Το διαβάζω από τον Νοέμβριο (!) που μου το έκανε δώρο φίλος, και έχουμε αισίως 7 Ιουνίου. Με διαφορά στα 3 χειρότερα βιβλίων όλων των εποχών που έχω διαβάσει, ένα Λενομαντοειδές-Χρυσοδημουλικό βιβλίο με απαγορευμένους έρωτες, φωσκολικούς, αφύσικους διαλόγους και άφθονο, άφθονο, ΑΦΘΟΝΟ - σε βαθμό αηδίας- info dump κρυμμένο ακομη και μέσα στους ίδιους τους διαλόγους (γιατί ο συγγραφεύς έκανε προφανώς έρευνα, αλλά ανίκανος να χειριστεί το υλικό του, ήθελε να χώσει την παραμικρή λεπτομέρεια στο γραπτό του, μπουκώνοντας το με άχρηστα info και πετώντας μέσα τα πάντα που βρήκε, σαν κακός μάγειρας που ρίχνει στην κατσαρόλα ότι έχει στο ντουλάπι), με μια απίστευτα κακή γραφή, σε δομή, διαλόγους, πλοκή , μανιχαϊστικούς χαρακτήρες, κακός στα πάντα : καθαγιασμένο βιβλίο όμως, καθώς μιλάει για χαμένες πατρίδες, το βιβλίο δεν είναι τίποτα παρά η ονείρωξη της 50αρας άγαμης κυρά δασκάλας από το Κολοκοτρωνίτσι που θα ήθελε να διαβάσει μια ιστορία αγάπης, πασπαλισμένη με πατρίδα-θρησκεία-οικογένεια. Δεν είναι μόνο τα εθνικοπατριωτικά κλισέ, οι άγαρμποι χαρακτήρες, είναι που ο συγγραφέας δεν ξέρει να διηγηθεί μια ιστορία, αλλά νομίζει πως διηγείται ένα ποντιακό έπος, δεν ξέρει να βάλει μια τελεία, και δεν ξέρει να βάλει ένα φυσικό διάλογο στο στόμα ανθρώπων (εκείνης μάλιστα της εποχής, και με εκείνη τη μόρφωση), και καταλήγει να κάνει μια άμορφη μάζα, που ούτε ιστορικό είναι, ούτε μυθιστόρημα είναι.
Πισία με πατάτα, μια πατάτα της λογοτεχνίας, σερβιρισμένη ως δήθεν λουκούλλειο γεύμα, είναι άνοστο, άψητο τίποτα, που ούτε καταπίνεται, ούτε χωνεύεται. Κανείς δεν είπε στον συγγραφέα πως τα μεγάλα βιβλία δεν τα κάνουν τα μεγάλα θέματα. Κατά τα άλλα το κοινό βάζει 5αρια σε αυτή την βαρετή, ανοικονόμητη ποντιακή εποποιΐα , εκδοθείσα από τον Ψυχογιό, που θα νόμιζε ότι θα σαρώσει στα βραβεία, αλλά θα τοποθετηθεί επάξια δίπλα στις άλλες συγγραφείς του οίκου, βλ. ανωτέρω.