«Ξαναγυρνούσε στις εφηβικές ερήμους της δυσπιστίας για την αγάπη.
Διασχίζοντας το χιόνι, κρατώντας το μανσόν της σαν ένα αχρηστευμένο μαγικό ραβδί που δεν είχε πια τη δύναμη να δίνει ζωή στο πρόσωπο που η Τζιούνα είχε ανάγκη να υποδυθεί, ένιωθε τον εαυτό της να διασχίζει μια έρημο χιονιού.
Το κορμί της πνιγμένο στις γούνες, η καρδιά της πνιγμένη σαν τα βήματά της και η οδύνη της ζωής πνιγμένη σαν μέσα στα παχιά, πλούσια χαλιά, ενώ το νήμα της Αριάδνης που οδηγούσε παντού, δεξιά και αριστερά, σαν σκόρπιες πατημασιές μέσα στο χιόνι, τραβούσε και τέντωνε μέσα τη μνήμη της και αυτή άρχιζε να ξετυλίγει αυτό το νήμα (μεταξωτό για τις μέρες του θαύματος και βαμβακερό για το ψωμί της καθημερινής ζωής που ήταν πάντοτε λίγο μπαγιάτικο), όπως κανείς ξετυλίγει ένα καρούλι, και άκουγε το άδειο ξύλινο καρούλι να κατρακυλάει πάνω στο πάτωμα διαφορετικών σπιτιών.
Κρατώντας το μετάξι ή το βαμβάκι άρχισε να κόβει τα δάχτυλά της που μάτωναν από το πολύ ξετύλιγμα, ή μήπως ήταν το νήμα της Αριάδνης που είχε οδηγήσει σε μια πληγή;
Το νήμα γλιστρούσε τώρα ανάμεσα στα δάχτυλά της, με αίμα πάνω του, και το χιόνι δεν ήταν πια λευκό.
Πάρα πολύ το χιόνι πάνω στο καρούλι που ξετύλιγε από τις σφιχτοτυλιγμένες μνήμες. Ξετυλίγοντας χιόνι που πλάγιαζε παχύ και σκληρό γύρω στις παρυφές της εφηβείας της, γιατί ο πόθος των ανδρών δεν έβρισκε έναν μαγικό τρόπο για ν’ ανοίξει την ύπαρξή της.
Οι μόνες λέξεις που άνοιγαν την ύπαρξή της ήταν οι πνιγμένες λέξεις των ποιητών, που τόσο σπάνια εκστόμιζαν οι άνθρωποι. Μόνον αυτές τη διαπερνούσαν δίχως ν’ αφυπνίζουν τους πάνολπους αγκαθωτούς φύλακες που φρουρούσαν τις πύλες της εισόδου, θωρακισμένοι σαν ασημένιοι ακανθόχοιροι με την αρματωσιά της καχυποψίας, κι έφραζαν το δρόμο για τις μυστικές κρύπτες των σκέψεων και των συναισθημάτων της.»
«Φτιάχνουν για μένα έναν καινούριο κόσμο, ένιωσε η Τζιούνα, έναν κόσμο πιο ανάλαφρο. Είναι ίσως ένα όνειρο και μπορεί να μη μου επιτραπεί να μείνω. Μου συμπεριφέρονται σαν να’μαι δικός τους άνθρωπος, γιατί πιστεύω ό,τι πιστεύουν, επειδή νιώθω όπως αυτοί. Μισώ τον πατέρα, την εξουσία, τους ισχυρούς, τους πλούσιους, κάθε είδους τυραννία, κάθε είδους εξουσία, κάθε είδους αποκρυσταλλώσεις. Νιώθω όπως ο Λόρενς και ο Πολ: εκεί έξω βρίσκεται ένας κόσμος μεγαλύτερος, γεμάτος σκληρότητα, κινδύνους και διαφθορά, όπου ξεπουλάς τη χάρη σου, την ξεγνοιασιά σου και μπαίνεις σ’ έναν άκαμπτο κόσμο πειθαρχίας, καθήκοντος, συμβάσεων, υπολογισμών. Ένας συμπαγής αδιάφανος κόσμος δίχως φωσφορισμό. Θέλω να μείνω σ’ αυτό το δωμάτιο για πάντα, όχι με τον άντρα-πατέρα αλλά με τον άντρα-γιο, να σκαλίζω, να ζωγραφίζω, να χορεύω, να ονειρεύομαι και πάντα ν’ αρχίζω, να ξαναγεννιέμαι καθημερινά, ποτέ να μη γερνώ, γεμάτη πίστη και παρόρμηση, να μεταστρέφομαι και να αλλάζω σε κάθε πνοή του ανέμου όπως τα κινητά. Δεν αγαπώ εκείνους που έχουν πάψει να ρέουν, να πιστεύουν, να αισθάνονται. Εκείνους που δεν μπορούν πια να λιώσουν, ν’ αναγαλλιάσουν, που δεν μπορούν ν’ αφήσουν τον εαυτό τους να εξαπατηθεί, που κοροϊδεύουν την απώλεια, εκείνους που είναι δέσμιοι και παγωμένοι.»
--------------------------------------
Με τη Αναΐς Νιν, ένιωσα ότι βρέθηκε αυτός ο κάποιος άλλος που έχει μπει μέσα στον χορό κι έχει χορέψει για σένα, έχει εκφραστεί για σένα, έχει πιάσει τα πιο λεπτεπίλεπτα νοήματα, αισθήσεις και παθήματα, έχει περιγράψει με τον πιο ποιητικό και ειλικρινή τρόπο τους βαθύτερους θαλάμους της σκέψης σου. Είναι από τα πιο ερωτικά, pure ερωτικά κείμενα, που έτυχε να διαβάσω. Ήταν ένα αισθαντικό διάβασμα και, όπως με την ποίηση νιώθω ανήμπορη να καταφύγω σε αναλυτικές και ακριβείς περιγραφές, έτσι και με αυτό το βιβλίο αδυνατώ να βρω τις σωστές λέξεις για να πω περί τίνος πρόκειται. Απλώς πρέπει να διαβαστεί. Είναι μόλις 150 σελίδες αλλά έχω τσακίσει καμιά 30αριά – καθόλου λίγο.
Είναι η αντ’ αυτού όλων των γυναικών. Νινιάστηκα πλήρως και ολοσχερώς. Τα ξαναλέμε όταν συνέλθω.