Το 2001-2002 έκανα μια σειρά εκπομπών στον ραδιοφωνικό σταθμό 9.58 fm της ΕΡΤ3 με τίτλο «Εγώ, φαντάρος στο χακί...». Στις εκπομπές αυτές διηγήθηκα ιστορίες και περιστατικά από τη στρατιωτική μου θητεία (1955-1956). Ο αγαπητός φίλος Γιώργος Καλιεντζίδης ερχόταν στο σπίτι μου και κατέγραφε στο κασετόφωνό του τα όσα του έλεγα αυτοσχεδιάζοντας χωρίς σημειώσεις. Ύστερα από τη μετάδοση των εκπομπών η αγαπητή Αναστασία Παπαϊωάννου ανέλαβε ευσυνείδητα την απομαγνητοφώνηση.
Σε τέτοιες περιπτώσεις συνηθίζω να επεξεργάζομαι το απομαγνητοφωνημένο κείμενο, αλλά αυτή τη φορά δεν έμεινα ευχαριστημένος από τον εαυτό μου έβρισκα πως ήμουν πολύ φλύαρος και η μνήμη μου, μετά σαράντα επτά χρόνια, είχε πολλά κενά. Αποφάσισα, λοιπόν, να στρωθώ και να γράψω όλες αυτές τις αναμνήσεις από την αρχή, χρησιμοποιώντας και όλα μου τα γράμματα που έστελνα εκείνο τον καιρό στη μητέρα μου.
Το αποτέλεσμα μου φάνηκε λίγο καλύτερο: ο λόγος είχε γίνει πυκνός και τα διάφορα περιστατικά αποδόθηκαν πιο πιστά.
(Ντ.Χ.)
Όταν έχεις διαβάσει αναρίθμητες σελίδες -μυθιστορήματα, διηγήματα, ποιήματα,- των οποίων οι πρωταγωνιστές είναι ντυμένοι -οι περισσότεροι τουλάχιστον- στο χακί κι όταν έχεις περιδιαβάσει στα ελληνικά λογοτεχνικά στρατόπεδα τόσες φορές όσες δεν το έχουν κάνει όλοι μαζί, κι ένας ένας χωριστά, οι στρατιώτες ενός συντάγματος, αποκτάς κάτι σαν εθισμό. Ο εθισμός βέβαια αυτός πόρρω απέχει από την επικινδυνότητα του εθισμού στη νικοτίνη λόγου χάριν, ωστόσο δεν μπορεί να σε συγκρατήσει από το να μη διαβάσεις άλλο ένα βιβλίο που οι ήρωές του είναι ντυμένοι στο χακί. Το θεωρείς πια σαν αναφαίρετο δικαίωμα, αλλά και καθήκον σου, έστω κι αν λόγω φύλου -και ιδεολογίας- δεν πρόκειται ποτέ να «απολαύσεις» το περίφημο γερμανικό νούμερο!
Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος, από την άλλη, είναι πολλαπλά γνώριμός μου, σ αυτήν την πολυσέλιδη περιδιάβασή μου στη λογοτεχνία του στρατού. Τον συνάντησα και ως ποιητή και ως πεζογράφο και ομολογώ πως τον χάρηκα και με τις δύο ιδιότητες. Ανάμεσα στ άλλα, στην πρώτη έκδοση της, σχετικά περιορισμένης, μελέτης μου «Η στρατιωτική ζωή στη νεοελληνική λογοτεχνία» (εκδ. Μεταίχμιο) σημειώνω ότι: «Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος έχει μια εντελώς προσωπική ματιά, έμμεσα ή και άμεσα, κάποτε ερωτική, ποτέ πάντως αρνητική για το στρατό. Πλησιάζει το στρατιώτη στις προσωπικές του στιγμές, ανακαλύπτει τις ευαισθησίες του και εξαίρει την ανδροπρέπεια που του χαρίζει η στολή». Ειδικότερα για τα διηγήματά του Ο Χιλιαστής, Ο Χίλιος, Φώτης σημειώνεται ότι «πρόκειται για τρυφερά διηγήματα που επικεντρώνονται στις σχέσεις φιλίας και αλληλεγγύης, οι οποίες αναπτύσσονται ανάμεσα στους στρατιώτες».
Ό,τι λοιπόν συνάντησα ως λογοτεχνική μετάπλαση, ως κλίμα, και διάθεση και προσπάθησα να το τοποθετήσω μέσα σε μια γενικότερη ερμηνευτική -έστω και σ ένα πρώτο επίπεδο- της λογοτεχνίας του στρατού, το βρήκα ως δημοσιοποιημένο βίωμα, καθαρό και λαγαρό σαν νεράκι, στο βιβλίο «Εγώ, φαντάρος στο χακί: Αναμνήσεις από τη στρατιωτική μου θητεία». Αν μάλιστα το βιβλίο αυτό είχε ήδη εκδοθεί όταν άρχισα ν ασχολούμαι με τα «στρατιωτικά λογοτεχνικά δρώμενα», οι ερμηνείες και οι εξηγήσεις των σχετικών με το θέμα πεζών και ποιημάτων του Θεσσαλονικέα λογοτέχνη θα ήταν δεδομένες. Είχε όμως τη σειρά του.
Διότι το βιβλίο αυτό δεν έπεσε τυχαία στον εκδοτικό χώρο. Αποτελεί το τρίτο μέρος της ενότητας Αυτοβιογραφικά, που ξεκίνησε με το αφήγημα «Πίσω απ' την Αγια-Σοφιά» (1997), συνεχίστηκε με τα αυτοβιογραφικά κείμενα «Θεσσαλονίκην, ου μ εθέσπισεν....» (1999) και έφτασε στις στρατιωτικές αναμνήσεις «Εγώ, φαντάρος στο χακί...». Αλλά και τα κείμενα αυτά δεν θα έφταναν στο τυπογραφείο αν δεν είχε προηγηθεί το ...μικρόφωνο. Και συγκεκριμένα, το μικρόφωνο του ιδιαίτερα αξιόλογου πολιτιστικού ραδιοφωνικού σταθμού της ΕΡΤ 3, του «9,58 FM». Εκεί, αρχικά, σε μια σειρά εκπομπών με τον τίτλο Πίσω απ την Αγια-Σοφιά, ο Ντίνος Χριστιανόπουλος μίλησε για τα παιδικά και νεανικά του χρόνια και προέκυψε στη συνέχεια το ομότιτλο βιβλίο. Λίγα χρόνια μετά, το 2001-2002, ο Θεσσαλονικεύς λογοτέχνης, στη διάρκεια 38 εκπομπών, διηγήθηκε στο δημοσιογράφο και παραγωγό των εκπομπών Γιώργο Καλιοντζίδη, «αυτοσχεδιάζοντας», όπως αναφέρει ο ίδιος στον πρόλογό του, ιστορίες και περιστατικά από τη στρατιωτική του θητεία. Ωστόσο οι ραδιοφωνικοί αυτοσχεδιασμοί του δεν τον ικανοποίησαν για να φτάσουν ως είχαν στο τυπογραφείο και ξαναδούλεψε το απομαγνητοφωνημένο κείμενο από την αρχή, χρησιμοποιώντας μάλιστα, όπως επίσης αναφέρει στον πρόλογο της έκδοσης, και όλα τα γράμματα που έστελνε κατά τη διάρκεια της θητείας του στη μητέρα του.
Οι αναμνήσεις του Ντίνου Χριστιανόπουλου ξεκινούν από τις 13 Ιανουαρίου 1955 όταν, μαζί με δύο συμφοιτητές του, πτυχιούχους πια της Φιλοσοφικής Θεσσαλονίκης, όπως και ο ίδιος, παίρνουν το τρένο για την Αθήνα. Προηγουμένως όμως σε δύο παραγράφους μάς δίνεται το οικογενειακό στίγμα του ποιητή και πεζογράφου, με τις ανάλογες νύξεις για τη δύσκολη οικονομική κατάσταση της οικογένειάς του και του ίδιου προσωπ...
Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος ήταν σύγχρονος βραβευμένος Έλληνας ποιητής, διηγηματογράφος, δοκιμιογράφος, μεταφραστής, ερευνητής, λαογράφος, εκδότης και βιβλιοκριτικός. Το πραγματικό όνομα του πολυγραφότατου λογοτέχνη ήταν Κωνσταντίνος Δημητριάδης. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί σε αρκετές γλώσσες.