Η Λεωφόρος ΝΑΤΟ αναπλάθει το βίωμα μιας περιπλάνησης στην οδό ταχείας κυκλοφορίας που συνδέει τον Ασπρόπυργο με την Ελευσίνα. Πρωτοβρέθηκα στη Λεωφόρο ΝΑΤΟ το καλοκαίρι του 2016 και σημείωσα in situ σκέψεις και συναισθήματα για παρόδους και παρακάμψεις, για σύγχρονα ερείπια και ημιτελείς κατασκευές, για μεταβιομηχανικά κατάλοιπα που τελούν υπό ένα καθεστώς αδιευκρίνιστης αναμονής. Στη Λεωφόρο ΝΑΤΟ είδα να κατοπτρίζεται η ωμή εκδοχή της νεότερης Ελλάδας, αλλά καθ' οδόν κάτι ακόμη με έλκυε όλο και πιο πολύ: η ταυτόχρονη αποσάθρωση τόπου και προσώπου. Η περιπλάνηση εξελίχθηκε σε ισχυρή εμπειρία αποκοπής από τον δημόσιο χώρο και τον οικείο εαυτό - χάρη σε αυτήν γεννήθηκε το βιβλίο.
Τυπικά η Λεωφόρος ΝΑΤΟ ανήκει στη λογοτεχνία της περιπλάνησης, με παρεκβάσεις για τις έννοιες του τόπου και του τοπίου, του ανήκειν και της ανεστιότητας. Είναι, όπως τα προηγούμενα βιβλία μου, μια απόπειρα εξερεύνησης των ορίων του δοκιμιακού λόγου κι επιπλέον ένα πείραμα ψυχογεωγραφίας. Κυρίως όμως είναι μια παραβολή για την εμπειρία της απώλειας που βρίσκεται στην αφετηρία κάθε περιπλάνησης.
Ο Νικήτας Σινιόσογλου γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε Φιλοσοφία στα Πανεπιστήμια Αθηνών, Μονάχου και Κέμπριτζ (PhD). Διετέλεσε British Academy Postdoctoral Fellow στο Πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ (2008-2011) και Leverhulme Trust Early Career Fellow στο King's College London (2011-2013), ερευνητής στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών (Τομέας Νεοελληνικών Ερευνών, 2015-2025) και έχει διδάξει σε ελληνικά και βρετανικά πανεπιστήμια. Έχει εκδώσει τα βιβλία: "Plato and Theodoret: The Christian Appropriation of Platonic Philosophy and the Hellenic Intellectual Resistance" (Cambridge University Press 2008), "Radical Platonism in Byzantium: Illumination and Utopia in Gemistos Plethon" (Cambridge University Press 2011) και "Αλλόκοτος Ελληνισμός. Δοκίμιο για την οριακή εμπειρία των ιδεών" (Κίχλη 2016, Βραβείο Δοκιμίου του περιοδικού Ο Αναγνώστης 2017). Δοκίμια και αφηγηματικά κείμενά του έχουν δημοσιευτεί στα περιοδικά: Athens Review of Books, Ποιητική, Νέα Εστία, Δευκαλίων, Μανδραγόρας, Οδός Πανός και (δέ)κατα. Γράφει για την αστική περιπλάνηση και για τα όρια δοκιμιακού και λογοτεχνικού λόγου.
Δεν είναι σύνηθες να συναντάς κάποιον που επιλέγει τη λεωφόρο ΝΑΤΟ, την οδό ταχείας κυκλοφορίας που συνδέει τον Ασπρόπυργο με την Ελευσίνα, για να φλανάρει. Αυτό βέβαια μέχρι να έρθεις σε επαφή -έστω αναγνωστική- με τον Νικήτα Σινιόσογλου. Ο συγγραφέας φλερτάρει με την ιδέα του φλαναρίσματος από τον Αλλόκοτο ελληνισμό˙ τότε δοκιμιακά, τώρα περισσότερο προσωπικά. Ανάμεσα στο τότε και το τώρα έγραψε τις Μαύρες διαθήκες και ακροβάτησε ανάμεσα στην φιλοσοφία και την βιωματική λογοτεχνία. Τώρα περπατάει πάνω στην άσφαλτο, παρατηρεί την φύση και το τοπίο γύρω του που βρίσκεται σε αποσύνθεση, ενώ βρίσκεται σε μια διαδικασία ενδοσκόπησης.
Τα κείμενα που συνθέτουν το βιβλίο είναι μικρά και αποσπασματικά και ο Σινιόσογλου μέσω των λέξεων αποτυπώνει, ή μάλλον χαρτογραφεί, τις συχνά πολύπλοκες σκέψεις του και τα συναισθήματά του για τη φθορά, τον έρωτα, το χρόνο που περνάει, το θάνατο και την απώλεια. Το παρελθόν γεννά σκέψεις για το παρόν και το μέλλον, ενώ ο συγγραφέας – μοναχικός φλανέρ μοιάζει να προσπαθεί να καλέσει κι εμάς να περπατήσουμε μαζί του στα ξεχαρβαλωμένα πεζοδρόμια, και να διαπιστώσουμε αν βρίσκεται ο τόπος σε φάση οικοδόμησης ή αποδρομής.
Ας φλανάρουμε μαζί του λοιπόν για να δούμε μήπως (και πώς) μπορούμε ν’ αλλάξουμε το τοπίο γύρω μας. Και κυρίως τους ίδιους μας τους εαυτούς.
Ο Σ. φλανάρει στο τοπίο-νεκροταφείο της λεωφόρου ΝΑΤΟ (τι όνομα!) και στοχάζεται πάνω σε προσωπικά και συλλογικά βιώματα. Ένα βιβλιαράκι που θέλει σίγουρα επανάγνωση.
Το γραπτό του, γεννημένο ανάμεσα στις καλαμιές, τα ξεχαρβαλωμένα πεζοδρόμια, τα χέρσα χωράφια, τους τσιμεντένιους κύβους, τις ξεφτισμένες πινακίδες και τα συρματοπλέγματα της λεωφόρου ΝΑΤΟ, διάστικτο από στοχασμούς για τον έρωτα, τη φθορά, το θάνατο, την απώλεια, είναι ένα έξοχο δείγμα δοκιμιακού λόγου, που ανταποκρίνεται πλήρως στις παρατηρήσεις που διατύπωσε ο Θέοντορ Αντόρνο στο κείμενό του «Το δοκίμιο ως μορφή», του 1958. «Το δοκίμιο», έγραφε, «αποφεύγει την αναγωγή σε μια αρχή, προβάλλοντας το αποσπασματικό, το μερικό μάλλον έναντι του ολικού. Η επιθυμία του (του δοκιμίου) δεν είναι να αναζητεί και να αποστάζει το αιώνιο από το μεταβατικό, αλλά μάλλον να κάνει το μεταβατικό αιώνιο». Κι αυτή η επιδίωξη ίσως να συμπυκνώνεται σ’ ένα μικρό απόσπασμα, μια σκέψη του συγγραφέα γεννημένη από τη θέα μιας ταμπέλας που γράφει «Εξηλασμένη πολυστερίνη»: «Ο ιδιωτικός βίος είναι παραπροϊόν εξελασίας κάποιου είδους, μια βιασμένη επεξεργασία που επιτρέπει στον άνθρωπο να προσαρμόζεται στις θερμοκρασίες του εκάστοτε πολιτισμού του, ή μάλλον να τις υπομένει κρυφίως και κατ’ ιδίαν πάντως ανεπιστρεπτί. Γιατί όπως είπε κάποτε ο φλανέρ κατεδαφησιολόγος Γιάννης Παπαδέλης, μία σανίδα δεν φυτρώνει ακόμη κι αν τη φυτέψεις».
Από τον Ασπρόπυργο ως την Ελευσίνα, ο Σινιόσογλου παρακολουθεί την αποσαθρωμένη νεότερη Ελλάδα να παρελαύνει υπό τις μελαγχολικές τυμπανοκρουσίες του έρωτα και της απώλειας, της φθοράς και του θανάτου. Μαζί του φλανάρει και η ίδια η αποχυρωμένη Αθήνα, που παρακολουθεί ενδεής τη σύγχυση της εσχατιάς της. «Τα αντικείμενα, οι πόλεις γερνάνε οργανικά· η αποσάθρωσή τους είναι εμφανής κι έντιμη, όχι σαν των ανθρώπων, όπου ποτέ δεν γνωρίζεις ποιος πράγματι τσακίζεται και πώς.»
Τα αντικείμενα, οι πόλεις γερνάνε οργανικά· η αποσάθρωσή τους είναι εμφανής κι έντιμη, όχι σαν των ανθρώπων, όπου ποτέ δεν γνωρίζεις ποιος πράγματι τσακίζεται και πώς.
Η αρχή του Kintsugi είναι πως τίποτα δεν είναι πιο ευτελές από το απολύτως νέο και τίποτα ευγενέστερο από τη νίκη επί του θρυμματισμού.
Ένα ζευγάρι πόδια, ένα μυαλό και μια καρδιά κάπως ηττημένη βρίσκονται στην ά-χρονη και ά-τοπη λεωφόρο Νάτο. Τα πόδια περπατάνε περνώντας μπροστά από πράγματα άχρηστα ή αχρηστευμένα. Το μυαλό προσπαθεί να συναρμολογήσει μια περιπλάνηση και η καρδιά δεν το αφήνει, μέχρι αυτό να παραδεχθεί πως ναι, έχει ξεχάσει· έχει ξεχάσει παρά τη σημαντικότητα, τη μοναδικότητα αυτού που συνέβη.
Απολαυστικό! Κάθε μικρή και μεγάλη παράγραφος, κάθε μικρή και μεγάλη ιδέα μπορεί να σταθεί ως αφετηρία για ατελείωτες άλλες αυτόνομες και μη περιπλανήσεις : από τις ενδότερες αντανακλάσεις σπλαχνικών εσόπτρων φορτωμένων με συλλογικές μνήμες που πασχίζουν να επιβιώσουν και ερωτικά απωθημένα που αποσυντίθενται, μέχρι την αποστροφή της αισχρότητας του σύγχρονου αστικού τοπίου μηδενική παρακαταθήκη μιας ασύμπηκτης κουλτούρας και ανάγκη αυτοπροσδιορισμού εκτός αυτής. Χορταστικό παρά την έκτασή του και βαθειά αυτοδιαγνωστικό!