Πριν αρκετούς μήνες μπήκα στην Πολιτεία να δω αν υπάρχει τίποτα καινούργιο, ή κάποια επανέκδοση. Εκεί που χάζευα, βρήκα αυτό το βιβλίο. Παρότι θα απέρριπτα, όπως και ανέκαθεν απέρριπτα το Ζολά, διότι δε με εκφράζει το νατουραλιστικό ρεύμα, μου έκανε εντύπωση πως προερχόταν από εκδόσεις Οξύ. Οι συγκεκριμένες εκδόσεις δεν ασχολούνται με την κλασική λογοτεχνία, ειδικεύονται μάλλον στη λογοτεχνία τρόμου, επομένως σκέφτηκα πως ενδέχεται να υπάρχει κάποια σκοτεινή πτυχή στο μυθιστόρημα και αποφάσισα να το πάρω. Ωστόσο τελικά ήταν εξαντλημένο. Επειδή όμως το έβαλα κατά νου, έψαξα να το βρω στα παλαιοβιβλιοπωλεία. Όταν τελικά το βρήκα και επειδή είχα αποφασίσει να το διαβάσω, παρότι βρήκα και τις δυο εκδόσεις, εντούτοις τελικά και ενδεχομένως η προκατάληψη μου να είναι λανθασμένη επειδή δεν εκτιμώ την επιμέλεια, το αμπαλάζ αν θέλετε των συγκεκριμένων εκδόσεων και αφού είχα επιλογή προτίμησα τις εκδόσεις Στάχυ.
Όταν το παρέλαβα μαζί με άλλα βιβλία που περίμενα με μεγάλη προσμονή, η αλήθεια είναι πως μου ξαναήρθε η δυσθυμία σχετικά με το νατουραλισμό και το σκέπασα με άλλα βιβλία αφήνοντας το για κάποια στιγμή. Πριν λίγο καιρό που ξεσκόνιζα, το βιβλίο έπεσε κάτω κι όπως το σήκωσα είδα που έγραφε στο οπισθόφυλλο αντί για περίληψη ένα σχόλιο που είχε κάνει για το μυθιστόρημα αυτό, ένας συγγραφέας που εκτιμώ, ο Μωπασάν: << Στην πικρή ειρωνεία της Χαράς της ζωής ο Εμίλ Ζολά περικλείει μ’ ένα θαυματουργό τρόπο όλη την ανθρωπότητα. Στη Χαρά της ζωής γράφει με μεγαλείο την ιστορία μιας συνηθισμένης αστικής οικογένειας που οι δυστυχίες της ζωής έχουν ως σκηνικό τη θάλασσα, την άγρια θάλασσα, όπως η ζωή ανελέητη, σαν κι εκείνη ακούραστη, που ροκανίζει σιγά σιγά ένα μικρό ψαροχώρι χτισμένο στην καρδιά κάποιας απόκρημνης ακτής. Και πάνω απ’ όλη αυτή την ιστορία πλανάται το μαύρο πουλί με τ΄απλωμένα φτερά: ο θάνατος >>.
Στη συνέχεια άρχισα να διαβάζω τον πρόλογο. Μέχρι που καθώς διάβαζα και πήγε το μάτι παρακάτω είδα το όνομα Σοπενάουερ –ένα φιλόσοφο τον οποίο εκτιμώ ιδιαίτερα- όπου γράφει πως ο γιος της οικογένειας επηρεάζεται απ’ τις θεωρίες του Σοπενάουερ. Σ’ εκείνο το σημείο σχεδόν έχω πειστεί να το διαβάσω. Θυμήθηκα τη φράση που προσπέρασα και γυρίζω να την ξαναδιαβάσω: ο πατέρας της οικογένειας πάσχει από αρθρίτιδα. Η απόφαση πάρθηκε, το ξεκίνησα αμέσως.
Θα ήθελα να πω σ’ αυτό το σημείο και το θεωρώ μεγάλη πρόοδο πως έχω φτάσει στο σημείο να το παραδέχομαι ανοιχτά, είμαι η τρίτη γενιά που κληρονομώ την αρθρίτιδα. Ξεκίνησε με τον παππού μου το 1903. Το 1903 είναι κοντά χρονικά με την περίοδο που γράφτηκε το μυθιστόρημα μα ωστόσο στην Ελλάδα δεν ήταν τόσο διαδεδομένα τα πράγματα σχετικά με το τι προκαλεί η αρθρίτιδα. Ήθελα λοιπόν να δω αν σε αυτό το βιβλίο θα γινόταν μια απλή αναφορά ή αν θα έπαιζε ενεργό ρόλο η αρθρίτιδα. Και έπαιζε. Όχι μόνο έπαιζε, αλλά οι περιγραφές των καταστάσεων, των συναισθημάτων του Σαντό, ακόμη και η τάση για το αμαρτωλό φαγητό που όποιος πάσχει από αρθρίτιδα μπορεί να καταλάβει και γιατί υπάρχει και ποιες οι συνέπειες, ήταν όλα εκεί. Επίσης, στο τελείωμα του βιβλίου που κλείνει με μια φράση του Σαντό, είναι χαρακτηριστικό πως στην αρθρίτιδα οι πόνοι είναι ανεξάντλητοι, όσο και η αίσθηση να πέφτουν πράγματα, να χάνεται η αφή, αυτό το να νιώθεις άχρηστος και ωστόσο αν ρωτήσετε οποιονδήποτε πάσχει από ρευματοπάθειες θα σας πει αυτό που λέει κι ο Σαντό, πως πρέπει να ‘σαι χαζός για να μη θες τη ζωή. Έκλαψα με τις αναφορές στην αρθρίτιδα, γιατί είναι κομμάτι της ζωής μου, τόσο με τους ανθρώπους που μεγάλωσα, όσο και που σε ‘μενα εμφανίστηκαν τα συμπτώματα σε πολύ νεαρή ηλικία. Γι’ αυτό και θα ήθελα όσοι θα το διαβάσετε, ή το έχετε ήδη διαβάσει να μην κρίνετε πολύ αυστηρά τη μητέρα Σαντό για τη φαινομενική αναλγησία της. Έχω υπάρξει στο ρόλο του συμπαραστάτη, όσο και στη θέση του πάσχοντα. Είναι δύσκολο να καταλάβουν οι άλλοι το μυρμήγκιασμα, την αγκύλωση, την ακινητοποιήση, τον πόνο που είναι σα να ζεις με ένα βόμβο μέσα στ’ αυτιά και που όταν παύει, αποσυντονίζεσαι, δεν το πιστεύεις. Οι άλλοι, δε σημαίνει πως ποτέ δεν προσπάθησαν, αλλά ο αρθριτικός είναι δύσκολος άρρωστος. Ευτυχώς τώρα πια υπάρχουν φάρμακα που κάνουν τη ζωή πολύ ευκολότερη, παρότι πάντοτε η χημεία έχει τις απώτερες συνέπειες της.
Θα περίμενε κανείς πως ο τρόπος που αντιμετωπίζει ο Ζολά το Σοπενάουερ θα με ξένιζε, ή θα με ενοχλούσε. Το θέμα όμως είναι πως αντιμετωπίζει το Φιλοσοφικό σύστημα του Σοπενάουερ με πολύ μεγάλο σεβασμό και είναι σαφές ότι υπάρχει γνώση του έργου του. Τονίζει όμως ένα πολύ σημαντικό θέμα και προσωπικά του βγάζω το καπέλο: Ακόμα και ένα μολύβι στα λάθος χέρια μπορεί να γίνει φονικό όπλο. Έχουμε λοιπόν τον νεαρό Λάζαρο Σαντό όπου τον μεγάλωσε η μάνα του με ένα πατέρα απών στην αρχή λόγω υποτονικού χαρακτήρα που βολεύτηκε στη γυναίκα του και στα ύστερα χρόνια λόγω της αρθρίτιδας και που είχε ένα διαρκή φόβο πως το παιδί αυτό είναι σαν τον παππού του, δηλαδή μια ευμετάβλητη φύση που κάνει πολλά πράγματα πρόχειρα και φαίνεται πως τον μεγάλωσε με το φόβο αυτό κάνοντας του τα χατίρια και δημιουργώντας φιλοδοξίες για ανώτερες θέσεις, απ’ τις οποίες κράτησε μόνο τη δίψα για μεγαλείο ή αναγνώριση και όχι την ιδέα του σκοπού, του σαφή στόχου. Σε όλα αυτά η οικογένεια ξέπεσε οικονομικά και μετακόμισε σε ένα ψαροχώρι όπου δεν υπάρχει καμιά πιθανότητα για ανέλιξη σε τοπικό επίπεδο και για την ακρίβεια υπάρχει μόνο θάλασσα. Θάλασσα που σε κάθε φούσκωμα της ‘’τρώει’’ το μισό χωριό.
Ο Λάζαρος λοιπόν δοκιμάζει τη μια αποτυχία μετά την άλλη με τη μάνα πάντα να διατηρεί μια στάση του τύπου ‘’δεν πειράζει θα προσπαθήσεις πάλι, ή έφταιγαν οι συνθήκες, ή έφταιγαν άλλοι’’ ακόμη κι αν οι άλλοι είναι εκείνοι που του έδωσαν την ευκαιρία. Παράλληλα πάσχει από κατάθλιψη, το υπαρξιακό άγχος είναι διαρκές. Προσελκύεται στο Σοπενάουερ επειδή τον τραβάει η λέξη πλήξη. Ναι σε μια τέτοια περίπτωση ο Σοπενάουερ είναι καταστροφικός. Το ίδιο όμως καταστροφικά αποδεικνύονται στα χέρια του τα βιβλία της Ιατρικής. Και αυτό είναι το σημείο που θα κάνω μια υπέρβαση γιατί ο Λάζαρος αφήνεται να ζει έτσι με τη διαρκή εντύπωση πως κάποιος συγγενής ήταν έτσι και αυτό δεν αλλάζει. Το ίδιο λέγεται και για τις ζήλιες της Πολίν. Ωστόσο το έργο στην πραγματικότητα δεν είναι νατουραλιστικό, αλλά ρεαλιστικό. Το αποδεικνύει η προσπάθεια της Πολίν, το αποδεικνύουν τα λόγια της Πολίν προς το τέλος του βιβλίου σε Σαντό πατέρα και γιο, ότι όχι το παιδί του ενός και εγγόνι του άλλου, ακόμα κι αν μοιάζει σ’ αυτούς τους δύο, εκείνη θα το μεγαλώσει και δε θα επιτρέψει να γίνει έτσι. Και για να κλείσω το θέμα με το Σοπενάουερ, παρότι δεν είναι πολύ ορατό η ίδια η Πολίν τελικά αντιλαμβάνεται το λόγο του Σοπενάουερ, πως ποτέ και πουθενά δεν ανέφερε το Μάταιο. Άλλο Μηδαμινότητα, άλλο Ματαιότητα. Το ένα φέρνει στο νου αυτό το ως προς τι να ζήσω που αναφωνεί ο Λάζαρος και το άλλο σου λέει να προτάξεις το στήθος μπροστά και να ζήσεις.
Η μητέρα Σαντό λοιπόν είναι δεσποτική, ισχυρή, εκείνη που καθορίζει κι οι άλλοι ακολουθούν. Είναι έρμαιο ενός παρηκμασμένου ‘’ντε’’ στην οικογένεια της και ενός συζύγου άρρωστου με ένα γιο που ψυχανεμίζεται την ευαισθησία και τη μεταβλητή φύση του και που τελικά χαντακώνεται σε ένα χωριό και σαν από μηχανής θεό αποφασίζει να αξιοποιήσει τα χρήματα που κληρονομεί η ανηψιά της και σιγά σιγά προχωράει και σε μεγαλύτερες ηθικές εκπτώσεις που οδηγούν και στην απώλεια της συμπόνιας και της αγάπης για το ορφανό.
Η Πολίν όπως και η Σαντό τελικά είναι η φωνή του Ζολά που προστίθεται στη φωνή άλλων πως η γυναίκα είναι ίση και όμοια με τον άντρα και δικαιούται την ίδια ευκαιρία στη ζωή.
Η Πολίν όμως είναι κάτι πολύ περισσότερο, είναι η αδερφή της Λαμιέλ απ’ το ομώνυμο μυθιστόρημα του Στεντάλ, είναι η αδερφή της κυρίας Γκρασλέν απ’ τον Εφημέριο του χωριού του Μπαλζάκ, είναι η αδερφή της Σαρλότε απ’ τις Εκλεκτικές συγγένειες του Γκαίτε. Γυναίκες που ζητούν τη γνώση, τη μάθηση, τη δραστηριότητα και τη ηθική αναγνώριση, την ικανότητα, το δικαίωμα να χαρακτηρίζονται άνθρωποι στην πράξη και όχι μόνο στα χαρτιά. Απλόχερες, γενναίες, μαχήτριες σε μια πάλη με τα μειονεκτήματα τους. Στην περίπτωση του Ζολά, ενός νατουραλιστή, είναι η ρεαλιστική θεά, η λογική, όχι η τέλεια, αλλά αυτή που προσπαθεί. Η Πολίν είναι η προσωποποίηση της μάχης με το καραμελάκι πως κανένας δε μπορεί να ξεπεράσει το γενετικό υλικό του, με τη νίκη πάνω στην έμφυτη ζήλια και τη φιλαργυρία με όπλο την αγάπη, τη λογική και τη συμπόνια, με πίστη πως ο άνθρωπος καθορίζει ποιος θέλει να ‘ναι. Πολίν: τέλεια ελλιπής και έξοχα ολοκληρωμένη.
Το ψαροχώρι. Τι υπέροχη φράση που αναφωνεί κάπου η Πολίν στο Λάζαρο, να μη γίνεται άδικος, να μη γίνεται κακός, μόνο οι φτωχοί έχουν αυτό το δικαίωμα. Οι κάτοικοι του χωριού έρμαια της εξαθλίωσης τους που όμως κι αυτό είναι πικρά διαχρονικό δε θέλουν ο ξένος, το βουτυρόπαιδο να αποδειχτεί πως θα τους σώσει με μια ιδέα, παίρνουν το μέρος της θάλασσας, τη στιγμή που θα τους συντρίψει εύχονται να διαλύσει την κατασκευή του ξένου. Μα παράλληλα δέχονται την ελεημοσύνη, δείχνουν το χειρότερο τους εαυτό προκειμένου να την έχουν κι η Πολίν ακούραστη να βοηθήσει, όχι για ‘κεινη, γι’ αυτούς. Κι ας μην το καταλαβαίνει ποτέ ο Λάζαρος.
293 – 299 το ψυχορράγημα του Ματιέ νομίζω είναι απ’ τις ωραιότερες και πιο σπαραχτικές στιγμές σε βιβλίο.
340 – 342 άφωνος! Λαμπρή, εκτυφλωτικά βίαιη, στιγμή. ��υγκλονιστική κι ανθρώπινη.
421 – 423 Η στιγμή που η Πολίν δίνει πνοή στο μωρό, εκεί που λες πόσο ακόμα να το απογειώσει;
5 αστέρια γι’ αυτό το εκπληκτικό βιβλίο, για την καθαρότητα του.