Η Τασούλα είχε όλους τους δρόμους ανοιχτούς μπροστά της, αλλά τους έκοψε ο Θεόφιλος με τον έρωτά του. Κι όμως, εκείνη βρήκε παράδρομους: σπούδασε, δούλεψε, μεγάλωσε δύο υπέροχα παιδιά. Στην ουσία, μόνη της. Ο Θεόφιλος πάντα απών στα σημαντικά και πάντα απάνθρωπος απέναντι σε όλους. Άραγε να έφταιγε γι' αυτό το τρομερό μυστικό του; Η Τασούλα πέρασε των παθών της τον τάραχο, μα κρατήθηκε όρθια. Προχώρησε με κουράγιο, πείσμα, αλλά και με τη διαρκή έγνοια για το «τι θα πει ο κόσμος». Κι ενώ θα μπορούσε να έχει μια καλύτερη ζωή, τη στερήθηκε.
Ο Μάκης Τσίτας μάς χαρίζει τον μονόλογο μιας γυναίκας απ' την επαρχία, που έζησε τριάντα χρόνια στη Θεσσαλονίκη κινούμενη με ασφάλεια στη διαδρομή των πέντε στάσεων του λεωφορείου, από το σπίτι στη δουλειά και πάλι πίσω. Μια ιστορία δοσμένη με συμπόνια και αγάπη, για τις αμέτρητες γυναίκες που έζησαν και ζουν με γνώμονα την ιερή αίσθηση του καθήκοντος, πληρώνοντας συνειδητά το όποιο τίμημα. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)
Ο Μάκης Τσίτας γεννήθηκε το 1971 στα Γιαννιτσά. Σπούδασε δημοσιογραφία στη Θεσσαλονίκη και ασχολήθηκε με το ραδιόφωνο. Από το 1994 ζει μόνιμα στην Αθήνα κι εργάζεται στο χώρο των εκδόσεων. Ήταν αρχισυντάκτης του περιοδικού "Περίπλους" (1994-2005) και συνεκδότης του περιοδικού "Index" (2006-2011). Σήμερα διευθύνει το ηλεκτρονικό περιοδικό για το βιβλίο και τον πολιτισμό diastixo.gr. Κείμενά του (διηγήματα, θεατρικά, ποιήματα), συμπεριλήφθηκαν σε ανθολογίες και δημοσιεύτηκαν σε περιοδικά και εφημερίδες στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Τα μονόπρακτά του "Στην πλατεία" και "Η τηλεόραση" παίχτηκαν στο Θέατρο των Καιρών σε σκηνοθεσία Έρσης Βασιλικιώτη. Διηγήματά του μεταφράστηκαν στα γερμανικά, στα ισπανικά, στα αγγλικά, στα εβραϊκά, στα σουηδικά και στα φινλανδικά. Το 1996 εκδόθηκε η συλλογή διηγημάτων του για ενηλίκους "Πάτυ εκ του Πετρούλα" (υποψήφιο για το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα του περιοδικού "Διαβάζω"), που κυκλοφόρησε την επόμενη χρονιά και στο Ισραήλ. To 2013 εκδόθηκε το πρώτο του μυθιστόρημα, "Μάρτυς μου ο Θεός", από τις εκδόσεις Κίχλη, το οποίο συμπεριλήφθηκε στα δεκατρία βιβλία που τιμήθηκαν, το 2014, με το European Union Prize for Literature, ένα βραβείο που απονέμεται σε νέους και ανερχόμενους ευρωπαίους συγγραφείς. Επίσης, έχει γράψει δεκατρία βιβλία για παιδιά.
Σήμερα το αγόρασα και το ξεκίνησα αμέσως, αλλά δυστυχώς δεν κράτησε και πολλή ώρα, έτσι μικρό και καλογραμμένο όπως ήταν. Λοιπόν, το βιβλιαράκι αυτό με εκνεύρισε, διότι είναι αφόρητα ρεαλιστικό και αναδεικνύει το δράμα που ζουν πολλές γυναίκες, που πάνε και παντρεύονται κάτι ρεμάλια, τους κλασικούς ελληναράδες που τόσο πολύ απεχθάνομαι, χωρίς βέβαια να έχουν το απαιτούμενο σθένος να τους χωρίσουν και να τους στείλουν στον διάολο. Γιατί, εντάξει, πολλές από αυτές τις γυναίκες το βλέπουν σαν καθήκον απέναντι στα παιδιά τους και τον θεσμό του γάμου, και ανέχονται κέρατο, ψέματα και βρισίδια, αλλά υπάρχουν και κάποια όρια, έτσι δεν είναι; Τέλος πάντων, δυνατό και καλογραμμένο σφηνάκι, ό,τι πρέπει για να περάσει η ώρα, έστω και αν γενικά αφήνει μια πικρή γεύση στο στόμα. Στη βιβλιοθήκη μου ακόμα με περιμένει παραπονεμένο το "Μάρτυς μου ο Θεός", αλλά κάποια στιγμή θα έρθει και αυτουνού η ώρα. (7.5/10)
Αγαπώ πολύ τη γραφή του Τσίτα. Λάτρεψα το μάρτυς μου ο θεός και γι αυτό ήθελα να διαβάσω και το πέντε στάσεις. Είναι ένα διήγημα που έχει πολλά στοιχεία των απαρχαιωμενων πρακτικών της ελληνικής κοινωνίας όσο αφορά την ενδοοικογενειακή βία. Δεν πάσχει από αληθοφάνεια, αλλά κατά τη γνώμη μου πάσχει από φρεσκάδα και από μια νέα προοπτική και προσέγγιση όσο αφορά τη σχέση μιας γυναίκας με τον άντρα και πατέρα των παιδιων της. Θα προτιμούσα να παρουσιάζε τη γυναικεία πλευρά πιο δυναμική και αποφασιστική και οχι τόσο παλιομοδίτικα υποτακτική. Με θλίβει το ότι οι γυναίκες φέρουμε στο dna μας ακόμα και τώρα, όσο απελευθερωμένες κι αν είμαστε, αυτή την ενοχή ότι πρέπει να τα καταφέρνουμε όλα και να είμαστε εμείς εκείνες που κρατάμε την οικογένεια ενωμένη. Τα αστεράκια είναι για την γραφή που όπως πάντα είναι εξαιρετική. Για τα λοιπά ίσως δυο αστεράκια να ήταν αρκετά αποδεχόμενη τη λαογραφική πτυχή του κειμένου...
This entire review has been hidden because of spoilers.
Πέντε στάσεις: ένα συγκλονιστικό βιβλίο από τον Μάκη Τσίτα!
Ο Μάκης Τσίτας, μετά τον Χρυσοβαλάντη στο βραβευμένο μυθιστόρημα Μάρτυς μου ο Θεός (Βραβείο Λογοτεχνίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, 2014), δημιουργεί στο νέο του βιβλίο μια εξίσου συνταρακτική ηρωίδα, την Τασούλα, μια γυναίκα η οποία έζησε τη ζωή που της χρέωσε η κοινωνία. Με έξοχο ρυθμό, με τη φυσικότητα και την αμεσότητα του μονολόγου που προσδίδει ένα ύφος αφτιασίδωτης εξομολόγησης, ο συγγραφέας επιλέγει λέξεις μία μία λες και γράφει ποίηση! Ανοίγοντας με τρυφερότητα τα φτερά της ψυχής μας, μας πείθει πως εμείς οι ίδιοι έχουμε την προσωπική ευθύνη και τη δύναμη να διαλέξουμε την καλοσύνη από την αλαζονεία, περιγράφοντας αλήθειες για τον έρωτα, την αγάπη και τα προβλήματα που μερικές φορές πνίγουνε τη ζωή μας. Από τόσα βιβλία που έχω διαβάσει, διακρίνω πάντα στα βιβλία του Μάκη Τσίτα μια ιδιαίτερη προσέγγιση στον άνθρωπο και μια σπάνια σοφία, κρυμμένη σε απλές λέξεις. Το νέο του έργο διαβάζεται απνευστί, αφού η ιστόρηση της ζωής της Τασούλας έχει γρήγορες στροφές, απότομες εναλλαγές, ανατροπές και απροσδόκητα γεγονότα που σε αιχμαλωτίζουν. Ο συγγραφέας εμβαθύνει σε όλους τους ήρωες του βιβλίου, που πλαισιώνουν τη ζωή της πρωταγωνίστριας: τον άντρα της, τους γονείς της, τα παιδιά της… Αφηγήσεις, βιώματα, σκέψεις και συναισθήματα για την ελευθερία, την αίσθηση του ανήκειν, την ανθρώπινη ανασφάλεια και τις «πληγές μας, τα παθήματα και τα πάθη μας». Μια νουβέλα για τη φυλακή της ανθρώπινης ψυχής αλλά και τα ανοιχτά παράθυρά της, που θα μας θυμίσει πρόσωπα, καταστάσεις και οικείες ιστορίες. Η ποιοτική του γραφή μάς δείχνει με τον καλύτερο τρόπο πως εάν θέλουμε την ευτυχία πρέπει να ζητάμε την αλήθεια, την αλήθεια που σώζει. Και για να τη βρούμε, πρέπει να είμαστε ο εαυτός μας. Ένα ακόμα βιβλίο του Μάκη Τσίτα που ρίχνει φως στα σκοτάδια της ψυχής μας και μας ανοίγει τους ορίζοντες. Θα συγχαρώ λοιπόν τον συγγραφέα για την ευαισθησία και τις προθέσεις του, με την ευχή να έχουμε από εκείνον πολλά ακόμη βιβλία τέτοιας γόνιμης κατεύθυνσης. 5/5 Γιούλη Τσακάλου ΒΙΒΛΙΟ-ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ-ΚΡΙΤΙΚΕΣ
Πόσος χρόνος χρειάζεται για να μιλήσει κάποιος/α για όλη του/της σχεδόν την ζωή; Πόσες μνήμες,σκέψεις καί συναισθήματα μπορούν να ανασυρθούν από την μνήμη του/της καί να τα εξομολογηθεί σε έναν άνθρωπο ακόμη καί ξένο; Γίνεται δύο λέξεις να ''εσωκλείουν'' τα πάντα μέσα τους καί να αποδώσουν όλο το νόημά της; Ο συγγραφέας κύριος Μάκης Τσίτας στο νέο του μυθιστόρημα με τίτλο ''Πέντε στάσεις'' δίνει στο αναγνωστικό κοινό έναν εξαιρετικό μονόλογο μία γυναίκας από την επαρχία που έζησε σχεδόν όλη της ζωή,παρέα με τα ''πρέπει'' καί την χιλιοειπωμένη φράση ''τι θα πεί ο κόσμος''. Μία φράση που έχω σιχαθεί να ακούω. Έχει,άραγε,σκεφτεί ο κόσμος,πως θα πρέπει να κοιτάει την δική του την ζωή καί το τι κάνουν εκείνοι κι όχι οι άλλοι γύρω τους; Κανείς δεν πρέπει να κρίνει κανέναν για τις πράξεις του καί το πως επιλέγει να πορευθεί. Άλλωστε,μόλις κλείνουν οι πόρτες ενός σπιτιού,κανείς άλλος -πέρα από τους ίδιους τους ενοίκους του- δεν δύναται να γνωρίζει τι συμβαίνει μέσα σε αυτό. Με συχγωρείτε πολύ αλλά δεν πρέπει κανείς να ενδιαφέρεται για το τι θα πεί ο κόσμος,όταν υπάρχουν άνθρωποι που βιώνουν τραγικές καταστάσεις π.χ. ενδοοικογενειακή βία καί θα πρέπει να λήξουν τον γάμο τους. Το να μένεις σε μία αρρωστημένη σχέση εξαιτίας των προκαταλήψεων,ή,ακόμα κι αν υπάρχουν παιδιά,δεν είναι σωστό. Πρέπει να βρίσκουν την δύναμη καί να στέκονται στα πόδια τους γιατί μόνο έτσι θα είναι ευτυχισμένες οι ίδιες καί τα παιδιά τους. Ο λόγος του βιβλίου αν καί δωρικός,κοφτός καί απογυμνωμένος από περιττές φιοριτούρες καί βερμπαλισμούς,είναι ταυτόχρονα πλούσιος από συναισθήματα. Όλα ειπώνονται σαν μία εκ βαθέων εξομολόγηση της ηρωίδας απευθυνόμενη σε έναν προς ένα τους αναγνώστες του βιβλίου. Με μεγάλη μαεστρία ο συγγραφέας ακουμπά πάνω στην ψυχή της καί την προσεγγίζει με λεπτότητα. Αποτυπώνει πάνω στο χαρτί στερεότυπα,ήθη καί έθιμα μία άλλης εποχής,όχι τόσο μακρινής σε εμάς. Παρ'όλο που η κοινωνία μας εξελίσσεται,δυστυχώς κάποια πράγματα τείνουν να διαιωνίζονται... Διαβάζοντας το βιβλίο ένιωσα πολλά συναισθήματα καί στο μυαλό μου γεννήθηκαν πολλές εικόνες. Ευτυχώς,δεν έχω ζήσει ποτέ κάτι ανάλογο,μα σκέφτομαι ότι θα υπάρξουν γυναίκες -κυρίως- αναγνώστριες εκεί έξω που πιθανότητα να ταυτιστούν με την ηρωίδα. Η πρωταγωνίστρια μας,η Τασούλα γνώρισε καί αποφάσισε να ζήσει την ζωή της μέσα σε αυτές τις πέντε στάσεις που περνούσε με το λεωφορείο καί την οδηγούσαν από το σπίτι της στην εργασία της καί πάλι πίσω. Της απέπνεαν μία ασφάλεια καί σταθερότητα που αναζητούσε διακαώς από την ζωή της. Εάν τολμούσε να κάνει ένα βήμα παραπέρα,θα ένιωθε μετέωρη... Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την υπόθεση του βιβλίου,σας παραθέτω την περίληψη του οπισθοφύλλου: ''Μόλις του το είπα εκείνος αγρίεψε: «Καλά, εγώ σε σπουδάζω για να πάρεις έναν αμόρφωτο;». «Είναι καλό παιδί». «Σπίτι δικό του έχει;» «Νοικιάζει. Στην Αθήνα». «Λεωφορείο δικό του;» «Όχι». «Παιδί μου, έχεις καθόλου μυαλό στο κεφάλι σου; Οδηγό θα πάρεις; Αυτοί όπου ζουν εκεί παντρεύονται, όπου πάνε φυτεύουν και παιδιά. Μακριά από σοφεραίους!» Εγώ όμως το είχα ήδη αποφασίσει: «Μπαμπά, θα τον πάρω». Η Τασούλα είχε όλους τους δρόμους ανοιχτούς μπροστά της, αλλά τους έκοψε ο Θεόφιλος με τον έρωτά του. Κι όμως, εκείνη βρήκε παράδρομους: σπούδασε, δούλεψε, μεγάλωσε δύο υπέροχα παιδιά. Στην ουσία, μόνη της. Ο Θεόφιλος πάντα απών στα σημαντικά και πάντα απάνθρωπος απέναντι σε όλους. Άραγε να έφταιγε γι’ αυτό το τρομερό μυστικό του; Η Τασούλα πέρασε των παθών της τον τάραχο, μα κρατήθηκε όρθια. Προχώρησε με κουράγιο, πείσμα, αλλά και με τη διαρκή έγνοια για το «τι θα πει ο κόσμος». Κι ενώ θα μπορούσε να έχει μια καλύτερη ζωή, τη στερήθηκε. Ο Μάκης Τσίτας μάς χαρίζει τον μονόλογο μιας γυναίκας απ’ την επαρχία, που έζησε τριάντα χρόνια στη Θεσσαλονίκη κινούμενη με ασφάλεια στη διαδρομή των πέντε στάσεων του λεωφορείου, από το σπίτι στη δουλειά και πάλι πίσω. Μια ιστορία δοσμένη με συμπόνια και αγάπη, για τις αμέτρητες γυναίκες που έζησαν και ζουν με γνώμονα την ιερή αίσθηση του καθήκοντος, πληρώνοντας συνειδητά το όποιο τίμημα.'' Είναι από τα βιβλία που αξίζουν της προσοχής σας καί καλό θα ή��αν να το αναζητήσετε καί να το διαβάσετε. Θα σας ανταμείψει η ανάγνωσή του. Εγώ το διάβασα μέσα σε πολύ λίγη ώρα καί μου άρεσε πάρα πολύ. Είναι -κατ'εμέ- ένας ύμνος σε όλες εκείνες τις γυναίκες που πάλεψαν καί εξακολουθούν να παλεύουν αγόγγυστα καθημερινά παρά τα όποια προβλήματα καί δυσκολίες συναντούν. Καλά σας αναγνώσματα!
Το όνειρο κάθε γονιού να προοδεύσει το παιδί του και να είναι ευτυχισμένο. Η εικόνα και η άποψη που έχουν αρκετοί για τους δασκάλους σε αυτή τη χώρα (όσα χρόνια και να περάσουν είναι κάτι που με ενοχλεί, δεν είμαστε όλοι ίδιοι). Ένας τρόπος ζωής που δυστυχώς υπάρχει ακόμα και σήμερα. Μια γραφή κατώτερη των προσδοκιών για το ζήτημα που θίγει.
Ο Μάκης Τσίτας μας χαρίζει με τις "Πέντε στάσεις" του έναν από τους δυνατότερους μονολόγους της νεοελληνικής πεζογραφίας, κάνοντας, αν και άντρας, μία καλοζυγισμένη βουτιά στην ψυχολογία μιας παντρεμένης γυναίκας, μητέρας και συζύγου.
Πρόκειται για την προσωπική κατάθεση ψυχής μιας πραγματικά δυνατής, όπως αποδείχτηκε, γυναίκας, η οποία έπεσε θύμα των λανθασμένων επιλογών της. Το μόνο σίγουρο είναι ότι ο αναγνώστης θα καθηλωθεί από το δράμα της Τασούλας και διαβάσει τη νουβέλα αυτή απνευστί.
Η Τασούλα είναι μία γυναίκα μεγαλωμένη σε ένα χωριό της βόρειας Ελλάδας, η οποία στα νιάτα της ατένιζε με ανοιχτά φτερά το μέλλον και έκανε όνειρα. Ενώ σπουδάζει νοσηλευτική στη Θεσσαλονίκη, έχει την ατυχία να γνωρίσει και να ερωτευτεί κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού στην Αθήνα τον Θεόφιλο, έναν επαγγελματία οδηγό λεοφωρείου ο οποίος θα αποδειχτεί ότι δεν είναι αυτός που φαίνεται. Θα αποβάλλει δια παντός μετά τον γάμο τους το τρυφερό πρόσωπο που επιδείκνυε στην αρχή της σχέσης τους, τότε πια που θα είναι αργά για την έγκυο Τασούλα να ανακαλέσει τις απερίσκεπτες και βιαστικές κινήσεις της, και θα μεταμορφωθεί σε έναν μπερμπάντη και τσιγκούνη σύζυγο, αλλά και σε έναν αδιάφορο πατέρα.
Έκτοτε η Τασούλα μια ζωή θα καταριέται την άρνηση να ακούσει τους γονείς της, οι οποίοι ήταν εξαρχής αντίθετοι με αυτόν τον γάμο. Δεν θα σκύψει όμως το κεφάλι. Αντιθέτως, θα γίνει η γυναίκα πρότυπο της εποχής, μητέρα, εργαζόμενη, νοικοκυρά, η οποία θα ανεχτεί τα πάντα από τον σύζυγό της, έναν άντρα εγκλωβισμένο στα ψυχικά τραύματα των δύσκολων παιδικών του χρόνων. Θα παραμερίσει την προσωπική της ευτυχία χάριν των παιδιών της και θα αφοσιωθεί ολότελα στη δουλειά της ως νοσηλεύτρια, προσπαθώντας να ξεχάσει όσα τραβάει στο σπίτι και υποκρινόμενη ότι όλα βαίνουν καλώς. Η ίδια μπορεί να μην έχει το θάρρος να εξομολογηθεί σε κανέναν το προσωπικό της δράμα, πέρα από τα ίδια της τα παιδιά, τα οποία, άθελά τους, γίνονται συχνά μάρτυρές αυτής της ανυπόφορης, για τον ψυχισμό της γυναίκας, κατάστασης. Σε κάποιες όμως καίριες στιγμές, η Τασούλα θα βρει το θάρρος να ορθώσει το ανάστημά της και να αποδειχτεί, ως το τέλος, μία πολύ δυνατή ύπαρξη προικισμένη με το σπάνιο χάρισμα της συγχώρεσης.
Το λεωφορείο και οι πέντε στάσεις τις οποίες η πρωταγωνίστρια κάνει καθημερινά προκειμένου να πάει στη δουλειά της-μονάχα εκεί, δεν πηγαίνει ποτέ αλλού- συμβολίζει την ίδια της τη ζωή, η οποία περνά γρήγορα και χάνεται όπως ένα λεωφορείο που διασχίζει με ταχύτητα έναν άδειο δρόμο: μία στείρα καθημερινότητα με πολλή δουλειά στο ΑΧΕΠΑ και στο σπίτι, με ελάχιστες μόνο αναλαμπές χαράς. Επιπροσθέτως, το λεωφορείο πάντοτε αποτελεί- έστω και άθελά της, μέρος της ζωής της, εφόσον ο σύζυγός της είναι οδηγός και η ίδια διατηρεί εν μέρει την κυριότητα του λεωφορείου που οι γονείς της αγόρασαν στον άντρα της μετά τον γάμο.
Πέντε, λοιπόν, οι στάσεις του λεωφορείου από το σπίτι της στο ΑΧΕΠΑ, πέντε και οι μοιραίες στάσεις της και στη ζωή: η σχολή της νοσηλευτικής και η μετοικεσία της στη Θεσσαλονίκη, ο γάμος της και η διαπίστωση του αληθινού προσώπου του συζύγου που είχε η ίδια επιλέξει, η γέννηση των παιδιών της και η καθυστερημένη της απόφαση να χωρίσει έστω και μετά από πολλά χρόνια. Τελευταία στάση, η ανιδιοτέλεια και η μεγαλοψυχία που επιδεικνύει η ίδια ως το τέλος και η οριστική της απαλλαγή από το ψυχολογικό μαρτύριο.
Ο Μ.Τ. αποκρύβει με μαεστρία τη συγγραφική του ιδιότητα πίσω από το πρόσωπο της Τασούλας. Έτσι δεν κρίνει τις λανθασμένες και μοιραίες για την προσωπική της ευτυχία επιλογές της, ούτε την ατολμία που τη χαρακτηρίζει συχνά στις πράξεις της, αλλά ούτε και την υποταγή της στις κοινωνικές συμβάσεις με τις οποίες έχει γαλουχηθεί από την κλειστή κοινωνία του χωριού της. Στο τέλος όμως επιλέγει να τη λυτρώσει από το δράμα της και να την ανταμείψει για την ιώβεια υπομονή και το σθένος που επέδειξε.
Τρυφερή, συναισθηματική, με άφθονους διαλόγους, χωρίς μακροσκελείς και κουραστικές περιγραφές, η πρωτοπρόσωπη αφήγηση του Μ.Τ. διατηρεί τη δροσεράδα της και προσφέρει μπόλικη τροφή για σκέψη σχετικά με το δράμα που περνούσαν οι γυναίκες οι οποίες, ιδίως στα παλιά χρόνια, υπέμειναν τα πάνδεινα παγιδευμένες στις στενές πατριαρχικές αντιλήψεις και τη ιερή αφοσίωσή τους στον σύζυγο και στα παιδιά τους.
Τη νύχτα καραντίνας νούμερο δεν θυμάμαι, πάνε μέρες και νύχτες και έχω χάσει το μέτρημα, κατά τις 3 που πήγα να ξαπλώσω έπιασα τις "Πέντε στάσεις" του Μάκη Τσίτα (εκδόσεις Μεταίχμιο), που είχα στο κομοδίνο μου, για να τις ξεφυλλίσω. Τέλειωσα το βιβλίο με μιαν ανάσα στις 4 παρά. Το στομάχι μου σφίχτηκε κι άλλο, αλλά δεν πειράζει. Είχα ρουφήξει, παρά την κούρασή μου, μια αριστουργηματική νουβέλα, που πόνεσε τόσο γιατί έκρυβε μέσα της πολλή αλήθεια. Είναι ο μονόλογος μιας γυναίκας, της Τασούλας, που δεν έζησε τη ζωή της... Που πιτσιρίκα παντρεύτηκε τον λάθος άντρα, τον οποίον ποτέ δεν άφησε, στερώντας από τον εαυτό της μια καλύτερη ζωή. Βέβαια, μέχρι το τέλος στάθηκε όρθια κι ας έζησε τριάντα χρόνια στη Θεσσαλονίκη κινούμενη με ασφάλεια στη διαδρομή των πέντε στάσεων του λεωφορείου, από το σπίτι στη δουλειά της, στο νοσοκομείο, και πάλι πίσω. Αυτό ήταν άλλωστε το καθήκον της: Να είναι καλή σύζυγος και μάνα, γιατί "τι θα έλεγε ο κόσμος"... Για να δούμε, κόσμε, τι θα πεις διαβάζοντας όσα εξομολογείται η Τασούλα...
Ο Μάκης Τσίτας δημιουργεί έναν χαρακτήρα αληθινό και μια ιστορία που σε κάνει να σκεφτείς τι φταίει και οδηγούμαστε σε λάθος επιλογές και φυσικά γιατί δεν φεύγουμε, γιατί δεν βρίσκουμε την δύναμη να δραπετεύσουμε από τις λάθος μας επιλογές. Ο χαρακτήρας της Τασούλας είναι πολύ καλά δομημένος που νομίζεις πως την έχεις δίπλα σου και σου εξιστορεί την ιστορία της, χωρίς να σε κουράζει και φυσικά χωρίς να θέλεις να σταματήσει να μιλάει καθώς ξετυλίγει το κουβάρι της ζωής της από τον γάμο της και μετά. Το διάβασα μέσα σε 45 λεπτά χωρίς να κουράζει και χωρίς να χαθεί τίποτα από την μαγεία της ανάγνωσης. Ανυπομονώ να δω το θεατρικό.
Η διαδρομή μια γυναίκας από την επαρχία που παντρεύεται και ζει στη Θεσσαλονίκη στο πλευρό ενός άντρα, που της συμπεριφέρεται σκληρά. Μοναδική της παρηγοριά τα δυο παιδιά της και η δουλειά της. Μια ζωή συρρικνωμένη στις πέντε στάσεις του λεωφορείου που παίρνει κάθε μέρα για να πάει στη δουλειά και πάλι πίσω. Βαθιά ανθρώπινο μες στην απλότητά του και τόσο κοντά στις ζωές όλων αυτών των γυναικών που αγωνίζονται καθημερινά για την οικογένειά τους.
Πρόκειται για μια νουβέλα με ηρωίδα την Τασούλα, μια γυναίκα που αφηγείται τη ζωή της και όσα πέρασε κατά τη διάρκεια του έγγαμου βίου της από τον σύζυγό της. Πέντε στάσεις ήταν η απόσταση από το σπίτι της ηρωίδας μέχρι τον εργασιακό της χώρο. Αυτή ήταν η μόνη διαδρομή που ακολουθούσε καθημερινά. Κι ύστερα έτρεχε να προλάβει τις υποχρεώσεις της ως μητέρα. Ο σύζυγος απών από τη ζωή της αλλά και από την οικογένεια. Διαβάζοντας την ιστορία της Τασούλας, στο μυαλό του αναγνώστη έρχονται ιστορίες άλλων γυναικών που βίωσαν όμοιες ή και χειρότερες καταστάσεις από την ηρωίδα του συγγραφέα. Αν και η ιστορία μάς μεταφέρει στη δεκαετία του ’70, που η Τασούλα γνώρισε τον Θεόφιλο, τον μετέπειτα σύζυγό της, αρκετές δεκαετίες μετά εξακολουθούμε να διαβάζουμε για περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας που, πολλές φορές, αρκετά από αυτά έχουν τραγικό τέλος. Η Τασούλα βίωσε ψυχολογική βία, αδιαφορία, απιστία, μοναξιά. Κανείς δεν γνώριζε τι συνέβαινε στο σπιτικό της, στη δουλειά της. Δεν ήθελε να δίνει αφορμές για σχόλια ή να στενοχωρεί τους δικούς της με τα προβλήματά της. Υπέμενε πολλά για χάρη των παιδιών της. Κατά τη διάρκεια του γάμου της, έμαθε πολλά για την οικογενειακή κατάσταση του συζύγου της, ότι ήταν και ο ίδιος θύμα μιας άσχημης οικογενειακής κατάστασης.
Η Τασούλα είναι σαφώς μια γυναίκα θύμα, αλλά και ένας άνθρωπος με τεράστια αποθέματα αγάπης. Ο αναγνώστης, φτάνοντας στο τέλος του βιβλίου, δεν γίνεται να μη θαυμάσει το μεγαλείο της ψυχής της. Οι δυσκολίες, τα προβλήματα που αντιμετώπισε, δεν κατάφεραν ούτε στο ελάχιστο να αλλοιώσουν τον ψυχισμό της, να σκληρύνουν την καρδιά της.
Μια νουβέλα με θέμα τη θυματοποίηση. Είναι ο μονόλογος της Τασούλας που κάνει σχέση και παντρεύεται τον κατά 16 χρόνια μεγαλύτερο της Θεόφιλο και ουσιαστικά καταντά εκούσια υποχείριο του. Περιγράφει τα περασμένα τριάντα χρόνια που έζησε στη Θεσσαλονίκη κινούμενη με ασφάλεια στη διαδρομή των πέντε στάσεων του λεωφορείου, από το σπίτι στη δουλειά και πάλι πίσω... Πολύ καλή δουλειά, με λόγο λιτό και άμεσο με αποτέλεσμα να τη διαβάζεις μονορούφι. Το 5ο αστέρι δεν μπαίνει γιατί παρά την πολύ καλή ιστορία, δεν προσφέρει κάτι ουσιαστικότερο.
«Ο Τσίτας με μαεστρία στήνει πόντο πόντο, κλιμακωτά, τον κόσμο της Τασούλας, αλλά όπως τον στήνει, έτσι τον ξεστήνει, για να αποκαλύψει την υποκρισία, τη λεκτική βία, τη χειροδικία, την απαξίωση της συζύγου, των παιδιών, των πεθερικών. […] Η γλώσσα καίρια θα αποτυπώσει την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, θα ανασυστήσει την περίσταση και θα αποδώσει τις λεπτές διακυμάνσεις της ψυχής».
«Είναι ένα αριστουργηματικό δημιούργημα… Ο Τσίτας δεν γράφει για να αυτοανακηρυχθεί σε ογκόλιθο, το αντίθετο διακριτικά και με λεπτότητα, με επιμονή στο μικρό και όμορφο (ακόμη και τα βιβλία του για παιδιά αποτελούν σχεδόν ποιητικού τρόπου εκφραστικές περιγραφές) πετυχαίνει να αποδίδει αναγνωστική ηδονή και ψυχαγωγία, τέτοια που μόνο η λογοτεχνία μπορεί να εμπεριέχει».