Είχα αυτή τη συνήθεια, να θέλω στο τέρμα να διασχίζω το άδειο βαγόνι. Προσποιούμουν ότι καθυστερώ, τους άφηνα όλους να βγουν και στο τέλος περπατούσα στον έρημο διάδρομο μέχρι την πρώτη του πόρτα. Από εκεί έβγαινα· όταν ήξερα ότι δεν υπάρχει άλλη ψυχή μέσα, όταν τα φώτα μες στον συρμό χαμήλωναν και οι πόρτες του ξέμεναν ανοιχτές, λες και μόλις ήρθαν στην επιφάνεια ν’ ανασάνουν.
Ένας καλοντυμένος κύριος παραμιλά, κάποιος νεαρός στήνει χάρτινα πλάσματα στο βαγόνι, ένα ποδήλατο που δεν το χωρά ο τόπος, μια παρέα κοριτσιών διαμαρτύρεται στη βροχή, ο πιο απαιτητικός ανάπηρος πολέμου, ένας παλαβός χτυπά το μπαστούνι του στα τζάμια και ένα εισιτήριο από δεύτερο χέρι.
Ιστορίες από τη σύντομη διαδρομή του καθημερινού συρμού, μέχρι τη στιγμή που το βαγόνι αδειάζει, λίγο πριν ο σταθμός γίνει «τερματικός» και όλες οι σκέψεις ξεκινήσουν απ’ το σημείο αυτό.
Ένα βιβλίο για την πραγματικότητα, τα ‘είδη’ των ανθρώπων, τις στιγμές της καθημερινότητας, τις σκέψεις της στιγμής. Βαθειά ανθρώπινο, κάποιες στιγμές αστείο, παιχνιδιάρικο, χαριτωμένο . Κάποιες στιγμές τρυφερό και συγκινητικό. Η γραφη με το ρυθμό του τρένου. Όμορφη, φυσική και εντυπωσιακή πολλές φορές. Με ελιγμούς, με υποκλίσεις, με βάδισμα και με ανάσες. Όπως θα τα έγραφε η ζωή τα έγραψε κι ο συγγραφέας. Με συγκίνησε το βιβλίο. Το εζησα. Κάθε σταθμό, κάθε ταρακούνημα, κάθε σπρώξιμο, κάθε μυστική παρατήρηση, κάθε στριμμένο άνθρωπο, κάθε καλόκαρδο. Όλα δίπλα από το συγγραφέα που είχε τη θέση του στο βαγόνι. Ένα πολύ όμορφο βιβλίο. Σαν χάδι σε ένα παιδικό κεφάλι πριν από τον υπνο.