Από το Κιόστε της Μικρασίας ίσαμε τη Χίο κι από τον κόρφο του Θανάση του Δεληγιώργη (που δεν του κόλλησαν τυχαία το παρανόμι «Περιστερού») μέχρι το κλουβί του δισέγγονού του Ανέστη, τα ταχυδρομικά περιστέρια της νουβέλας «Οι βάρδιες των πουλιών» σημαδεύουν τις ζωές των εκτροφέων τους και των ανθρώπων γύρω τους∙ και σαν να κουβαλούν στα δικά τους φτερά τη μοίρα των απογόνων του Θανάση της Περιστερούς, αποδίδονται σε αυτά οι κακοτυχίες και το κακό ριζικό των κτητόρων τους («Πιάσανε στα κατώφλια αμέσως οι γριές να καταριούνται τα πουλιά, τα χαροπούλια και του λόγου του, τον Θανάση, που τα έφερε μες στο χωριό και τα 'βαλε στο μοιραίο καΐκι»).
Αλλά τα δύσμοιρα πουλιά των Δεληγιώργηδων μπορούν και πετούν μακριά. Κι ορμηνεμένα καθώς είναι να επιστρέφουν πάντα πίσω, ναυτολογούνται στα καΐκια των ναυτικών. Μπαρκάρουν μαζί τους, τους συντροφεύουν στις βάρδιες και τα ταξίδια τους, και, μόνον σαν συμβεί το κακό, γυρίζουν λεύτερα για να μηνύσουν στους συγγενείς των ναυτικών τα χαμπέρια.
Σύμβολα της αγνότητας και της αθωότητας τα πουλιά της νουβέλας του Γ. Μακριδάκη ταιριάζουν με τους πρωταγωνιστές της, που διώχτηκαν δυο φορές από την πατρίδα τους (1914, 1922) και, αντί να απαγκιάσουν στην από δω πλευρά του Αιγαίου, ταξίδεψαν στις επτά θάλασσες της οικουμένης∙ αλλά και σύμβολα της αλληλεγγύης και της αδελφοσύνης των λαών, όπως τη βίωσαν Τούρκοι κι Έλληνες ψαράδες στη μεσαριά των νερών, σε μια από τις πιο συγκλονιστικές σκηνές του βιβλίου, όταν τα δίχτυα ενός ψαρά που κατασχέθηκαν από το λιμενικό επέστρεψαν στον κάτοχό τους σε ένα αυτοσχέδιο πανηγύρι καταμεσής της θάλασσας (που ενώνει τους δυο λαούς).
Όμορφη ιστορία, δοσμένη με συγκίνηση, λυρισμό και τρυφερότητα, που, πίσω από τα πετάγματα των πουλιών, ανατέμνει το δράμα της προσφυγιάς, τις αγωνίες της θάλασσας και τις προκαταλήψεις των ανασφαλών ανθρώπων.