Ο αφηγητής του βιβλίου επιστρέφει στο Σπίτι Παιδιού όπου μεγάλωσε, στην Πλατανιά Δράμας, αλλά και στα γύρω χωριά. Είναι ένας τόπος ζεστασιάς, παιχνιδιού και χαράς. Εκεί το παιδί αντικρίζει τη ζωή και το θάνατο - τα μάτια του είναι αθώα. Ανέμελα περάσματα, χωρίς την άδεια των μεγάλων στα ακατοίκητα σπίτια, με το εξαπτέρυγο στα χέρια στην εκκλησία, παίζοντας κρυφτό στα νεκροταφεία. Προσπαθεί να ξετυλίξει, μέσα από τα μισόλογα συγγενών και ξένων, τις ατομικές ιστορίες καθενός, αλλά και το περίπλοκο κουβάρι που είναι οι συλλογικές ρίζες.
Είναι πολλά πράγματα που με συγκίνησαν σε αυτό το βιβλιαράκι με το έξοχο εξώφυλλο, αλλά αυτά είναι δικά μου και τα κρατάω για μένα, να 'χω λίπασμα να θρέψω τις δικές μου ρίζες. Γιατί αυτό που μας ριζώνει σ' έναν τόπο, αυτό που τον κάνει Πατρίδα, δεν είναι οι σημαίες και τα ταμπούρλα: είναι τα πεθαμένα μας.
Είναι κάτι μικρά βιβλιαράκια (σε όγκο) που ίσως και να φαίνονται απλά, αλλά δεν είναι. Το Σπίτι Παιδιού σε γυρνάει στις ρίζες, στο σπίτι (όπως λέει και ο τίτλος) και στην παιδική ηλικία (όπως επίσης λέει ο τίτλος). Εν προκειμένω, καταπιάνεται αυτοβιογραφικά με τη ζωή στην επαρχία και κυρίως με το πώς ως παιδί βιώνει τις διαφορές απώλειες συγγενών και συγχωριανών. Στο βιβλίο εμπεριέχονται πολλά κομμάτια παράδοσης γύρω απο το τελετουργικο της κηδείας, στο σύνολο του και όχι μόνο στην εκκλησία, στοιχείο που αγγίζει κυρίως την επαρχία. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να λειτουργήσει για μένα ως αναγνώστρια και πιο βιωματικά το βιβλίο σε αρκετά σημεία. Επιπλέον, έχει πολύ ενδιαφέρον η ματιά του παιδιού απέναντι στο θάνατο του συγγενή, του γείτονα, ενός γνωστού προσώπου ή ακόμα και ενός άγνωστου. Πρόκειται γι αυτή την αίσθηση που έχουμε μέχρι μια ηλικία ότι και οι νεκροί έχουν ανάγκες όπως και οι ζωντανοί, ένα νεκρό παιδί έχει ανάγκη παιχνίδια, ένα νεκρό ζευγάρι έχει ανάγκη να είναι μαζί, κάθε νεκρός έχει ανάγκη να έχει έναν περιποιημένο τάφο αφού εκεί είναι το "σπίτι" του κ.ο.κ. Ως εκ τούτου αυτό που θαύμασα πιο πολύ στο συγγραφέα είναι ότι έχει δώσει ένα άρτιο βιβλίο διατηρώντας μια απλότητα που δημιουργεί το αίσθημα ότι το ίδιο το παιδί αφηγείται ακριβώς αυτά τα γεγονότα όπως τα βίωσε. Χωρίς εξεζητημένο λόγο, χωρίς φτιασιδώματα και ενήλικα πράγματα, είναι λες και όλα αυτά βιώνονται αυτή τη στιγμή. Και το θαύμασα ακριβώς γιατί πιάνω τον εαυτό μου πολλές φορές μεγαλώνοντας να δυσκολεύεται να ανακαλέσει πολλά βιώματα της παιδικής ηλικίας, πόσο μάλλον να μπορούν αυτά να μεταφέρονται τοποθετώντας τον αναγνώστη μέσα στο πλαίσιο των γεγονότων.
σήμερα που η υλική υπόσταση του θανάτου έχει εξοστρακιστεί από τη ζωή των ανθρώπων, έρχεται το βιβλιαράκι αυτό να τον εξημερώσει· να μιλήσει για τον θάνατο ως κάτι απτό, σωματοποιημένο και του να δώσει τη θέση που μέχρι πρόσφατα κατείχε –που ίσως ακόμη κατέχει στην επαρχία: τη θέση του μέσα στην καθημερινότητα, μαζί με τους γάμους, τα γεννητούρια, τις πίκρες –όλα τα ανθρώπινα.
[διαβάζοντας για τους τουρκόφωνους πρόσφυγες και για όλα αυτά τα επίθετα σε -όγλου συγκινούμουν: βρε λες η μάνα μου να έχει δίκιο και όντως να τραβάει το αίμα;]
Ένα βιβλίο που διαβάζεις γρήγορα τόσο λόγω των σελίδων όσο και λόγω του περιεχομένου. Το κεντρικό θέμα του βιβλίου είναι ο θάνατος, η κατανόηση του πόνου της απώλειας. Ο Κυριάκος Συφιλτζόγλου επιλέγει ως ήρωά του ένα παιδί για να προσεγγίσει το θέμα και μάλιστα ένα παιδί που δεν φοβάται τον θάνατο αλλά το βλέπει ως ένα γεγονός επακόλουθο που δεν μπορούμε να αποφύγουμε. Μέσα στις 32 αυτές ιστορίες του συγγραφέα μπήκα στην σκέψη του παιδιού και στην ψυχολογία του γεγονός που φανερώνει ότι ο συγγραφέας πέτυχε τον στόχο του. Τελικά κι εμείς οι ενήλικες μπορεί άλλοτε να εκφράζουμε τον πόνο μας άλλοτε πάλι να μένει μέσα μας, ωστόσο έχουμε αποδεχτεί ότι η απώλεια είναι μέρος της ζωής μας. Γλώσσα απλή, σύγχρονη, κατανοητή.
το βλέμμα των παιδιών είναι ο τόπος που χωράει και αγκαλιάζει τα πάντα: εργαλεία κηπουρικής και ζαρζαβατικά, θάλασσες από μνήματα, εξαπτέρυγα, σπαστό φραπέ, το κλάμα των αγελάδων. προκαλεί τους ήσυχα νεκρούς συγγενείς να παίξουν ποδόσφαιρο και κρυφτό. παρατηρεί τους μικρούς και τους μεγάλους θανάτους και τη ζωή, που είναι ό,τι συμβαίνει ανάμεσα.
ένα μικρομέγαλο βιβλίο γεμάτο εικόνες, ήχους, μυρωδιές. ένα βιβλίο γεμάτο μνήμες, γεμάτο ζωή και θάνατο. ένα βιβλίο που μου θύμισε πράγματα δικά μου και με έκανε να χαμογελάσω και να νιώσω οικεία.
«ετοίμαζε το θυμιατό με τα καρβουνάκια και το λιβάνι, κι εγώ έψαχνα τρύπες με μυρμήγκια στο χώμα. αν έβρισκα καμία, κολλούσα το’να μάτι μου, κοιτούσα τάχα μέσα στην τρύπα και φώναζα «γιαγιά με βλέπεις;»
Σήμερα θα σας παρουσιάσω ένα βιβλίο ιδιαίτερο, ένα βιβλίο που σε κάνει να αναπολησεις την παιδική σου ηλικία με μία διάθεση νοσταλγίας.Σας έχω αναφέρει πολλές φορές το πόσο πολυ απολαμβάνω να ανακαλύπτω νέους συγγραφείς μέσα από τα πονήματα τους γιατι είναι μια διαδικασία που εμένα προσωπικά με γεμίζει με το συναίσθημα της ανυπομονησίας για το αν θα αποδειχθεί διαμαντάκι. Η νουβέλα "Σπίτι παιδιού " του Κυριάκου Συφιλτζογλου από της εκδόσεις Αντίποδες είναι ένα ξεχωριστό και ιδιαίτερο βιβλίο γεμάτο αρώματα χαράς και θανάτου. Η ιστορία μας διαδραματιζεται στο Σπίτι Παιδιού όπου μεγάλωσε, στο μικρό χωριό Πλατανιάς της Δραμας, με ήρωα μας τον Κυριάκο ,ο οποίος αφηγείται τη ζωή της οικογένειάς του ,όταν ήταν σε ηλικία 7 ετών. Ένα ευαίσθητο παιδί,με τη δυνατότητα να αναγνωρίζει και να κατανοεί τα συναισθήματα των άλλων, ακόμα και όταν διαφωνεί μαζί τους, με βασικό προτέρημα του την ικανότητα του να αναζητά απαντήσεις για όλα. Ξετυλίγοντας το κουβάρι του θανάτου βλέπουμε να μας αποκαλύπτονται ατομικές ιστορίες κατοίκων του χωριού και να μας θυμίζουν ότι ο θάνατος είναι μέρος της ζωής μας.Ο Κυριάκος έχει συμφιλιωθει με το θάνατο ως παιδί, εμείς ως ενήλικες το έχουμε καταφέρει;
Εξαιρετικό ύφος. Οι ιστορίες του σε αφήνουν με ένα διαρκές χαμόγελο και ξαφνικά είμαστε όλοι στο σπίτι του παιδιού και κανείς δεν μπορεί να μας διώξει. Μπράβο. Να ήταν κι άλλο.
Το «Σπίτι Παιδιού» είναι μια αποσπασματική αυτοβιογραφία με ηθογραφικά στοιχεία, του Κυριάκου Συφιλτζόγλου που κυκλοφορεί απ’ τις εκδόσεις Αντίποδες. Ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής είναι ένα μικρό παιδί, το οποίο ανασύρει μνήμες του παρελθόντος από την παιδική του ηλικία με κεντρικά τους θέματα τη ζωή και τον θάνατο, έτσι όπως τα αντιλαμβανόταν μέσα από την τότε παιδική του οπτική. Ο Κυριάκος έζησε μαζί με τους γονείς του σε ένα Σπίτι Παιδιού, όπου ήταν ένα δίκτυο προνοιακών δομών της μετεμφυλιακής Ελλάδας που είχε οργανωθεί από το παλάτι, που αποτελούσε κύριο πολιτικό παράγοντα της εποχής. Πυρήνας των αναμνήσεών του αφηγητή αποτελεί το Σπίτι του Παιδιού, γύρω από το οποίο εκτυλίσσονται οι ιστορίες – μνήμες που συνθέτουν το βιβλίο.
Οι σύντομες ιστορίες του βιβλίου του Συφιλτζόγλου, όπως αναφέρθηκε ήδη, πραγματεύονται δύο έννοιες: τη ζωή και τον θάνατο. Ο αφηγητής Κυριάκος- ο οποίος ως συνονόματος του συγγραφέα στήνεται ως το λογοτεχνικό alter ego του- είναι και ο κύριος πρωταγωνιστής του έργου. Ανασύροντας τις μνήμες του παρελθόντος προσπαθεί όσο πιο παραστατικά μπορεί, να μας αφηγηθεί τις ιστορίες από τον τόπο του που θα απασχολήσουν το βιβλίο. Τα υπόλοιπα πρόσωπα που συνθέτουν το έργο του, είναι -γνωστά ή άγνωστα- πρόσωπα από το χωριό του, οι γονείς του και συγγενείς του. Ο αφηγητής προσεγγίζει τις θεματικές των ιστοριών του μέσα απ’ την αγνή παιδική ματιά του παρελθόντος του και αυτό δίνει έναν τρυφερό και χιουμοριστικό τόνο στην αφήγηση. Ας χωρίσουμε όμως τις θεματικές με βάση τις δύο έννοιες που διαπερνούν το έργο του.
Όσον αφορά την έννοια της ζωής, ο αφηγητής περιγράφει τα ανέμελα παιδικά του χρόνια, γεγονός που μας κάνει να ταυτιζόμαστε αναπολώντας και τη δική μας παιδική ηλικία. Μεταφέρει με τρόπο περίτεχνο και ζωντανό το προσωπικό του βίωμα στο Σπίτι Παιδιού και στα γύρω χωριά. Μας αφηγείται πως το Σπίτι Παιδιού ήταν το σχολείο του αλλά και το σπίτι του για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα. Μας αφηγείται τη ζωή εκεί. Από εκεί αφορμάται για να μας αφηγηθεί και τις υπόλοιπες ιστορίες του που σιγά – σιγά επεκτείνονται τοπικώς, στα γύρω χωριά. Έτσι, μαθαίνουμε για τοπικές συνήθειες του χωριού, για τις σχέσεις των ανθρώπων στην κλειστή αυτή κοινωνία, για τα παιχνίδια στα γήπεδα (αλλά και στα νεκροταφεία), για την αντιμετώπιση των αρχαιοτήτων εκείνη την περίοδο αλλά και για ένα ζήτημα που δεν μας είναι καθόλου άγνωστο, το φαινόμενο της εσωτερικής και εξωτερικής μετανάστευσης. Ο αφηγητής όμως ακόμα και μέσω του θανάτου επιδιώκει τελικά να δώσει φως στη ζωή και γι’ αυτό προσπαθεί να ανακαλύψει και να αφηγηθεί με αφορμή τον θάνατό τους, τις περίπλοκες ιστορίες των συγγενών και συγχωριανών του. Με αυτόν τον τρόπο προσπαθεί να δημιουργήσει τη δική του ιστορία, να εντάξει τον εαυτό του σε μία συλλογικότητα, ψάχνοντας να βρει στοιχεία που συνδέονται με εκείνον και τον κοινωνικό του περίγυρο. Ο θάνατος ενός συγχωριανού ή ενός συγγενή του γίνεται η αφορμή για τον Κυριάκο να μάθει λεπτομέρειες για τη ζωή του, να προσπαθήσει να τον γνωρίσει έστω και την ύστατη στιγμή και να τον τιμήσει συμμετέχοντας ενεργά στα ταφικά έθιμα.
Στην ίδια λογική όσον αφορά την έννοια του θανάτου (στον οποίο και επικεντρώνεται περισσότερο) ο αφηγητής μας αποκαλύπτει με ποιον τρόπο αντιλαμβανόταν με την παιδική του αθωότητα τότε τον θάνατο. Μας περιγράφει τις κινήσεις του και μας εξομολογείται τις τότε παιδικές του σκέψεις. Αρχικά, μας αφηγείται πώς προσεγγίζει τον θάνατο των συγγενών του και των συγχωριανών του. Ο θάνατος φαίνεται να έχει γίνει μία συνήθεια στο χωριό, γι’ αυτό και ο μικρός αφηγητής δεν φαίνεται να φοβάται, αντιμετωπίζει τον θάνατο σαν μία ευκαιρία να έρθει πιο κοντά στις ρίζες του, να γνωρίσει νέες ιστορίες. Ταυτόχρονα, συμπεριφέρεται με ευσέβεια και ενσυναίσθηση. Στα έθιμα ταφής μάλιστα, ο αφηγητής παίζει σημαντικό ρόλο. Μας αποκαλύπτει πως κάθε φορά που κάποιος πέθαινε, έτρεχε να χτυπήσει την καμπάνα, στις κηδείες σήκωνε τα εξαπτέρυγα (εκτός κι αν ο νεκρός ήταν κάποιος συγγενής του), πως πήγαινε με την οικογένειά του κάθε εβδομάδα να ανάψει το καντήλι των νεκρών συγγενών του. Ωστόσο, η περιέργεια και η λαχτάρα του να γνωρίσει κι άλλα πράγματα δεν τον σταματούσαν εκεί. Του κινούσαν το ενδιαφέρον και άλλοι τάφοι κι έτσι αντιλαμβανόμαστε πως δεν ήταν όλοι οι ίδιοι. Ο κάθε τάφος ήταν διαφορετικός αλλά πολύ συγκεκριμένοι του κέντριζαν το ενδιαφέρον περισσότερο.
Είναι σαφές ότι ο θάνατος είχε έναν ιδιαίτερο ρόλο στην καθημερινότητα της τοπικής κοινωνίας, τον είχε συνηθίσει αλλά τον κατανοούσε μόνο όσο του επέτρεπε η παιδική του φαντασία. Έτσι περί αυτό τον βρίσκουμε να συζητά με την μητέρα του:
«Τη ρώτησα «Πώς μπορούν οι νεκροί να αναπνέουν έτσι που είναι τόσο κολλητά ο ένας με τον άλλον εδώ;» Μου ‘πε πως εδώ τους έχουν για λίγο, όχι όπως στα χωριά. «Ε, τότε κι εγώ εδώ θέλω», της είπα, «για λίγο στην πόλη και μετά ξανά πίσω στο χωριό, ζωντανός».
Όμως παράλληλα με την ιστορία του τόπου που μεγάλωνε ο αφηγητής, το βιβλίο δεν παύει να αποτελεί και μία ιστορία ενηλικίωσης ενός παιδιού που μεγάλωνε στη Δράμα στη μετεμφυλιακή περίοδο. Όπως σε κάθε ιστορία ενηλικίωσης ταυτιζόμαστε με κάποιους κοινούς τόπους της παιδικής ηλικίας, όπως είναι ο μιμητισμός των μεγαλύτερων, στον οποίο καταφεύγει συχνά και ο πρωταγωνιστής, ίσως με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα την απόφασή του να αρχίσει το κάπνισμα. Όμως οι ιστορίες του Κυριάκου είναι τοποθετημένες σε ένα συγκεκριμένο ιστορικό τόπο και χρόνο, εκείνον της επαρχίας της μετεμφυλιακής περιόδου, για την οποία ο συγγραφέας μας προσφέρει διάφορες ενδιαφέρουσες πληροφορίες (με σημαντικότερη φυσικά το Σπίτι Παιδιού). Φυσικά και ο αφηγητής δεν είναι αποκομμένος απ’ την εποχή του και αυτό γίνεται ιδιαίτερα εμφανές όταν σε ένα διάλογο ξανά με τη μητέρα του προδιαγράφει το μέλλον του με σιγουριά:
«Μαμά ξέρεις πότε θα γίνω μεγάλος άντρας;»
«Πότε;»
«Όταν θα φύγουμε απ’ το Σπίτι Παιδιού και θα μένουμε συνέχεια στις εργατικές κατοικίες»
Ξεχωριστό στοιχείο του βιβλίου αποτελεί ο τρόπος που χειρίζεται τη γλώσσα ο συγγραφέας, ένας τρόπος εξόχως ποιητικός. Το βιβλίο χωρίζεται σε πολύ μικρά κεφάλαια, σχεδόν αυτοτελή μεταξύ τους, τα οποία ισορροπούν στο ενδιάμεσο μεταξύ πεζογραφίας και ποίησης. Με αυτό τον τρόπο η αφήγηση του πρωταγωνιστή αποκτά έναν έντονο λυρισμό, γεμάτο εναλλαγές συναισθημάτων.
Το Σπίτι Παιδιού αποτελεί ένα βιβλίο που στηρίζεται στην παιδικότητα, στο ηθογραφικό στοιχείο και στην αντίληψη του θανάτου. Επεκτείνεται ωστόσο και σε άλλα θέματα: στις ανθρώπινες σχέσεις, στην αλληλεγγύη, στον σεβασμό απέναντι στους νεκρούς. Προβληματίζει σχετικά με την ιδέα του θανάτου που μπορεί να έχει ένας άνθρωπος ως παιδί και ως ενήλικος, αλλά εκφράζει την άποψη πως ο θάνατος είναι κομμάτι της ζωής και η ζωή κομμάτι του θανάτου. Την ίδια άποψη έχει συμμεριστεί άλλωστε και ο Καζαντζάκης με τη φράση του «Αλάτι ο θάνατος και τη ζωή πολύ τη νοστιμίζει».
Το «Σπίτι Παιδιού» είναι μια ηθογραφική νουβέλα, με βιογραφικά και λαογραφικά στοιχεία, που κοιτάει στα μάτια τον μεγαλύτερο φόβο του ανθρώπου, τον θάνατο. Χωρίς να γίνεται μακάβριο, ο συγγραφέας προσπαθεί μέσω της παιδικής ματιάς ενός ανθρώπου σε ένα χωριό της μετεμφυλιακής Ελλάδας, να παρατηρήσει το περιβάλλον γύρω του, κρατώντας αμείωτο το ενδιαφέρον τόσο του ίδιου όσο και του αναγνώστη για το πώς ζούσαν τότε οι χωριανοί, ποια ήταν τα έθιμά τους, πώς ζούσαν και πώς θάβονταν όταν έβγαζαν την τελευταία τους ανάσα. Ο πρωταγωνιστής θέτει μονίμως ερωτήσεις αναζητώντας απαντήσεις.
Ο αφηγητής είναι ένα παιδί 7 ετών, γεμάτο με περιέργεια για τη ζωή, ποιητική στόφα αλλά και ενσυναίσθηση, που ζει στο χωριό «Πλατάνι» του νομού Δράμας. Με ξεχωριστό ψυχικό πλούτο, δίνεται η εντύπωση ενός παιδιού που περιέργως έχει ωριμάσει πριν από την ώρα του αλλά παράλληλα διακατέχεται από την αγνότητα που βλέπει τα πάντα γύρω του με χαρά και ανυπομονησία. Κατανοεί με μεγάλη ευκολία και άνεση τον συναισθηματικό κόσμο των συγχωριανών του και προσπαθεί να τους δώσει μια ευκαιρία να εξιλεωθούν, ακόμα και όταν διαφωνεί μαζί τους. Έτσι, λοιπόν, παρουσιάζεται η καθημερινότητα της αγροτικής ζωής, τις τοπικές συνήθειες μιας κλειστής κοινωνίας, τα έθιμα ταφής, τα γήπεδα, η ανεμελιά της παιδικής ηλικίας και γενικότερα ένας κόσμος που κάποτε υπήρξε πολύ συνηθισμένος για τον μέσο Έλληνα, ο οποίος ζούσε μακριά από την πρωτεύουσα και την αστικοποίηση.
Αυτό που πρέπει οπωσδήποτε να ειπωθεί είναι ότι το βιβλίο χαρακτηρίζεται από το συνεχόμενο παιχνίδι της εναλλαγής ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο. Συγκεκριμένα, ο θάνατος, για τον πρωταγωνιστή, δεν είναι το τέλος. Αντίθετα, κάθε φορά που κάποιος συγχωριανός πεθαίνει, το παιδ�� βρίσκει την αφορμή για να ψάξει και να ξετυλίξει την ιστορία της ζωής του. Ουσιαστικά, ο κάθε θάνατος είναι η γιορτή της ζωής. Επειδή το νήμα κόβεται, δε σημαίνει ότι πρέπει να ξεχαστούν οι άνθρωποι και οι ιστορίες. Εξάλλου, οι νεκροί αφήνουν για πάντα πίσω την ποίηση των ανθρώπινων σχέσεων. Η ζωή και ο θάνατος είναι η ίδια πόρτα που έχει δύο προσόψεις. Πρόκειται για ένα βιβλίο μεστό, λυρικό, συγκινητικό, υπαρξιακό, αλλά κυρίως, βαθιά ανθρώπινο.
32 σύντομες, μάλλον αυτοβιογραφικές, ιστορίες, με αφηγητή ένα νεαρό αγόρι στην επαρχία του νομού Δράμας στα 90s.
Το χρονικό πλαίσιο του βιβλίου είναι η πρώτη του επιτυχία, αφού παρότι αυτό δηλώνεται ρητά, η αφήγηση δημιουργεί την ψευδαίσθηση παλαιότερης περιόδου - κάτα δύο δεκατίες θα έλεγε κανείς. Αντίστοιχα, παρότι το μοτίβο των ιστοριών φαινομενικά είναι αρκετά επαναλαμβανόμενο, με κέντρο το νεκροταφείο του χωριού και μεγάλη πληθώρα από κηδείες, τελικά δεν κουράζει παρά ελάχιστα και πετυχαίνει να αναδείξει το κεντρικό θέμα της εγκατάλειψης.
Το μεγάλο πλεονέκτημα πάντως είναι το αυθεντικό και τελείως ανεπιτήδευτο ύφος της αφήγησης, που πετυχαίνει να κινητοποιήσει τον αναγνώστη χωρίς να εκβιάζει το συναίσθημά του ή να "χρησιμοποιεί" τον ανήλικο πρωταγωνιστή. Καλύτερα σημεία για μένα η ιστορία με τα walkie talkie και η αμέσως προηγούμενη με τη μπλε σκεπή - παρότι ο καθένας μάλλον θα βρει διαφορετικές ιστορίες που θα τον αγγίξουν περισσότερο.
33 σύντομες ιστορίες, φέτες ζωής, από τη παιδική ηλικία, απλές θα έλεγε κανείς, εκ πρώτης όψεως, που ξετυλίγονται όμως γύρω από το πιο βαρυσήμαντο θέμα της ζωής, και της λογοτεχνίας κατ' επέκταση, αυτό του Θανάτου. Δεν είναι όμως καθόλου «βαριά» η ανάγνωση της καλαίσθητης αυτής νουβέλας και αυτό γιατί ο συγγραφέας πετυχαίνει την απόλυτη ισορροπία. Πώς το κάνει αυτό; Στρέφει τα μάτια στο παιδί-αφηγητή, εκεί υπάρχει ελπίδα, εκεί ο κόσμος δεν έχει αρχίσει ακόμη να σκοτεινιάζει και να ξεθωριάζει μέρα παρά μέρα, εκεί ο θάνατος είναι κάτι πρωτόγνωρο. Μάλιστα, του είναι τόσο πρωτόγνωρος ο Θάνατος που η παιδική αφέλεια και αθωότητα ενός παιδιού του επιτρέπουν να τον δει ως ένας είδος παιχνιδιού. [https://logophilegiatoufiloustoulogou...]
«Ετοίμαζε το θυμιατό με τα καρβουνάκια και το λιβάνι, κι εγώ έψαχνα τρύπες με μυρμήγκια στο χώμα. Αν έβρισκα καμία, κολλούσα το 'να μάτι μου, κοιτούσα τάχα μέσα στην τρύπα και φώναζα 'Γιαγιά με βλέπεις;'»
«Τόσο δρόμο πήρανε, η Δέσποινα από την Καππαδοκία, ο Συμεών από την Αργεντινή, και τώρα δυο σάπιοι σταυροί που ούτε για προσάναμμα δεν κάνουν. Σαν να μην έζησαν έτσι ποτέ αυτοί οι δυο και τόσος δρόμος λες και δεν έγινε, ενώ έγινε και φτάσανε στον Καλό Αγρό, και λες και δεν φτάσανε, ενώ εδώ πιο κάτω, δυο μέτρα κάτω ξαπλωμένοι. »
«Στο δρόμο σκεφτόμουν ότι τώρα που ο καθένας θα 'ναι μαζί με τη γυναίκα του στον ίδιο τάφο, θα 'ναι σαν να είναι ο καθένας στο σπίτι του (...) και η σόμπα στο δωμάτιο μπουμπούνιζε και τα κάστανα πάνω της ξεφλούδιζαν και μοσχοβολούσε ο τόπος. »
Ωραία γραφή, μεταδίδει την παιδική αθωότητα του μικρού ήρωα σε συγκινητικό βαθμό. Ωστόσο δεδομένου του ότι η αφήγηση συμβαίνει τριάντα περίπου χρόνια μετά τα γεγονότα δεν ξέρω κατά πόσο ταιριάζει στον "πραγματικό" αφηγητή.
Ωραίο και το θέμα, αν και μετά την τρίτη-τέταρτη κηδεία το πράγμα καταντάει λίγο αστείο. Έχει θαφτεί η μισή Δράμα μέσα σε λιγότερες από 100 σελίδες...
Νοσταλγία επίσης και με φράσεις ή λέξεις όπως: "Να τον πάω ένα παγούρι κρύο νερό" "Σαντουιτσάδικο με πολλούς γύρους" "Πήρα έναν σπαστό φραπέ" "Τον έκανε τσάι" "Ένας καμούσε στο κυπαρίσσι"
Μια αυτοβιογραφική περιήγηση στη παιδική ηλικία του συγγραφέα, με πειστική φωνή παιδιού και γρήγορη υπέροχη αφήγηση.
Μου άρεσε πάρα πολύ το πόσο φυσικά μας μετέφερε με στοιχεία πολιτιστικά, έθιμα στον κόσμο που έζησε - το βιβλίο το διάβασα σε ένα βράδυ κι ήταν απολαυστικό.
Το μόνο που θα άλλαζα θα'ταν ο τίτλος, ή η περίληψη καθώς κοινό μοτίβο είναι οι κηδείες και οι θάνατοι σε αυτή τη κοινότητα, μέσα από τα μάτια του παιδιού.
Πολύ ξεχωριστό το ότι μας μιλάει για κηδείες και έθιμα ταφής χωρίς να βαραίνει τις αναγνώστριες/ αναγνώστες, θυμίζοντας μας πόση σημασία έχουν τα κοινά.
Ωραίο, απλό και αρκετά καλογραμμένο. Με μια μακάβρια νότα, η οποία φαίνεται να είναι η καθημερινότητα του ήρωα, μας δίνεται η ευκαιρία να ζήσουμε στη μικρή κοινωνία του και να γευτούμε στοιχεία της λαογραφίας του τόπου. Αν το έκρινα σε σχέση με άλλα αναγνώσματα, θα του έβαζα 4 αστέρια. Κρίνοντάς το καθαρά γι αυτό που είναι, κι αποδίδοντας την απλότητα και την απουσία σοβαρής πλοκής ως κάτι ουδέτερο κι όχι αρνητικό, του βάζω πέντε.
Το πεζογράφημα ενός ποιητή• και μάλιστα το πραγματικό πεζογράφημα - όχι το πεζό ποίημα -, γραμμένο σε στρωτό πεζό λόγο και όχι στη φορτισμένη, ελλειπτική γλώσσα που ονομάζουμε "ποιητική". Ωστόσο οι ποιητικές καταβολές του συγγραφέα φανερώνονται από τη στόχευση του κειμένου, η οποία δεν είναι το χτίσιμο πλοκής ή χαρακτήρων, που συνήθως ενδιαφέρει τους πεζογράφους, αλλά η εξωτερίκευση συσσωρευμένων συναισθημάτων και μνημών. Αντικείμενο αυτών η συνάντηση της παιδικής ηλικίας με το θάνατο, και ο τρόπος που αυτή φέρνει πιο κοντά τον αφηγητή-ποιητή με την οικογένεια και την ιδιαίτερή του πατρίδα (τον τόπο και τους ανθρώπους του). Έτσι το "Σπίτι παιδιού" δένεται με σχέση συνέχειας και εξέλιξης με το αμέσως προηγούμενο βιβλίο του ποιητή.
Η πλοκή κι οι χαρακτήρες δεν είναι το κέντρο βάρους του βιβλίου, ωστόσο ο αφηγητής διαγράφεται ανάγλυφος στις σελίδες, με την παιδική του άγνοια αλλά και την ξεχωριστή του ευαισθησία. Ο τόπος, τα προσφυγικά χωριά της Δράμας, και ο χρόνος, που φανερώνεται από μικρές λεπτομέρειες (τα γουόκι-τόκι έκαναν θραύση τη δεκαετία του '80 και αρχές του '90) και από το εξωκειμενικο στοιχείο του βιογραφικού του γεννημένου το '83 συγγραφέα, φανερώνονται λιγότερο ανάγλυφα - αλλά μάλλον αρκεί που αποτελύν την πατρίδα της παιδικής ηλικίας του ποιητή. (Θα ευχόμουν πάντως να είναι πιο ορατό το τοπικό ιδίωμα, με κύριο χαρακτηριστικό την αιτιατική των έμμεσων αντικειμένων - "τον είπα "). Την αίσθηση επανάληψης δεν τη γλιτώνουν εντελώς τα κείμενα του βιβλίου, ωστόσο η μικρή του έκταση δεν κουράζει. Αναρωτιέται βέβαια κανείς: να ευχηθεί το επόμενο βιβλίο του να είναι ένα πιο ολοκληρωμένο πεζό, με πολυπλοκότερη δομή, ή ένα εξίσου ελλειπτικό αλλά (ακόμη) πιο υποβλητικό και συγκινητικό έργο;
Η απλότητα, η γραμμικότητα και η ομορφιά θα συμπληρωνόντουσαν προσφέροντας απλόχερη συγκίνηση, αν η αίσθηση που προκαλείται από την ανάγνωση θα μπορούσε να ταυτίζεται με την νοσταλγική εικονοποιία του ημιαστικού περιβάλλοντος.
Τον αγαπώ αυτό τον άνθρωπο. Τόσο απλός, τόσο ειλικρινής, τόσο πρωτότυπος. Πρέπει να είναι σπουδαίο να έχεις εξοικειωθεί τόσο πολύ με τον Θάνατο από μικρός.
Οι σύντομες ιστορίες του βιβλίου του Συφιλτζόγλου πραγματεύονται δύο έννοιες: τη ζωή και τον θάνατο. Ο αφηγητής προσεγγίζει τις θεματικές των ιστοριών του μέσα απ’ την αγνή παιδική ματιά του παρελθόντος τ��υ και αυτό δίνει έναν τρυφερό και χιουμοριστικό τόνο στην αφήγηση.
Ο αφηγητής μέσω του θανάτου επιδιώκει τελικά να δώσει φως στη ζωή και γι’ αυτό προσπαθεί να ανακαλύψει και να αφηγηθεί με αφορμή τον θάνατό τους, τις περίπλοκες ιστορίες των συγγενών και συγχωριανών του. Με αυτόν τον τρόπο προσπαθεί να δημιουργήσει τη δική του ιστορία, να εντάξει τον εαυτό του σε μία συλλογικότητα, ψάχνοντας να βρει στοιχεία που συνδέονται με εκείνον και τον κοινωνικό του περίγυρο. Ο θάνατος ενός συγχωριανού ή ενός συγγενή του γίνεται η αφορμή για τον Κυριάκο να μάθει λεπτομέρειες για τη ζωή του, να προσπαθήσει να τον γνωρίσει έστω και την ύστατη στιγμή και να τον τιμήσει συμμετέχοντας ενεργά στα ταφικά έθιμα.
Είναι σαφές ότι ο θάνατος είχε έναν ιδιαίτερο ρόλο στην καθημερινότητα της τοπικής κοινωνίας, τον είχε συνηθίσει αλλά τον κατανοούσε μόνο όσο του επέτρεπε η παιδική του φαντασία. Έτσι περί αυτό τον βρίσκουμε να συζητά με την μητέρα του:
«Τη ρώτησα «Πώς μπορούν οι νεκροί να αναπνέουν έτσι που είναι τόσο κολλητά ο ένας με τον άλλον εδώ;» Μου ‘πε πως εδώ τους έχουν για λίγο, όχι όπως στα χωριά. «Ε, τότε κι εγώ εδώ θέλω», της είπα, «για λίγο στην πόλη και μετά ξανά πίσω στο χωριό, ζωντανός».
Ξεχωριστό στοιχείο του βιβλίου αποτελεί ο τρόπος που χειρίζεται τη γλώσσα ο συγγραφέας, ένας τρόπος εξόχως ποιητικός. Το βιβλίο χωρίζεται σε πολύ μικρά κεφάλαια, σχεδόν αυτοτελή μεταξύ τους, τα οποία ισορροπούν στο ενδιάμεσο μεταξύ πεζογραφίας και ποίησης. Με αυτό τον τρόπο η αφήγηση του πρωταγωνιστή αποκτά έναν έντονο λυρισμό, γεμάτο εναλλαγές συναισθημάτων.