Διάβασα το βιβλίο στην ελληνική γλώσσα σε μετάφραση της Δήμητρας Δότση
ΚΑΘΕ ΣΥΜΠΤΩΣΗ ΕΧΕΙ ΨΥΧΗ
Με το νέο βιβλίο του ο Stassi βάζει τον ήρωά του σε νέες περιπέτειες, διευρύνει το φάσμα των αναζητήσεών του, με ένα κείμενο πιο μεστό και μία πλοκή πιο σφιχτοδεμένη, που αγγίζει πέρα από τα λογοτεχνικά πράγματα, σύγχρονα προβλήματα που απασχολούν την πραγματική κοινωνία.΄Οπως π.χ. η δημιουργία επιστημονικού προλεταριάτου εξαιτίας της ανεργίας, το μεταναστευτικό, η γλωσσική ασυνεννοησία, το ρατσιστικό μίσος, και η αναζήτηση της ποιότητας, από μία πολυγραφότατη συγγραφέα,.
Το σαγηνευτικό αυτό μυθιστόρημα είναι μία διερευνητική περιδιάβαση στην Αιώνια Πόλη με τους ήχους των γαλλικών τραγουδιών που αγαπά ο ήρωας, μία διαδρομή στο διαχρονικό ανθρώπινο πνεύμα, το ελεύθερο αλλά και το εγκλωβισμένο σε μία βιβλιοθήκη, για να παραμείνει ανά τους αιώνες. Mία ελεγεία για την αναζήτηση της ρίζας - ταυτότητας, και την απώλεια του έρωτα. Οι συμπτώσεις του, έχουν πραγματικά “ψυχή”, και ίσως η μεγαλύτερη είναι αυτή που προϊωνίζεται στις τελευταίες σελίδες και που φαντάζομαι θα απολαύσουμε στη συνέχεια των περιπετειών του Βίντσε Κόρσο. Με προφανή αγάπη για τη γαλλική γλώσσα και κουλτούρα ο Stassi έχει προμετωπίδα σε καθένα από τα μικρά κεφάλαια της αφήγησής του ένα δίστιχο από το γνωστό ποίημα του Αντουάν Πολ
“ Les passantes” που μελοποιήθηκε και τραγούδησε ο Ζωρζ Μπρασσένς.
Je veux dédier ce poème
A toutes les femmes qu’on aime
Pendant quelques instants secrets
A celles qu’on connaît à peine
Qu’un destin différent entraîne
Et qu’on ne retrouve jamais...
Μεταξύ των πελατισσών του Βίντσε Κόρσο, - πρόκειται σχεδόν αποκλειστικά για γυναίκες - αν εξαιρέσουμε την επίσκεψη του ρατσιστή που η επίσκεψή του στον Βίντσε είχε άλλους σκοπούς, τον σημαντικότερο ρόλο στο βιβλίο παίζει η υπόθεση της κυρίας Μπαλντίνι – αδελφή ενός πολύγλωσσου σινολόγου - που χτυπημένος από αλτσχάιμερ νοσηλεύεται σε μία νευρολογική κλινική. Παρά τη γνώση τόσων γλωσσών, η γλώσσα του είχε οπισθοδρομήσει αγγίζοντας τους ήχους των μωρών. Σκοπός της επίσκεψης της Μπαλτίνι είναι να προτρέψει τον Βίντσε να βρει σε ποιο βιβλίο ανήκουν οι κάποιες μπερδεμένες φράσεις που επαναλαμβάνει ο άρρωστος αδελφός της.
Ο Βίντσε, αν και διαβλέπει τις πονηρές προθέσεις της Μπαλτίνι για πιθανό κρυμμένο ''θησαυρό'', μέσα από την πρεμούρα της να προλάβει τη λύση πριν από την τελική απώλεια μνήμης του αδελφού της, προσπαθεί με κάθε τρόπο να διαλευκάνει το μυστήριο ξεκλειδώνοντας πιθανούς κώδικες, μέσα από τις ασυνεχείς, σχεδόν ασυνάρτητες φράσεις του.
Τις πρώτες ''βοήθειες'' του έδωσε ο γνωστός και από το προηγούμενο βιβλίο, θυρωρός της πολυκατοικίας Γκάμπριελ, μετανάστης από Αργεντινή στη Ρώμη. Πρόκειται για το τρούκο, ένα παιχνίδι χαρτιών που παιζόταν στην πατρίδα του.
“ Θα είμαστε πάντα ο ξένος κάποιου άλλου, δεν είναι ανόητο...”
Ακολούθησε η βοήθεια από τον φίλο του παλαιοβιβλιοπώλη Εμιλιάνο. Ιδιαίτερα ωραία δοσμένη η αφήγηση της πιθανότητας να παίξει κανείς στα χαρτιά (αφού έχει μείνει ταπί) κάποια από τις αναμνήσεις του. Ο Βίντσε πιθανολογούσε ότι οι ακατάληπτες φράσεις του σινολόγου, αφορούσαν κάποια προσωπική του ανάμνηση.
Η Κινέζα Φενγκ, καθηγήτρια Κινέζικης γλώσσας, που τυχαία γνώρισε σε μία από τις περιδιαβάσεις στην αιώνια πόλη, μαζί με τον σκύλο του, ο Βίντσε, μετά τη συζήτηση του θέματος που τον απασχολούσε του δίνει κάποια στοιχεία μεταξύ των οποίων τον “κωδικό” αριθμό των βασικών ιδεογραμμάτων από τα οποία σχηματίζονται οι υπόλοιπες λέξεις της κινεζικης γλώσσας.
" Η Φενγκ είχε πει ότι μπορούσα να διαβάσω τη Γένεση σαν την αφήγηση της γέννησης ενός λεξικού”.
Το ζήτημα της γλώσσας, από την περίοδο γέννησης των γλωσσών, ως μέσου επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων απασχολεί πολύ τους δύο ήρωες με αναφορές στη Βαβέλ και στην ασυννενοησία, ειδικά και μεταφορικά, τότε και διαχρονικά.
"Θαρρείς και δεν ειχαμε αντιληφθεί ποτέ τόσο ξεκάθαρα, ακόμα και μεταξύ μας τη βαβελική ασυνεννοησία που χωρίζει όλα τα ανθρώπινα πλάσματα”.
Πόσο τυχαία αναφέρονται στο θεόρατο κτίσμα της Βαβέλ, με όλα τα είδη των ζώντων και ποια η σχέση με τις σημερινές πόλεις και τους ουρανοξύστες;
" ΄Ισως η κατάρα των ουρανοξυστών να ξεκινούσε από κει, σκέφτηκα, όταν θυμήθηκα ότι η 11η Σεπτεμβρίου είχε σηματοδοτήσει το τέλος της νιότης πολλών ανθρώπων, συμπεριλαμβανομένης και της δικής μου”.
'Οταν η Μπαλτίνι επιτρέπει στον βιβλιοθεραπευτή να επισκεφθεί την περίφημη βιβλιοθήκη του άρρωστου σινολόγου, κορυφώνεται η πλοκή του μυθιστορήματος. Ο Βίντσε εντυπωσιάζεται από την σχολαστικά επιμελημένη ταξινόμηση βιβλίων και αντικειμένων.
“Ισως πάλι, αυτό το άγχος του να ταξινομεί τα πάντα να ήταν σύμπτωμα της ασθένειάς του. Το ξέρετε ότι κάποιες ενδείξεις μπορούν να εμφανιστούν ακόμα και σαράντα χρόνια προτού διαγνωστείς” , δηλώνει η Μπαλτίνι.
“ Η φύση αποκαθιστά πάντα το χάος από το οποίο πασχίζουμε να σωθούμε”, σκέφτεται ο Κόρσο.
Η αναζήτηση των στοιχείων που πιθανόν θα του δώσουν τη λύση γίνεται ιδιαίτερα μυστηριώδης, τα σημάδια που αναζητά μέσα από τις σελίδες των σπάνιων βιβλίων, εξάπτουν τη φαντασία του αναγνώστη. Ο Βίντσε χρησιμοποιεί κάθε πιθανό κώδικα για τη λύση του μυστηρίου. Σε κάποιο σημείο μου θύμισε Νταν Μπράουν. Ο Stassi εχει βέβαια ένα ξεχωριστό αφηγηματικό στυλ. Πολλά από τα βιβλία περιέχουν εσωτερικά κάποιες κομμένες σελίδες από άλλα βιβλία, πράγμα που εξάπτει την φαντασία και την περιέργεια του βιβλιοθεραπευτή. Εδώ “ανακαλύπτει” ένα αγαπημένο και δικό μου απόσπασμα από τον Στόουνερ, ένα βιβλίο που τόσο πολύ προτιμήθηκε από το αναγνωστικό κοινό στην επανέκδοσή του.
Θα βοηθήσει άραγε στη λύση του μυστηρίου ; Θα καταφέρει να δώσει κάποια θετική απάντηση στην πελάτισσά του ή θα παραιτηθεί;
Στο μεταξύ ο Βίντσε βρίσκεται τυχαία σε μια διαδήλωση μεταναστών, μπλέκεται ανάμεσά τους, φωνάζει τα συνθήματά τους, μέχρι να επέμβει η Αστυνομία, όπου ανάμεσά τους διακρίνει και τον ρατσιστή που τον είχε επισκεφθεί.
“ Για πρώτη φορά συνειδητοποίησα ότι είχα περάσει ένα όριο. Τη γραμμή που χωρίζει τα επινοημένα πράγματα από τα πραγματικά. Την τύχη από τη βία. Την αδικία από την ευθύνη. Τον έρωτα από τις συμπτώσεις. Τώρα ήξερα πως ήταν αληθινή κάθε λέξη που λέγεται και που γράφεται ή ξεχνιέται και που θα έπρεπε πάντα να αιτιολογείται. ΄Ηταν αληθινές όλες οι προσβολές κι όλες οι αγκαλιές των τελευταίων χρόνων, όλες οι αναμνήσεις που είχα χάσει, όλα τα μυστικά κρυμμένα στις αποθήκες των βιβλιοθηκών.”
Καθόταν στη μπυραρία που σύχναζε όταν από “σύμπτωση” είδε μία κυρία να βγαίνει από ένα ταξί. ΄Ηταν σίγουρος ότι ήταν αυτή! Την πλησίασε και την ενημέρωσε ότι βρισκόταν αλλού αυτός που έψαχνε. Εκείνη του εξομολογήθηκε:
“ Είχαμε δημιουργήσει έναν κώδικα. Ξέραμε κι οι δύο ότι χρησιμοποιούσαμε τις φωνές των άλλων για να πούμε ό,τι δεν είχαμε το κουράγιο να εκστομίσουμε”.
Ψάχνοντας την Φενγκ κοντά στο Πανεπιστήμιο,ο Βίντσε βλέπει μια σχισμένη αφίσα:
“ Η άκρη μιας αφίσσας που υποκινούσε το ρατσιστικό μίσος χτυπούσε από τον αέρα πάνω σ΄έναν τοίχο. ΄Επιασα τη γωνία της με τα δυο μου δάχτυλα και την τράβηξα για ν΄ακούσω τι θόρυβο κάνει, τι θόρυβο κάνει η αλήθεια όταν ξεσκίζεται”.
Αναρωτιέται για την αλήθει��, για τον λόγο που διάλεξε αυτό το “επάγγελμα”, τελικά ποιον ήθελε να θεραπεύσει ; Ποιό ερώτημα τον βασάνιζε, τι θα σκεφτόταν ο ρεσεψιονίστας στο ξενοδοχείο Νεγκρέσκο που λάβαινε καθημερινά εκείνη την καρτ ποστάλ χωρίς συγκεκριμένο παραλήπτη; Είχε ο ίδιος καταφέρει να βρει το κατάλληλο βιβλίο για να θεραπευτεί από την απώλεια της Σερένα;
“ Σκέφθηκα πως μπορούμε να φυλαγόμαστε από τα πάντα, όχι από τον ίδιο μας τον εαυτό”.
Ο Fabio Stassi, υπογράφει πάλι ένα βιβλίο για την αγάπη στη λογοτεχνία, με αναφορές και αναλύσεις σπουδαίων γνωστών και παν��ελώς άγνωστων έργων, (υπάρχει αναλυτικός κατάλογος των βιβλίων στο τέλος της έκδοσης) εμπλέκοντας στη νουάρ αφήγηση του το σασπένς που διεγείρει τη βουλιμία του αναγνώστη για την επόμενη σελίδα. Διανθίζει τον λόγο του με ειρωνεία, πικρό υποδόριο χιούμορ και σαρκασμό, για τη σημερινή επαγγελματική και οικονομική κατάσταση των νέων, για τη μίξη γλωσσών και των χρωμάτων με όλα τα συμπαρομαρτούντα, για τον αληθινό έρωτα ή τον συμπτωματικό, για το μέλλον της λογοτεχνίας, για την ταυτότητα. Θέτει πλήθος ερωτημάτων για κάθε επίμονο αναγνώστη, κεντρίζοντας την ευφυϊα του. Επανασυστήνει έναν ήρωα που πραγματικά ο αναγνώστης θέλει να μάθει τη συνέχεια των περιπετειών του.
΄Ενα σαγηνευτικό βιβλίο, σε μία πολύ καλή μετάφραση και πάλι της Δήμητρας Δότση. Το συνιστώ ιδιαίτερα σε όσους πραγματικά αγαπούν τη λογοτεχνία!
(publishet in Fractal- literature magazine) Τζένη Μανάκη