Νεανική δροσιά· φωτεινά καλοκαίρια ενός μικρού κοριτσιού στη Μύκονο, μουντοί χειμώνες στο σχολείο καλογραιών, ανώμαλη προσγείωση στην Αθήνα με τη γνωριμία του έρωτα, ολοκληρώνουν το οδοιπορικό από το παιδί στη γυναίκα.
Το πρώτο βιβλίο της Μέλπως Αξιώτη (1938). Τιμήθηκε με το πρώτο βραβείο του Γυναικείου Συλλόγου Γραμμάτων και Τεχνών. Το πρωτοποριακό αυτό βιβλίο έγινε αμέσως αντικείμενο εγκωμιαστικών κριτικών και έκανε τη Μέλπω Αξιώτη πασίγνωστη.
Η Μέλπω Αξιώτη γεννήθηκε στην Αθήνα, κόρη του μυκονιάτη μουσικοσυνθέτη και τεχνοκριτικού Γεωργίου Αξιώτη και της αριστοκράτισσας Καλλιόπης Βάβαρη. Οι γονείς της χώρισαν το 1908 και η Μέλπω μεγάλωσε στη Μύκονο με τον πατέρα της, ο οποίος τον επόμενο χρόνο παντρεύτηκε την Μαρουλίνα Γρυπάρη, κόρη του πολιτικού Ιωάννη Γρυπάρη, με την οποία απέκτησε δυο παιδιά. Το 1910 η μητέρα της παντρεύτηκε το Δημήτριο Ποσειδώνα.
Στη Μύκονο η Μέλπω μεγάλωσε χωρίς μητέρα στο αυστηρό περιβάλλον της οικογένειας Αξιώτη και τέλειωσε το Σχολαρχείο. Από το 1918 ως το 1922 μπήκε εσωτερική στη Σχολή Ουρσουλίνων της Τήνου. Το 1922 κατέβηκε στην Αθήνα και έζησε μαζί με τη μητέρα της και την ετεροθαλή αδερφή της Χαρούλα. Δύο χρόνια αργότερα πέθανε ο πατέρας της, κατά τη διάρκεια επίσκεψής του στην Αθήνα. Το 1925 παντρεύτηκε το θεολόγο και δάσκαλό της Βασίλη Μάρκαρη με τον οποίο έφυγε για τη Μύκονο. Ο γάμος τους κράτησε τέσσερα χρόνια. Μετά το διαζύγιο επέστρεψε στην Αθήνα όπου προσπάθησε να ζήσει ξανά με τη μητέρα της. Οι δυσκολίες στη σχέση τους ωστόσο την οδήγησαν σε συνεχείς μετακομίσεις. Το 1936 προσχώρησε στο Κ.Κ.Ε., εγκαινιάζοντας τη δια βίου πολιτική της προσχώρηση στην Αριστερά. Ένα χρόνο αργότερα γνωρίστηκε με το δικηγόρο Νίκο Αλεξίου με τον οποίο συνδέθηκε ερωτικά.
Το 1933 πρωτοεμφανίστηκε στη λογοτεχνία με τη δημοσίευση του διηγήματος Απ’ τα χτες ως τα σήμερα στο περιοδικό Μυκονιάτικα Χρονικά του Γιαννούλη Μπόνη. Ακολούθησαν κι άλλες δημοσιεύσεις στο ίδιο περιοδικό και το 1938 κυκλοφόρησε το πρώτο της μυθιστόρημα, που είχε τίτλο Δύσκολες Νύχτες και τιμήθηκε ένα χρόνο αργότερα με το πρώτο βραβείο του Γυναικείου Συλλόγου Γραμμάτων και Τεχνών. Κατά την προπολεμική περίοδο ήρθε σε επαφή με τους αθηναϊκούς λογοτεχνικούς κύκλους και γνωρίστηκε με το Νίκο Εγγονόπουλο, το Γιώργο Θεοτοκά, το Νίκο Καββαδία, τον Κλέωνα Παράσχο, το Γιώργο Σεφέρη, ενώ κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής εντάχτηκε στην Εθνική Αλληλεγγύη του ΕΑΜ και συνεργάστηκε στον παράνομο Τύπο, μαζί με τις Διδώ Σωτηρίου, Έλλη Αλεξίου, Έλλη Παππά, Τιτίκα Δαμασκηνού και άλλες ελληνίδες της αντίστασης. Μετά την απελευθέρωση συνέχισε τη συγγραφική και πολιτική της δραστηριότητα, ενώ παράλληλα συνεργάστηκε με το περιοδικό Χαραυγή (1946).
Οι επικείμενες συνέπειες της αριστερής της δράσης την ανάγκασαν να καταφύγει το 1947 στη Γαλλία, από όπου συνέχισε να αγωνίζεται μέσω άρθρων σε περιοδικά και συμμετοχών της σε συνέδρια, λόγους και άλλες εκδηλώσεις του εκεί αριστερού κινήματος. Στη Γαλλία γνωρίστηκε με κορυφαίες μορφές της αριστερής διανόησης (Louis Aragon, Elsa Triolet, Paul Elyard, Andre και Alice Bonnard, Pablo Neruda κ.α.). Από το Παρίσι ξεκίνησε και η πορεία προς την πανευρωπαϊκή της καταξίωση ως λογοτέχνιδας με τη μετάφραση του μυθιστορήματός της Εικοστός αιώνας, αρχικά στα γαλλικά (1949) και στη συνέχεια στα γερμανικά, ιταλικά, ρωσικά και πολωνικά. Το 1950 διάβημα της ελληνικής κυβέρνησης προς τη γαλλική προκάλεσε αναχώρηση της Αξιώτη για την Ανατολική Γερμανία, στα πλαίσια ομαδικής απέλασης 90 ατόμων. Από τη Δρέσδη όπου έζησε ως το τέλος του έτους συνέχισε τη δράση της, ενώ συνεχίστηκαν οι δημοσιεύσεις και εκδόσεις έργων της στις ευρωπαϊκές χώρες. Το Νοέμβρη του 1951 εγκαταστάθηκε στο Ανατολικό Βερολίνο, όπου ασχολήθηκε με την αρθρογραφία και τη λογοτεχνική μετάφραση και πήρε μέρος στο Παγκόσμιο Φεστιβάλ Νεολαίας, στα πλαίσια του οποίου γνωρίστηκε με το Ναζίμ Χικμέτ. Το 1952 μετακόμισε στη Βαρσοβία και εργάστηκε σε ελληνική εκπομπή του εκεί ραδιοφωνικού σταθμού μετά από πρόσκληση του Λευτέρη Μαυροειδή. Στη Βαρσοβία έζησε ως το 1955.
Με απόφαση της ελληνικής κυβέρνησης επέστρεψε στην Ελλάδα το 1964 και τα τελευταία χρόνια υπέφερε από προϊούσα αμνησία και σωματική καχεξία. Πέθανε σε ηλικία 68 ετών το Μάιο του 1973 σε οίκο ευγηρίας. Κηδεύτηκε στο Νεκροταφείο Ζωγράφου. Προτομή της φιλοτεχνήθηκε και τοποθετήθηκε στην πλατεία της περιοχής Μύλων της Μυκόνου.
Αδιάφορο, το διάβασα γιατί το βρήκα σε μια λίστα με τον τίτλο τα 100 καλύτερα βιβλία της ελληνικής λογοτεχνίας... Δε κατάλαβα πως βρέθηκε εκεί... Αλλά βιβλία της λίστας ήταν πραγματικά διαμάντια για αυτό και οι προσδοκίες μου ήταν σαφώς μεγαλύτερες...
Μνημονικού τύπου αφήγηση, θυμίζει ημερολόγιο, χωρίς ιδιαίτερη πλοκή. Χαοτικός τρόπος γραφής, με πολλά ιδιώματα, συνεχείς συνειρμούς και χαρακτήρα παραληρήματος.
Η σειρά των επεισοδίων που περιέχονται στο συγκεκριμένο έργο είναι αλυσιδωτή, χωρίς εμφανή ειρμό, πρόκειται για μια κριτική πάνω στις αντιθέσεις των κοινωνικών τάξεων, πάνω στα όρια εκμετάλλευσης του άλλου, δοσμένα με την αφηγηματική μορφή του εσωτερικού μονολόγου. Μέσα από το φίλτρο της οπτικής της μικρής ηλικίας τα γεγονότα λαμβάνουν κωμικοτραγική διάσταση, ενώ η εξέλιξη του μυθιστορήματος θυμίζει έντονα ιστορία bildungsroman.
Πολύ πριν την προφορική αμεσότητα του Ταχτσή, η Μ. Αξιώτη είχε "σπάσει" πρώτη το κατεστημένο της γενιάς του '30 και την μεγαλοαστική καλλιγραφία με μια γλώσσα και γραφή τόσο αυθόρμητη, "προφορική" αλλά και ελλειπτική ώστε το βιβλίο αυτό να θεωρηθεί πρωτοποριακό για την εποχή του... Με χωριάτικα ιδιώματα και διαλέκτους και γραφή ολοζώντανη και αυθεντική της εποχής που αναβιώνει, παρουσιάζει μια προπολεμική ηθογραφία/λαογραφία της ελληνικής υπαίθρου. Η γλώσσα είναι σε πολλά σημεία τόσο ιδιωματική που μπορεί να ξενίσει ή να κουράσει τον σημερινό (νέο) αναγνώστη, αλλά αξίζει η προσπάθεια... Δεν υπάρχουν πραγματικοί χαρακτήρες ή πλοκή, (σε αντίθεση με αυτά που "υπόσχεται" ή προδιαθέτει το οπισθόφυλλο), αντιθέτως η αφήγηση δίνει μια "τοιχογραφία" της εποχής. Τα πάμπολλα και πολλές φορές ασύνδετα, σκόρπια περιστατικά όμως που αφηγούνται οι (πολλοί) αφηγητές της ιστορίας μπορεί να κουράσουν, και αυτή είναι για μένα η βασική αδυναμία του βιβλίου.
Σπανιες ειναι οι φορες που δε καταφερνω να τελειωσω ενα βιβλιο. Ακομη κι αυτα που δε μου αρεσουν, κανω υπομονη και τα διαβαζω μεχρι τελους. Ε το συγκεκριμενο βιβλιο, δυστυχως, οσο κι αν προσπαθησα, δε μπορεσα να το φτασω στο τελος. Διαβασα σχεδον το μισο και το αφησα. Και ειμαι σχεδον σιγουρη οτι δε θα το ξαναπιασω στα χερια μου, οπως εχει συμβει με αλλα βιβλια. Με κουρασε πολυ, χαθηκα κι εφτασα στο σημειο να μη καταλαβαινω πλεον τι διαβαζω. :-(
Δεν μου άρεσε. Δηλαδή νομίζω ότι δεν μου άρεσε. Θα ήμουν σίγουρη αν καταλάβαινα τι διάβαζα. Μου αρέσουν οι ιδιωματισμοί στην ελληνική λογοτεχνία, (στον Παπαδιαμάντη πχ, δίνουν εξαιρετικές αποχρώσεις στο λόγο του) αλλά πέρα από αυτό, η κα. Αξιώτη δεν έχει συνοχή στο γραπτό της. Σκόρπιες σκέψεις, αλλού ξεκινάνε και αλλού καταλήγουν οι παράγραφοι.... Δεν αποφεύγω τα "δύσκολα βιβλία" αλλά στην προκειμένη είναι αφάνταστα κουραστικό να διαβάζω σελίδες επί σελίδων και να μην καταλαβαίνω τι διαβάζω.
Σίγουρα κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει τον ρηξικέλευθο–για την εποχή–τρόπο γραφής της Μ. Αξιώτη.
Ωστόσο, η ιδιότυπη γραφή, η ξαφνική εναλλαγή γεγονότων, η απουσία συγκεκριμένης πλοκής, οι συνειρμοί ενδεχομένως καθιστούν το έργο ενδιαφέρον–από λογοτεχνικής άποψης–όχι όμως κι ευχάριστο.
Η γλώσσα του βιβλίου ξεχωρίζει με τον αυθόρμητο, ιδιωματικό χαρακτήρα της, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα μνημονικού ημερολογίου, όπου οι ιστορίες μπλέκονται σε εσωτερικό μονολόγο και σύντομες εικόνες. Η πλοκή δεν ακολουθεί συμβατικούς δρόμους, όμως αυτό δίνει την ευκαιρία στον αναγνώστη να βιώσει την εποχή και τις μορφές της αλλιώς, μέσα από θραύσματα και συνειρμούς που ξεφεύγουν από το συνηθισμένο. Το βιβλίο έχει σίγουρα αξία για όποιον θέλει να εξερευνήσει βαθύτερα τη γλώσσα και τη λογοτεχνία του παρελθόντος, ενώ παρά τις παλιές του καταβολές, αφήνει στον αναγνώστη χώρο για προσωπικούς συνειρμούς και ερμηνείες, τιμώντας το παρελθόν χωρίς να επιβάλλεται στο σήμερα.
Νομιζα ότι η συγχρονη ελληνικη πεζογραφια είναι προβληματικη αλλα και η παλια δεν είναι καλυτερη. Η γλωσσα του βιβλιου είναι δυσκολη, γεματη ιδιωματισμους και αγνωστες λεξεις. Ειρμο δε βρηκα, είναι χαωδης. Είμαι σιγουρη ότι μου διεφυγαν αρκετα απο το περιεχομενο επειδη βαρεθηκα, κουραστηκα και ηθελα μονο να τελειωνω. Καταλαβαινω ότι, για την εποχη που εζησε η Μελπω Αξιωτη, ήταν κατορθωμα να ξεχωρισει μια γυναικα-συγγραφεας αλλα, για το 2018,δε βλεπω κατι αξιολογο στο βιβλιο της. Το εχω ηδη βαλει στο κιβωτιο με τα βιβλια που σκοπευω να ξεφορτωθω.
Δύσκολο βιβλίο. Πέρασα δύσκολες νύχτες μαζί του. Ένα δύσκολο μονοπάτι μιας ιδιαίτερης γραφής, που όμως σε κερδίζει μέσα από αυτό το παίδεμα. Όταν έκλεισα το βιβλίο ένιωσα σαν να σηκώθηκα από το πεζούλι μιας γειτονιάς, όπου για ώρες μου έλεγε την ιστορία της η Μέλπω. Και σηκώθηκα κάπως πιασμένη, ανακουφισμένη και γεμάτη εικόνες. Θα το ξαναδιάβαζα. .
Παρότι έχει κάποια ενδιαφέροντα σημεία,ο τρόπος γραφής είναι πολύ χαοτικός και κουραστικός.Περισσότερο το διάβασα επειδή ήθελα να δω αν συνεχίζει στο ίδιο ύφος κι αν θα βγάζει παραπάνω νόημα καθώς προχωράει το βιβλίο,παρά επειδή μου προκάλεσε το ενδιαφέρον.
Αξιόλογο ως προς την αναβίωση του κλίματος και αναφορικά με την πραγματικότητα της εποχής, όμως ο αρκετά κουραστικός και μάλλον δύστροπος τρόπος γραφής αποξενώνει στην ουσία τον σύγχρονο αναγνώστη κρατώντας τον μακριά από κάθε προσπάθεια αρμονικής συνύπαρξης με τους χαρακτήρες.