολλά από τα πιο καυτά θέματα της σύγχρονης ζωής: μεταναστευτικό, προσφυγιά, σεξισμός, brain drain (ωρέ ποιο μπρέιν ντρέιν), ζωή στην επαρχία, μπαρ, φιλία και σχέσεις κ. ά.
Η επαρχία δεν είναι στον φόντο αυτού του βιβλίου αλλά είναι ένας από τους πρωταγωνιστές, επηρεάζοντας άμεσα την παρέα και τον τρόπο που αυτοί λειτουργούν. Και είναι αυτή η αριστοτεχνική "χρήση" της που κάνει το βιβλίο ένα από τα ωραιότερα αναγνώσματα των τελευταίων χρόνων. Η επαρχία δεν μπαίνει για να μισηθεί, ούτε για να αγαπηθεί, ούτε για να αναποληθεί, ούτε για να γελοιοποιηθεί. Μπαίνει για τίποτα από όλα αυτά αλλά και για όλα αυτά, στην κορυφαία ίσως αποτύπωσή της, στην τέχνη, την τελευταία δεκαετία.
Ιλιγγιώδεις διάλογοι (που οι διαφορετική γλώσσα των χαρακτήρων σου επιτρέπει να παρακολουθήσεις όσα λέγονται ακόμα και χωρίς να ξέρεις ποιος μιλάει πότε), κωμικοτραγικά περιστατικά (χωρίς φλυαρία και παραλείποντας κάθε τι που δεν χρειάζεται να ειπωθεί), συγκλονιστικές στιγμές και twists συνθέτουν ένα βιβλίο με το οποίο δένεσαι τόσο που στενοχωριέσαι όταν τελειώνει.
Δεύτερο βιβλίο και ο συγγραφέας έχει βρει έναν ρυθμό ιλιγγιώδη, τον οποίο δεν μπορείς παρά να ακολουθήσεις στροβιλιζόμενος (σαν αλ'πογούρουνο ίσως). Πιάνεις τον εαυτό σου να περιπλανιέται σε χωριά, πόλεις, επαρχιακά μπαρς και αστικά ψιλικατζίδικα, ενώ ταυτόχρονα αναρωτιέσαι πως όλα αυτά μοιάζουν τόσο οικεία, σχεδόν βιωμένα. Είναι το σύμπαν του Σ.Χατζηκυριακίδη που σε καταπίνει ολόκληρο, σε μεταβολίζει και σε χωνεύει, σε κάνει κομμάτι της ιστορίας του. Κάπου ανάμεσα στους φόβους, τις ελπίδες, το παράπονο, το θυμό και τον πόνο των ηρώων του ανακαλύπτεις σπαράγματα του δικού σου εαυτού, ενός εαυτού πρισματικού και χιλιομπαλωμένου. Δημιουργείσαι, διαλύεσαι, ανασυντάσσεσαι και προχωράς για να καταλήξεις εκεί που ξεκίνησες. Πολλές φορές μόνος. Άλλες, έχοντας δίπλα σου κάποιους λίγους που ίσως κατάφεραν να σε κάνουν κομμάτι των δικών τους ιστοριών. Όπως και να'χει κινείσαι κι ας μένεις στατικός. Περιφέρεσαι κι ας είσαι σκαλωμένος σε ένα σύμπαν που προσπαθείς να τιθασεύσεις κάθε φορά που σε φτύνει στα μούτρα.
#σκαλωμενοι_σε_ένα_μπαρ Γλυκόπικρο, γελάς και συγκινείσαι. Γέλιο σε ένα γκρίζο και μουντό φόντο, όπως ο φωτισμός στο μπαρ. Πολυφωνικό αν και κυριαρχεί ο αφηγητής Γιάννης. Όλοι οι αφηγητές έχουν την ίδια φωνή, χωρίς διαφοροποιήσεις, κάτι σαν την μονότονη ζωή της επαρχίας. Και στο βάθος η Ελλάδα των μνημονίων, των προσφύγων και της ΧΑ. Η Ελλάδα της χαμένης γενιάς, των σημερινών σαραντάρηδων, αυτών που έφυγαν για να ξαναγυρίσουν. Η μικρή επαρχιακή πόλη είναι η σύγχρονη Ελλάδα στον χάρτη. Και κάπου εκεί βρίσκουμε όλοι εμείς τη θέση μας, κάπου σκαλωμενοι.
Ποτέ μου δεν έχω ακούσει ή διαβάσει καλύτερη περιγραφή της ζωής στην επαρχία... Την ξέρω τη ζωή εκεί, απ'έξω κ ανακατωτά... Ναι, φραπές γλυκός με αζαξ!!!! Αριστουργηματικό, ξέφρενο, χιουμοριστικό, ατακαδόρικο, συγκινητικό... Όλα σε ένα! Κύριε Χατζηκυριακίδη νοσταλγήσαμε! Ευχαριστούμε!!!!
Μόνο άμα έχεις σκαλώσει σένα μπαρ μπορείς να καταλάβεις το αριστουργηματικό - ιδιαίτερο συγγραφέα . Αν δεν έχεις σκαλώσει διάβασε το οπωσδήποτε. Αν έχεις σκαλώσει θα είναι σα να διαβάζεις τα... Κατορθώματά σου τη νύχτα. Απίστευτο βιβλίο βγαλμένο από τη ζωή τη νύχτα. Ειδικά αν έχεις κάνει επαρχιωτης. Πολύ φτηνό για αυτά που προσφέρει. Ιδανικό για όσους φοβούνται τα αεροπλάνα.
Ο καλύτερος συγγραφέας της οικογένειας του με 3 πλέον βιβλία στο ενεργητικό του. Δεν ξέρω γιατί, αλλά στους σκαλωμένους το πράγμα κάπως σοβάρεψε. Ελπίζω να του περάσει...